Κοσμος

Μήπως μια σύγχρονη μορφή «trasformismo» θα ευνοούσε την Ευρώπη;

Τι λένε οι θεωρητικοί για τη συναίνεση, για την τεχνοκρατία και για την υπέρβαση του χάσματος δεξιά-αριστερά;

Σταύρος Παπαδήμας
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Neo-trasformismo: Πώς η τεχνοκρατία και η πολιτική συναίνεση μετασχηματίζουν τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες και το δίπολο δεξιάς-αριστεράς.

Ο όρος «trasformismo» προέρχεται από την ιταλική πολιτική του 19ου αιώνα, κυρίως από τον Agostino Depretis, και σημαίνει υπέρβαση των σταθερών κομματικών μπλοκ, μετακίνηση βουλευτών και μελών ελίτ μεταξύ αριστεράς και δεξιάς, κυβερνητική σταθερότητα μέσω ενσωμάτωσης πολιτικών αντιπάλων — με λίγα λόγια, πρακτική «κεντρώου συντονισμού» αντί για ιδεολογική σύγκρουση. Σήμερα, πολλοί αναλυτές κάνουν λόγο για “neo-trasformismo”, αναγνωρίζοντας το αδιέξοδο της παραδοσιακής διαμάχης μεταξύ των δύο πόλων, την ανάδυση νέων κοινωνικών στρωμάτων, τον ρόλο της τεχνολογίας και τη διάδοση της σοσιαλδημοκρατίας ως by default καθεστώτος στις ανεπτυγμένες χώρες (με εξαίρεση τις ΗΠΑ).

Οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες τείνουν να παράγουν αποτελέσματα που μοιάζουν δομικά με trasformismo, όπως φάνηκε ιδιαίτερα κατά τις κρίσεις του 2008 και του COVID: αν και υπάρχουν έντονες αντιδράσεις κατά των κυβερνήσεων τεχνοκρατών και κατά της επιρροής των υπερεθνικών οργανισμών όπως η ΕΕ, η σχετική αποπολιτικοποίηση των πολιτικών αποφάσεων είναι δεδομένη. Γίνεται συχνά λόγος για «ορθολογικές» λύσεις χωρίς πολιτικό χρώμα, ενώ παρατηρείται σύγκλιση κεντροαριστεράς-κεντροδεξιάς με τα μεγάλα κόμματα να συμφωνούν λίγο-πολύ στη δημοσιονομική πειθαρχία και στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, περιορίζοντας τις διαφορές τους σε πολιτισμικά ζητήματα όπως η μετανάστευση και η ταυτότητα. Αυτό το κεντρώο φάσμα συναίνεσης που έχουμε δει σε πολλές χώρες (εξαιρούνται η Γαλλία και η Ελλάδα) θυμίζει τον trasformismo ως πρακτική σταθερότητας μέσω σύγκλισης. Το στοίχημα φαίνεται να είναι η διαχείριση κρίσεων μέσω μεγάλων συνασπισμών: αναμφισβήτητα, ο κατακερματισμός του εκλογικού σώματος έχει ευνοήσει τις κυβερνήσεις συνεργασίας, μια μορφή μετα-ιδεολογικής διακυβέρνησης. Αν και οι πολυκομματικές κυβερνήσεις δεν είναι κάτι καινούργιο —αρκεί να θυμηθούμε τον «ιστορικό συμβιβασμό» μεταξύ Χριστιανοδημοκρατίας και ΚΚ στην Ιταλία του περασμένου αιώνα— το ξεθώριασμα των πολιτικών ταυτοτήτων είναι φαινόμενο που ενισχύεται στον 21ο αιώνα.

Ο πολιτικός επιστήμονας Dylan Riley (2020) χρησιμοποίησε τον όρο “neo-trasformismo” για να περιγράψει την Ευρώπη της δεκαετίας του 2010: τα πολιτικά συστήματα δεν καταρρέουν αλλά ανασυντίθενται μέσω της ενσωμάτωσης πολιτικών αντιπάλων στο σύστημα, ειδικά σε συνθήκες οξυμένου λαϊκισμού και κρίσης νομιμοποίησης. Ακόμα και αντισυστημικά κόμματα συμμετέχουν σε κυβερνήσεις ή μετατρέπονται σε συστημικούς παίκτες με την αντιπαράθεση να γίνεται λιγότερο σαφής από ό,τι στο παρελθόν. Πιο πρόσφατες μελέτες επιχειρηματολογούν υπέρ ενός υβριδικού συστήματος όπου τα κόμματα λειτουργούν περισσότερο ως διαχειριστές συναίνεσης παρά ως φορείς ιδεολογίας, ενώ έχουν αποδυναμωθεί οι ενδιάμεσοι θεσμοί όπως τα συνδικάτα, οδηγώντας σε άμεση σχέση ηγέτη-λαού, σε αυτό που ορισμένοι  πολιτικοί επιστήμονες ονομάζουν τεχνο-λαϊκισμό. Αν και σε μερικές χώρες η πόλωση είναι οξύτερη από ό,τι σε άλλες —Γαλλία, ΗΠΑ, Ελλάδα— σε περιόδους κρίσης, όπως εκείνη στην Ελλάδα την περασμένη δεκαετία, συνεργάζονται κόμματα που ανήκουν σε διαφορετικές περιοχές του πολιτικού φάσματος, συχνά, με σκοπό να κόψουν τον δρόμο σε δυνάμεις οι οποίες θεωρούνται ακροδεξιές, δημαγωγικές και επικίνδυνες για τη δημοκρατία.

Η Ιταλία, από την οποία προέρχεται η έννοια του trasformismo, είναι καλό παράδειγμα μιας τάσης ενσωμάτωσης σχετικά αντισυστημικών δυνάμεων σε κυβερνητικά σχήματα και συνεργασίας με τεχνοκράτες. Στην Ιταλία φαίνεται ότι σήμερα υπάρχει κάποια συνεννόηση μεταξύ Κινήματος 5 αστέρων, Λέγκας και τεχνοκρατών όπως ο Μάριο Μόντι και ο Μάριο Ντράγκι. Η απορρόφηση της κυβέρνησης Μελόνι στην ευρωπαϊκή νομιμότητα θυμίζει την εποχή του Τζοβάννι Τζολίτι, μια μακρά εποχή χωρίς σκληρές κομματικές γραμμές, με προσωποπαγείς κοινοβουλευτικές ομάδες, με συμμαχίες χωρίς συγκεκριμένη ιδεολογική συνοχή και με σύγκλιση σοσιαλιστών και φιλελευθέρων.

Ο Αντόνιο Γκράμσι ερμήνευσε την τακτική του trasformismo ως στρατηγική του «κράτους» προκειμένου να απορροφά και να εξουδετερώνει πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Ως κομμουνιστής, ο Γκράμσι έβλεπε ως δύναμη προόδου την οργανωμένη κοινωνική σύγκρουση και φοβόταν αυτό που χαρακτήριζε ως παθητική συναίνεση. Αν διαβάσουμε τον σύγχρονο κόσμο με τα μάτια του Γκράμσι, στη σημερινή Ευρώπη οι ελίτ συγκροτούν «ηγεμονικό μπλοκ» με τις ίδιες ομάδες να κινούνται μεταξύ των θέσεων εξουσίας και με τα κράτη να μην εξουσιάζουν μέσω καταστολής, αλλά μέσω συναίνεσης, εγκόλπωσης των αντιπολιτευτικών ελίτ και αποπολιτικοποίησης κοινωνικών συγκρούσεων, δηλαδή μέσω της διάλυσης των ταξικών και πολιτικών ταυτοτήτων.

Μπορεί να μιλάει κανείς σήμερα για εργατική και αστική τάξη όπως έκανε μέχρι κάποιο χρονικό σημείο του 20ού αιώνα; Η απάντηση είναι μάλλον όχι· στις σύγχρονες εκλογικές δημοκρατίες υπάρχουν δομικές δημογραφικές αλλαγές και η τεχνολογία έχει μεταμορφώσει την ταξική διαστρωμάτωση. Σίγουρα υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, μάλιστα υπάρχουν «πολύ πλούσιοι» και «πολύ φτωχοί» —όμως το επίπεδο του πλούτου δεν είναι ο μοναδικός δείκτης της κοινωνικής τάξης. Εξάλλου, έχει ξεπεραστεί εδώ και δεκαετίες ο οικονομικός/ταξικός προσανατολισμός σχετικά με τις ιδεολογίες και τα κόμματα: σήμερα το μεγαλύτερο μέρος των «ακροδεξιών» είναι «φτωχοί», ενώ το χάσμα δεξιάς-αριστεράς εικονογραφείται καλύτερα σε επίπεδο γενεών. Οι δε κυβερνήσεις είναι παντού αδύναμες διότι λείπει η εμπιστοσύνη στις ηγεσίες: και γι’ αυτό, πολλές από αυτές προχωρούν σε ένα είδος «κοοπτάτσιας», στρατολογώντας στελέχη από άλλα κόμματα προκειμένου να καταπραΰνουν τον λαό και να βρουν τεχνοκρατικές λύσεις στα προβλήματα. Έτσι, δίνουν εικόνα trasformismo, όχι ως ιστορικό κατάλοιπο αλλά ως τρόπος να περιγραφεί πώς τα καπιταλιστικά κράτη και υπερεθνικά συστήματα σταθεροποιούνται μέσω ενσωμάτωσης της σύγκρουσης.

Οι θεωρητικοί της αριστεράς (Γκράμσι, Πουλαντζάς, Ρανσιέρ) απορρίπτουν τη συναίνεση ως κατάργηση της πολιτικής και ως παράγοντα ενίσχυσης του λαϊκισμού. Ο Μισέλ Φουκώ προχωρεί ακόμα περισσότερο: μιλώντας για φορολογική επιτήρηση και για κατασταλτικούς δείκτες (έλλειμμα, χρέος, στόχοι) μοιάζει να επιτίθεται στην ίδια την ιδέα της κυβερνησιμότητας. Το παράδοξο σήμερα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, είναι ότι όσο προσπαθεί να σταθεροποιηθεί μέσω της τεχνοκρατίας και της συναίνεσης, τόσο περισσότερο παράγει πολιτικές ρήξεις (λαϊκισμό, κρίσεις νομιμοποίησης) επιβεβαιώνοντας τους αριστερούς θεωρητικούς όπως ο Ερνέστο Λακλάου, η Σαντάλ Μουφ ή ο Βόλφγκανγκ Στρέεκ, που επιμένουν ότι η πολιτική συνεπάγεται ανταγωνισμό. Αν για τον φιλελεύθερο χώρο ο neo-trasformismo είναι μια μέθοδος αποφυγής των ρήξεων, για την αριστερά είναι ένα τέχνασμα με σκοπό την καπιταλιστική σταθερότητα.