Κοσμος

Συναγερμός στο «America First» πριν από τη συνάντηση Τραμπ–Νετανιάχου

Φόβοι για νέα κλιμάκωση με το Ιράν

Newsroom
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συναγερμός στο «America First» πριν από τη συνάντηση Τραμπ–Νετανιάχου

Έντονη ανησυχία προκαλεί στην πτέρυγα του «America First» η νέα συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο, καθώς στενοί σύμμαχοι του Αμερικανού προέδρου φοβούνται ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός θα επιχειρήσει να τον πείσει να κλιμακώσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν.

Οι δύο ηγέτες πρόκειται να συναντηθούν την Τρίτη, για πρώτη φορά μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις στο Ιράν τον Φεβρουάριο. Στην ατζέντα θα βρεθούν ο πόλεμος με την Τεχεράνη, η κατάσταση στον Λίβανο και η επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ.

Η συνάντηση πραγματοποιείται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή, καθώς ο πόλεμος διαρκεί ήδη πέντε μήνες και οι ΗΠΑ βρίσκονται ανάμεσα στην προσπάθεια επίτευξης νέας εκεχειρίας και στο ενδεχόμενο ακόμη μεγαλύτερης στρατιωτικής εμπλοκής.

Οι αμερικανικές και ιρανικές επιθέσεις ανεστάλησαν προσωρινά το Σαββατοκύριακο, δημιουργώντας ελπίδες για διπλωματική αποκλιμάκωση. Ο Τραμπ, ωστόσο, εξακολουθεί να απειλεί με «μαζικές επιθέσεις», σε περίπτωση που αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις.

Ο πρώην επικεφαλής στρατηγικής του Λευκού Οίκου, Στιβ Μπάνον, δήλωσε ότι οι πιο πιστοί υποστηρικτές του Τραμπ που δεν υιοθετούν μια άνευ όρων φιλοϊσραηλινή στάση είναι εξοργισμένοι.

«Ο Νετανιάχου έχει πραγματοποιήσει μέσα σε 18 μήνες διπλάσιες επισκέψεις στον Λευκό Οίκο από όσες έκανε ο Τσόρτσιλ σε ολόκληρο τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και καθεμία από αυτές αποτέλεσε καταστροφή για το America First», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ανάλογη ανησυχία εξέφρασε και ο Κερτ Μιλς, εκτελεστικός διευθυντής του περιοδικού American Conservative, χαρακτηρίζοντας τη συνάντηση ως κατάσταση «DEFCON 1», δηλαδή ύψιστου συναγερμού.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Νετανιάχου αναμένεται να υποστηρίξει ότι η στρατιωτική κλιμάκωση αποτελεί τη μόνη λογική επιλογή, ιδιαίτερα σε περίπτωση που ο Τραμπ δεν επιμείνει στη διπλωματική συμφωνία ή δεν αποφασίσει να αποσύρει πλήρως τις ΗΠΑ από τη σύγκρουση.

Στελέχη που έχουν συνεργαστεί με τον Τραμπ αναγνωρίζουν ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός θα επιδιώξει να εξασφαλίσει αμερικανική στήριξη για νέες επιχειρήσεις, με στόχο την εξουδετέρωση των πυρηνικών δυνατοτήτων του Ιράν. Εκφράζουν, ωστόσο, την πεποίθηση ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν θα παρασυρθεί σε ενέργειες που θεωρεί αντίθετες προς τα συμφέροντα των ΗΠΑ.

Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι όλες οι αποφάσεις του Τραμπ λαμβάνονται με γνώμονα την ασφάλεια και τα συμφέροντα του αμερικανικού λαού. Εκτός από το Ιράν, οι δύο ηγέτες αναμένεται να συζητήσουν την τριμερή συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Λιβάνου, καθώς και τη διεύρυνση των διπλωματικών σχέσεων του Ισραήλ με αραβικές χώρες.

Παρά τη μακροχρόνια υποστήριξή του προς το Ισραήλ, ο Τραμπ εμφανίζεται το τελευταίο διάστημα περισσότερο πρόθυμος να επικρίνει δημόσια τον Νετανιάχου. Η βασική αιτία είναι η συνέχιση των ισραηλινών επιχειρήσεων κατά της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, τις οποίες η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι υπονομεύουν τις προσπάθειες για ειρήνη.

Ακόμη πιο αυστηρός έχει εμφανιστεί ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος κατηγόρησε την ισραηλινή κυβέρνηση ότι παρεμποδίζει τις διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, επιδιώκοντας την παράταση του πολέμου.

Η πίεση προς τον Τραμπ αυξάνεται και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι όλο και περισσότεροι ψηφοφόροι της πολιτικής του βάσης αμφισβητούν κατά πόσο ο πόλεμος δικαιολογεί το οικονομικό του κόστος, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί ανησυχούν ότι η σύγκρουση θα επηρεάσει τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Για τον Νετανιάχου, ο οποίος αντιμετωπίζει εκλογές τον Οκτώβριο, η συνάντηση έχει επίσης μεγάλη πολιτική σημασία. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός θέλει να γνωρίζει εάν ο Τραμπ σκοπεύει να επιστρέψει στη διπλωματική οδό ή να επιλέξει νέα στρατιωτική κλιμάκωση.

Παρά τις εντάσεις, οι υποστηρικτές της αμερικανοϊσραηλινής συμμαχίας επισημαίνουν ότι οι δύο ηγέτες εξακολουθούν να συμφωνούν σε έναν βασικό στόχο: να μην αποκτήσει το Ιράν πυρηνικό όπλο. Το ερώτημα είναι εάν η επιδίωξη αυτού του στόχου θα οδηγήσει σε μια νέα συμφωνία ή σε έναν ακόμη πιο εκτεταμένο πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Πηγή: Politico