- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Πόλεμος στο Ιράν: Ποιος θέλει την ήττα του Τραμπ;
Όταν κάποιοι στη Δύση επιχαίρουν με τη στρατιωτική αποτυχία των ΗΠΑ
Δεν υπάρχει καμία λογική ανάγκη να επιλέξει κανείς ανάμεσα στον τραμπισμό και σε ένα αυταρχικό και επεκτατικό καθεστώς
Παρατηρεί κάτι παράδοξο κανείς αναφορικά με τον πόλεμο των ΗΠΑ με το Ιράν. Ένα σαφές, πραγματικό, πολιτικό και ψυχολογικό πρόβλημα. Το εξής: ότι η δικαιολογημένη απέχθεια όλων μας προς τον Ντόναλντ Τραμπ παίρνει τόσο μεγάλες διαστάσεις, ώστε η αδυναμία των ΗΠΑ να επιτύχουν τους στόχους τους απέναντι στο Ιράν προκαλεί ειρωνικά χαμόγελα και έκδηλη ικανοποίηση — για να μην πούμε «χαιρεκακία».
Γιατί υπάρχει ακόμη ένα παράδοξο εδώ — ένα παράδοξο που δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση τέτοιου είδους οπαδικές ταυτίσεις. Ο Τραμπ είναι ένα προσωρινό πολιτικό πρόσωπο μέσα σε ένα θεσμικό σύστημα που προβλέπει ρητώς την αποχώρησή του. Εφόσον έχει ήδη εκλεγεί δύο φορές, η 22η Τροπολογία τού απαγορεύει να ξαναθέσει υποψηφιότητα για Πρόεδρος. Άρα, υπό τη σημερινή συνταγματική τάξη —σταθερή και αμετακίνητη—, η Προεδρία του τελειώνει το αργότερο τον Ιανουάριο του 2029.
Ο Τραμπ δηλαδή θα φύγει. Και ενδέχεται ακόμη να αντιμετωπίσει και διώξεις αμέσως μετά. Ούτως ή άλλως, μάλιστα, η σημερινή πολιτική του θέση είναι τρομερά αδύναμη: η δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos που δημοσιεύθηκε εχθές, 31 Αυγούστου, δίνει ένα εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό αποδοχής του: τον στηρίζει ένα ισχνό 33%, την ίδια στιγμή που το 71% αποδοκιμάζει ειδικά τον άθλιο χειρισμό του πολέμου με το Ιράν.
Παρά ταύτα: το ιρανικό καθεστώς είναι ένα απολύτως διαφορετικής τάξεως πρόβλημα. Πρόκειται για ένα αυταρχικό θεοκρατικό σύστημα χωρίς κανέναν δημοκρατικό μηχανισμό εναλλαγής της πραγματικής εξουσίας, με συστηματική καταστολή αντιφρονούντων, αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις, και βαριά θεσμική διάκριση εις βάρος των γυναικών: ουσιαστικά, ο μισός πληθυσμός της χώρας είναι σκλάβοι — καλύτερα: σκλάβες. Ακόμη και μέσα στο 2026, μετά την εξέγερση των ανθρώπων εκεί, εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ έχουν καταγράψει μαζικές συλλήψεις και εξαφανίσεις, και βέβαια τη θεσμικά οργανωμένη αδιανόητη βία κατά των γυναικών και των κοριτσιών.
Κι αυτό δεν είναι καν το μόνο: η χρηματοδότηση, ο εξοπλισμός και η εκπαίδευση τρομοκρατικών οργανώσεων και ενόπλων δικτύων όπως η Χεζμπολάχ, οι Χούθι και οι διάφορες πολιτοφυλακές στο Ιράκ και στη Συρία συνιστούν εδώ και χρόνια το υπ’ αριθμόν 1 εργαλείο της ιρανικής εξωτερικής πολιτικής, παράλληλα με την πώληση ή παραχώρηση οπλικών συστημάτων στο καθεστώς του Κρεμλίνου για τη σφαγή Ουκρανών πολιτών.
Το Ιράν (το Ιράν ως χώρα, όχι ασφαλώς οι Ιρανοί ως λαός: ένα μεγάλο μέρος της ιρανικής κοινωνίας έχει υπάρξει το πρώτο θύμα αυτού του καθεστώτος) δεν είναι μόνο στρατηγικός αντίπαλος των ΗΠΑ ή του Ισραήλ, αλλά της Δύσης στο σύνολό της — καθώς και άμεση απειλή για τα άλλα κράτη της περιοχής.
Και νομίζουμε πως υπάρχει και μια δεύτερη διάκριση εδώ, εξίσου σημαντική: μπορεί κανείς να θεωρεί το ιρανικό καθεστώς αποκρουστικό και επικίνδυνο (κι αυτό δηλώνεται εδώ επιεικώς), και ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ να θεωρεί τον συγκεκριμένο πόλεμο κακοσχεδιασμένο, παράνομο, αναποτελεσματικό ή καταστροφικό. Τα δύο αυτά πράγματα συμβιβάζονται απολύτως.
Έπειτα από έξι μήνες πολέμου, η εικόνα που καταγράφεται σήμερα είναι αυτή μιας εξαιρετικά δαπανηρής στασιμότητας: το Ιράν έχει μεν υποστεί σοβαρή στρατιωτική και οικονομική ζημιά, και το πυρηνικό του πρόγραμμα έχει πιθανότατα καθυστερήσει, αλλά το καθεστώς παραμένει ακλόνητο στην εξουσία, οι ΗΠΑ δεν έχουν πετύχει τους δηλωμένους τους στόχους, και σαφώς όχι όλους (παρά τη μεγάλη γλώσσα του Τραμπ και των «στρατηγών» του), και η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρά μέσα για να προκαλεί σοβαρές διαταραχές στην περιοχή, και ειδικώς στα Στενά του Ορμούζ, πράγμα που βλέπουμε καθημερινά.
Παρ’ όλα αυτά, είναι άλλο να λέμε, «Ο Τραμπ διεξάγει άσχημα έναν πόλεμο και πρέπει να λογοδοτήσει γι’ αυτό», και άλλο να ευχόμαστε να… νικήσει το ιρανικό καθεστώς (!) ώστε να ταπεινωθεί ο Τραμπ. Στη δεύτερη περίπτωση έχει συμβεί μια παράδοξη μετατόπιση: ο εσωτερικός πολιτικός αντίπαλος έχει γίνει σημαντικότερος από τον εξωτερικό αυταρχικό αντίπαλο. Πράγμα ιδιαζόντως παράλογο. Αλλά και ύποπτο.
Το φαινόμενο υπάρχει και στην αντίστροφη κατεύθυνση. Ένα τμήμα της αμερικανικής Δεξιάς (όχι μικρό) έφτασε κατά καιρούς να αντιμετωπίζει θηριώδεις, αυταρχικούς ηγέτες με πραγματική συμπάθεια, επειδή θεωρούσε ότι αυτοί πολεμούσαν τους φιλελεύθερους, την Ευρωπαϊκή Ένωση, το «αμερικανικό κατεστημένο» κ.ο.κ. Πρόκειται για την ίδια παθολογία: η εσωτερική πολιτική πόλωση γίνεται απόλυτη, και διάφοροι αναξιοπαθούντες αρχίζουν να αξιολογούν τον υπόλοιπο κόσμο με παράλογα κριτήρια — κριτήρια του τύπου, «Ποιος εξευτελίζει περισσότερο τη δική μου αντίπαλη παράταξη; Αυτόν θα υποστηρίξω».
Θα το ξαναπούμε: μπορεί κανείς ταυτόχρονα να θεωρεί τον Τραμπ εξαιρετικά κακό Πρόεδρο (είναι κάτι πολύ χειρότερο από αυτό), να απορρίπτει τον τρόπο με τον οποίο μπήκε και διεξάγει αυτόν τον πόλεμο, να επιθυμεί την πολιτική του ήττα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, να εύχεται να φύγει το συντομότερο δυνατόν από την εξουσία κλπ. (πράγματα που βρίσκουμε, το λιγότερο, θεμιτά), και ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ να εύχεται την πλήρη αποδυνάμωση ενός θεοκρατικού καθεστώτος που καταπιέζει τους ίδιους τους πολίτες του και έχει επί δεκαετίες επενδύσει στην ένοπλη αποσταθεροποίηση της περιοχής.
Η ακραία πολιτική πόλωση έχει δυστυχώς παραμορφώσει την αντίληψη, ή και την ίδια τη δυνατότητα παραγωγικού συλλογισμού, ακόμη και μορφωμένων, δημοκρατικών ανθρώπων στη Δύση. Δεν είναι (όχι απλώς προβληματικό ή φρόνιμο αλλά ούτε και) λογικό να χαίρεται κανείς με την υπάρχουσα κατάσταση. Ή να ελπίζει σε μια… ήττα των ΗΠΑ. Γιατί τότε η τύχη των Ιρανών, των Ισραηλινών, των Αράβων της περιοχής, των ναυτικών που περνούν από τα Στενά του Ορμούζ, ή ακόμη και η πιθανότητα μιας ευρύτερης ανάφλεξης δεν θα σημαίνουν ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΕ απέναντι στη «ζημιά» που έπαθε ο Τραμπ. (Ζημιά που του ιδίου δεν θα του στοιχίσει το παραμικρό, παρεμπιπτόντως).
Μια πιο ώριμη θέση θα σήμαινε να θέλει κανείς ταυτόχρονα να αποτύχει ο τραμπισμός ως πολιτικό μοντέλο και να αποτύχει η Ισλαμική Δημοκρατία ως αυταρχικό και επεκτατικό καθεστώς. Δεν υπάρχει καμία λογική ανάγκη να επιλέξει κανείς ανάμεσα στα δύο.
ΥΓ. Δεν σχολιάζουμε στα παραπάνω την ιδέα ότι μια καθαρή αμερικανική στρατιωτική νίκη απέναντι στο Ιράν θα ήταν αυτομάτως καλή έκβαση. Δεν θα ήταν· όχι απαραιτήτως. Η ιστορία της περιοχής μάς υποχρεώνει να ρωτήσουμε: «Νίκη, ναι, βεβαίως — αλλά με ποιο αποτέλεσμα;» Η κατάρρευση ενός καθεστώτος σαν αυτό τού Ιράν μπορεί να οδηγήσει πράγματι σε μια δημοκρατική κυβέρνηση, αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει —ενδεχομένως ασφαλέστερα…— σε εμφύλιο πόλεμο, σε κατακερματισμό του κράτους, σε στρατιωτική δικτατορία, ή εντέλει σε μια ακόμη σκληρότερη εκδοχή του ίδιου συστήματος. Αυτός είναι ένας απολύτως θεμιτός λόγος να φοβάται κάποιος την αμερικανική στρατηγική χωρίς να αισθάνεται την παραμικρή συμπάθεια για την Τεχεράνη. Οι προηγούμενες Δυτικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή αρκούν και με το παραπάνω για να εξηγήσουν, και να στηρίξουν, μια τέτοια επιφύλαξη.