Κοσμος

Η Γαλλία χρωστάει σε μια πραγματικότητα που αλλάζει. Εναντίον της

Ποτέ δεν υπήρξε χειρότερη εποχή να σημειώσεις σερί 52 χρόνων ελλειμματικών προϋπολογισμών

Άγης Παπαγεωργίου
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Γαλλία: Η «τέλεια καταιγίδα» χρέους, πολιτικής κρίσης και αμυντικών δαπανών. Μια χώρα που χρωστάει στην πραγματικότητα που αλλάζει εναντίον της

«Τέλεια καταιγίδα» και «φαύλος κύκλος τρόμου»: αυτούς τους δύο όρους επέλεξαν η Le Monde και οι New York Times για να περιγράψουν την τρέχουσα κατάσταση στη Γαλλία. Πώς αλλιώς, εξάλλου, σε μια συγκυρία κατά την οποία η χώρα αντιμετωπίζει –απολύτως διχασμένη– τη σοβαρότερη κοινωνικοπολιτική κρίση της μεταψυχροπολεμικής της ιστορίας, τη στιγμή που ο δημοσιονομικός χώρος έχει στερέψει; Σαν να μην έφταναν αυτά τα δύο horror shows, οι προεδρικές εκλογές του 2027 απέχουν μόλις έξι μήνες, η Μαρίν Λεπέν προηγείται σταθερά, ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν φαίνεται πως θα παλέψει για τη δεύτερη θέση μέχρι το τέλος και, αν υπάρχει ένα πράγμα στο οποίο η συντριπτική πλειοψηφία των Γάλλων φαίνεται πως συμφωνεί, αυτό είναι το εξής: για όλα φταίει ο Εμανουέλ Μακρόν.

Ωστόσο, ο πυρήνας της σημερινής συστημικής κρίσης που βιώνει η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης –και μοναδική πυρηνική δύναμη της ΕΕ– βρίσκεται πολύ βαθύτερα στο παρελθόν. Έχοντας αποτύχει να παρουσιάσει έστω έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό από το 1974 μέχρι και σήμερα και εν μέσω μαζικών αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, το Παρίσι καλείται να αντεπεξέλθει σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος δανεισμού έχει εκτοξευτεί, καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν πρόκειται να προχωρήσει σε μείωση των επιτοκίων στο άμεσο μέλλον. Με το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ να κυμαίνεται στο 119,3% για το 2026 –και να αναμένεται να αυξηθεί στο 121,7% για το 2027– και το έλλειμμα να κινείται σταθερά άνω του 5%, θέτοντας τη χώρα υπό το καθεστώς επιτήρησης των Βρυξελλών, το Παρίσι δεν έχει εναλλακτική από την εφαρμογή επώδυνων κοινωνικά μέτρων, τα οποία οι Γάλλοι πολίτες απορρίπτουν πρώτοι.

Ο πανάκριβος λογαριασμός της Γαλλίας: Χρέος, κοινωνικό κράτος και άμυνα

Ο πρώτος πυλώνας του χάους: το δημοσιονομικό αδιέξοδο

Παραδόξως, το σερί των πενήντα δύο ελλειμματικών προϋπολογισμών που τρέχει το Παρίσι από το 1974 δεν αποτελεί από μόνο του το –μεγάλο– πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα. Οι ελλειμματικοί προϋπολογισμοί αποτελούν, πάνω κάτω, κανόνα για αρκετές ανεπτυγμένες οικονομίες, με τα παραδείγματα των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιαπωνίας να ξεχωρίζουν. Όμως, η δυνατότητα της Ουάσιγκτον, του Λονδίνου και του Τόκιο να χειραγωγούν το εθνικό τους νόμισμα τούς δίνει σαφώς μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας, τους οποίους το Παρίσι δεν έχει. Εδώ βρίσκεται το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η γαλλική κυβέρνηση, το οποίο είναι κοινό για όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης: δεν μπορεί να τυπώσει χρήματα και να υποτιμήσει το νόμισμά της, ενώ οφείλει να ακολουθήσει τη νομισματική πολιτική που χαράσσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Προφανώς, τα οφέλη της συμμετοχής στην Ευρωζώνη είναι ασύγκριτα –και μια πιθανή αποχώρηση οποιουδήποτε κράτους-μέλους απολύτως καταστροφική–, όμως στην τρέχουσα συγκυρία, με τα χρόνια του φθηνού δανεισμού να έχουν τελειώσει εξαιτίας των παρατεταμένων πληθωριστικών πιέσεων από το 2022 μέχρι και σήμερα, το Παρίσι δεν μπορεί πλέον να χρηματοδοτεί το υποδειγματικό γαλλικό κοινωνικό κράτος με δανεικά χρήματα.

Σε έναν βαθμό, αυτό ισχύει για όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, καθώς η πληθωριστική κρίση στην Ευρώπη είναι πρωτίστως εξωγενής. Δεν φταίει ούτε ο Μακρόν ούτε ο πρωθυπουργός του, Σεμπαστιάν Λεκορνί, που ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν μπορούν να τιθασεύσουν τη μεγαλομανία τους. Όμως, η περίπτωση της Γαλλίας είναι περισσότερο προβληματική από εκείνη των υπόλοιπων κρατών-μελών της Ευρωζώνης, καθώς η συνεχής επιβάρυνση των δημοσιονομικών δεικτών σε συνθήκες ακριβού δανεισμού συμπληρώνεται από ένα πρωτοφανώς ασταθές περιβάλλον. Σήμερα φαίνεται εξαιρετικά πιθανό πως ο Λεκορνί θα έχει την ίδια μοίρα με τον Μισέλ Μπαρνιέ και τον Φρανσουά Μπαϊρού, οι οποίοι είδαν τις κυβερνήσεις τους να καταρρέουν το 2024 και το 2025, αντίστοιχα, επειδή η Γαλλική Εθνοσυνέλευση απέρριψε μετά βδελυγμίας τα μέτρα λιτότητας που είχαν παρουσιάσει. Τεχνοκρατικά μιλώντας, η δημοσιονομική εξυγίανση που προτείνει ο Λεκορνί, ακολουθώντας το παράδειγμα των προκατόχων του, είναι σωστή, καθώς η διαρκής κάλυψη του ελλείμματος με νέο δανεισμό αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, περιορίζοντας τους διαθέσιμους πόρους για τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους.

Με την απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου να έχει πλέον αγγίξει το 5% –για πρώτη φορά από το 2002–, οι δανειστές έχουν στείλει ένα σαφές μήνυμα στο Παρίσι: η μείωση του κόστους δανεισμού εξαρτάται από τη βούληση για δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις. Όμως, σήμερα τίποτα δεν μοιάζει δυσκολότερο από το να πείσεις τον μέσο Γάλλο να εργαστεί για περισσότερα χρόνια, να περιοριστεί σε παγωμένους μισθούς και συντάξεις και να στερηθεί μια σειρά επιδομάτων και διευκολύνσεων που τόσο ο ίδιος όσο και οι γενιές που προηγήθηκαν θεωρούσαν δεδομένα. Πόσο μάλλον όταν, ταυτόχρονα, η φορολογία παραμένει υψηλή, τα ενεργειακά κόστη αυξάνονται και η αναζήτηση προσιτής στέγης –ιδιαίτερα για τους νεότερους πολίτες– μοιάζει δυσκολότερη από ένα νταμπλ του Πανιωνίου. Ο Μακρόν και οι πρωθυπουργοί του έχουν αποτύχει να επικοινωνήσουν την αναγκαιότητα λήψης ενός μείγματος μέτρων εξυγίανσης, αγνοώντας, πρώτον, πως ο μέσος πολίτης δεν μπορεί ποτέ να είναι υποχρεωμένος να έχει εξειδικευμένες μακροοικονομικές γνώσεις και, κυρίως, υποβαθμίζοντας, δεύτερον, τη βασικότερη αρχή των κοινωνικοπολιτικών επιστημών: politics is an emotional business, ξανά και ξανά και ξανά. Ομολογουμένως, οι τεχνοκράτες υστερούν στις ψυχοδυναμικές ερμηνείες, κάτι στο οποίο θριαμβεύουν οι λαϊκιστές, όπως η Λεπέν και ο Μελανσόν, ενίοτε και εκουσίως.

Ο δεύτερος πυλώνας του χάους: η διεθνής συγκυρία

Ο τρομερά επικίνδυνος συσχετισμός ανάμεσα στην απειλή μιας δημοσιονομικής κατάρρευσης και την κλιμάκωση της πολιτικής πόλωσης –τα οφέλη της οποίας αποκομίζουν μόνο η ακροδεξιά και η ακροαριστερά– συγκρούεται παράλληλα με μια ιστορικά ταραχώδη διεθνή συγκυρία, η οποία περιορίζει περαιτέρω τον ελάχιστο δημοσιονομικό χώρο. Για ακόμη μία φορά, το λάθος εδώ δεν μπορεί να χρεωθεί αποκλειστικά στο Παρίσι. Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά, η μόνιμη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Δυτική Ευρώπη, σε συνδυασμό με τις ευλογίες της Ουάσιγκτον στο όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης των Βρυξελλών, δεν προκαλούσαν κανέναν φοβερό ενθουσιασμό ως προς την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Μάλιστα, η Γαλλία αποτέλεσε εξαίρεση μεταξύ της πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών κρατών κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, καθώς, έχοντας αποσυρθεί από τη στρατιωτική διοίκηση του ΝΑΤΟ το 1966 –και έως το 2009–, χρηματοδότησε μόνη της τόσο το πυρηνικό της οπλοστάσιο όσο και το στρατιωτικό της αποτύπωμα στην Αφρική. Από την κήρυξη του Τέλους της Ιστορίας, την περίοδο 1989-1991, και μετά, ωστόσο, το Παρίσι συμπαρασύρθηκε μαζί με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ, προχωρώντας σε διαρκείς μειώσεις των αμυντικών δαπανών. Ο φιλελεύθερος διεθνισμός είχε επικρατήσει, το ευρωπαϊκό –και δη το γαλλικό– κοινωνικό κράτος ήταν πλέον ασφαλές.

Όμως, πρώτος ο Βλαντίμιρ Πούτιν το 2022 και δεύτερος ο Ντόναλντ Τραμπ το 2024 –αν και ο δεύτερος είχε προειδοποιήσει από το 2016– υπενθύμισαν στην Ευρώπη, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και τις λοιπές μεσαίες δυνάμεις του πρώην βρετανικού κόσμου πως η Ιστορία σίγουρα δεν έχει τελειώσει. Ο πόλεμος στην Ουκρανία εξαΰλωσε τις ψευδαισθήσεις της ευρωπαϊκής ασφάλειας, ενώ η ροπή του νυν Αμερικανού προέδρου υπέρ του εξόχως αυταρχικού Ρώσου ομολόγου του, έναντι του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, –σε συνδυασμό με τις περιοδικές απειλές του ότι θα αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από την Ευρώπη– θέτει εξαρχής το ερώτημα κατά πόσο η Ευρώπη είναι όντως ασφαλής. Στην προσπάθειά τους να κατευνάσουν τον Τραμπ, αλλά και να προετοιμαστούν για μια πραγματικότητα στην οποία η Ουάσιγκτον δεν προτίθεται πλέον να εγγυηθεί την εδαφική ακεραιότητα της Ευρώπης, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ έχουν προχωρήσει τα τελευταία δύο χρόνια σε κολοσσιαίες αμυντικές επενδύσεις, σε έναν ατελείωτο αγώνα με τον χρόνο, ο οποίος τρέχει ταχύτερα από αυτά. Τίποτα δεν αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος περισσότερο από το γεγονός ότι, από το 2017 έως και το 2026, ο αμυντικός προϋπολογισμός της χώρας αυξήθηκε από περίπου 32 σε 57 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ για το 2027 προβλέπεται επιπλέον αύξηση της τάξεως του 11%, στα 63 δισεκατομμύρια. Αύξηση 100% σε δέκα χρόνια τη λες και εντυπωσιακή, όσο να πεις.

Το φοβερό της υπόθεσης είναι πως η Γαλλία δεν βρίσκεται καν μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών-μελών του ΝΑΤΟ σε επίπεδο αμυντικών δαπανών. Ενδεικτικά, ακόμη και σήμερα, το Παρίσι προϋπολογίζει μόλις το 2,2% του ΑΕΠ του για αμυντικούς σκοπούς, τη στιγμή που έχει δεσμευτεί για αύξηση στο 3,5% έως το 2035. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών, όμως, είναι υποχρεωτική, πιέζοντας περαιτέρω πολιτικά την τρέχουσα κυβέρνηση –αλλά και όποια ακολουθήσει, ακόμη κι αν δεν το παραδέχονται τα επίδοξα επόμενα μέλη του υπουργικού συμβουλίου, ανεξαρτήτως ιδεολογικής και κομματικής προέλευσης. Συγκεκριμένα, στον προϋπολογισμό του 2027 η αύξηση των αμυντικών δαπανών αποτιμάται σε 6,4 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ εξοικονομούνται περίπου 6,6 δισεκατομμύρια από διαφόρων τύπων κοινωνικές παροχές, καθώς προβλέπονται μικρότερες συνταξιοδοτικές αυξήσεις και παγώματα επιδομάτων, ενώ εισάγονται παράλληλα νέες φορολογικές αυξήσεις. Αυτό, όμως, που ισχύει στο αμιγώς δημοσιονομικό κομμάτι ισχύει και στο γεωπολιτικό: εναλλακτική από την ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατηγικής και αμυντικής αυτονομίας δεν υπάρχει. Ιδιαίτερα ο Μακρόν –ο οποίος, σε αυτό το επίπεδο τουλάχιστον, ήταν μπροστά από την εποχή του– δεν θα μπορούσε ποτέ να ταχθεί υπέρ μιας συρρίκνωσης του γαλλικού αμυντικού αποτυπώματος στην τρέχουσα συγκυρία. Για την ιστορία, η Λεπέν συντάσσεται με την αναγκαιότητα των αυξημένων αμυντικών δαπανών –χωρίς, ωστόσο, να λέει συγκεκριμένα πώς αυτές θα συνδυαστούν με τις φοροελαφρύνσεις που υπόσχεται, ενώ προοικονομεί τον τερματισμό της χρηματοδότησης της Ουκρανίας–, ενώ ο Μελανσόν τις απορρίπτει επί της αρχής.

Ο πανάκριβος λογαριασμός της συνειδητοποίησης

Αν το δει κανείς σε αυτή τη βάση, οι όροι «τέλεια καταιγίδα» και «φαύλος κύκλος τρόμου» αποτυπώνουν πλήρως την πραγματικότητα. Από τη μία, η γαλλική κυβέρνηση ενδεχομένως να έχει όντως σαφή εικόνα για τα μέτρα που θα απαιτηθούν ώστε η Γαλλία να καθησυχάσει τις αγορές και να μειώσει το κόστος δανεισμού της, όμως δεν έχει ούτε τον απαραίτητο αριθμό βουλευτών ούτε, κυρίως, την –απείρως σημαντικότερη– κοινωνική συναίνεση που απαιτείται για τη συνεπή εφαρμογή του συγκεκριμένου μείγματος πολιτικής. Από την άλλη, η ακροδεξιά Λεπέν μπορεί να μη βλέπει αντίπαλο στον πρώτο γύρο και να έχει προβάδισμα για τον δεύτερο, οι αγορές, ωστόσο, δεν έχουν πειστεί στο ελάχιστο από το πρόγραμμά της, όπως υποδεικνύει η άνοδος των γαλλικών spreads. Την ίδια στιγμή, ο Μελανσόν μοιάζει κολλημένος στην ευρωπαϊκή κρίση χρέους, εμμένοντας σε ένα πρόγραμμα που αψηφά τόσο τις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και την υπαρξιακού επιπέδου απειλή που αποτελεί η Ρωσία για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Ο επικρατέστερος υποψήφιος των σοσιαλιστών, Ραφαέλ Γκλικσμάν, αλλά και ο κεντροδεξιός Νταβίντ Λινάρ έχουν αναπτύξει αξιοσημείωτη δυναμική – με τον πρώην πρωθυπουργό του Μακρόν, Εντουάρ Φιλίπ, να ξεφουσκώνει δημοσκοπικά–, όμως ο Μελανσόν εξακολουθεί να προηγείται για τον δεύτερο γύρο.

Μεταξύ τους έχει μείνει μόνος του ο Μακρόν, ο οποίος αποχωρεί από την προεδρία με την πολιτική του κληρονομιά ξεχαρβαλωμένη και λερωμένη από τα γκράφιτι και τις στάχτες που άφησαν πίσω τους τα επεισόδια του προηγούμενου Σαββάτου. Μπορεί να είχε όλες τις σωστές ιδέες ως προς τη γαλλική και ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, όμως κάθε αιρετός απαντά πρωτίστως στο εκλογικό του σώμα. Στη μέση, ωστόσο, βρίσκεται ο μέσος Γάλλος πολίτης –και ειδικά ο νεότερος, που, πάνω κάτω, έκανε όλες τις επιλογές που έπρεπε και που του έμαθαν οι προηγούμενοι από αυτόν–, με το προδομένο θυμικό του να συνειδητοποιεί βίαια και επώδυνα πως οι προσδοκίες του διαψεύδονται, καθώς σήμερα το Παρίσι πρέπει να πληρώσει ταυτόχρονα δύο πανάκριβους λογαριασμούς: τον πρώτο, των ατελείωτων παροχών που βασίστηκαν στον φθηνό δανεισμό και στην υπόσχεση πως οι μέρες που θα ακολουθούσαν θα ήταν πάντα καλύτερες, και τον δεύτερο, των αμυντικών δαπανών και της γεωπολιτικής αφύπνισης της Ευρώπης, που αποτελεί πλέον προϋπόθεση για την επιβίωσή της. Στο τέλος της ημέρας, η Γαλλία σήμερα συγκρούεται με αυτή τη νέα πραγματικότητα που αναδύεται για όλη την Ευρώπη και για την οποία, συγκεκριμένα, το Παρίσι ήταν περισσότερο απροετοίμαστο από τους άλλους. Και η πραγματικότητα έχει αυτή την εξαιρετικά ενοχλητική τάση να είναι αδυσώπητη και να κερδίζει πάντα.