Κοσμος

Η μετά-Πούτιν Ρωσία έχει ήδη αρχίσει

Η αργή φθορά του Πούτιν ξεκινά από τις ίδιες τις ελίτ

Γιάννης Χοχλακάκης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο πόλεμος που σχεδιάστηκε για να διασώσει το καθεστώς επιταχύνει πλέον τη φθορά του, αποκαλύπτοντας την κρίση ταυτότητας, ισχύος και νομιμοποίησης του συστήματος του Βλαντίμιρ Πούτιν

Η φθορά της εξουσίας του Βλαντίμιρ Πούτιν δεν εκδηλώνεται ακόμη μέσα από εικόνες κατάρρευσης ή ανοιχτής εξέγερσης. Η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει κρατικό μηχανισμό, στρατιωτική ισχύ και έναν ισχυρό μηχανισμό καταστολής. Ωστόσο, πίσω από την εικόνα της αυταρχικής σταθερότητας, εξελίσσεται μια βαθύτερη διαδικασία πολιτικής αποσύνθεσης: η σταδιακή απονομιμοποίηση του ίδιου του πουτινικού μοντέλου εξουσίας μέσα στις ρωσικές ελίτ.

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι η αλλαγή της πολιτικής γλώσσας στο εσωτερικό της ρωσικής εξουσίας. Μέχρι πρόσφατα, η εισβολή και ο πόλεμος στην Ουκρανία παρουσιάζονταν ως συλλογικό σχέδιο του κράτους και των ελίτ. Σήμερα όμως, όπως καταγράφει ανάλυση του Economist, ολοένα και περισσότεροι αξιωματούχοι, τεχνοκράτες και επιχειρηματίες μιλούν για τις αποφάσεις του Κρεμλίνου ως «δική του υπόθεση». Ο πόλεμος παύει να είναι «δικός μας» και μετατρέπεται σε «δικό του» πόλεμο. Αυτό δεν είναι απλώς μια λεκτική μετατόπιση· είναι ένδειξη πολιτικής αποστασιοποίησης από τον ίδιο τον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Σε όλα τα αυταρχικά καθεστώτα, η στιγμή που οι ελίτ παύουν να πιστεύουν ότι ο ηγέτης μπορεί να εγγυηθεί το μέλλον τους είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Η ισχύς αυτών των συστημάτων δεν στηρίζεται μόνο στον φόβο αλλά κυρίως στην αίσθηση ιστορικά αναπόφευκτης κυριαρχίας του ηγέτη. Όταν αυτή η αίσθηση διαρρηγνύεται, το σύστημα αρχίζει να φθείρεται εσωτερικά ακόμη κι αν εξωτερικά φαίνεται σταθερό.

Ο Πούτιν ξεκίνησε την εισβολή και τον πόλεμο στην Ουκρανία θεωρώντας ότι θα αποκαθιστούσε τη ρωσική αυτοκρατορική ισχύ, θα διέλυε τη δυτική συνοχή και θα παγίωνε την προσωπική του κυριαρχία για χρόνια. Σε έναν βαθμό, πράγματι επιτάχυνε τη διεθνή κρίση της Δύσης, την άνοδο του λαϊκισμού και την αμφισβήτηση της παγκοσμιοποίησης. Όμως το στρατηγικό παράδοξο είναι ότι ο ίδιος ο πόλεμος άρχισε να διαβρώνει τις δομές πάνω στις οποίες στηριζόταν η Ρωσία του Πούτιν.

Η οικονομική ανθεκτικότητα της Ρωσίας παραμένει υπαρκτή αλλά εύθραυστη. Η ανάπτυξη βασίζεται πλέον κυρίως στην πολεμική οικονομία, στις κρατικές δαπάνες και στη στρατιωτική βιομηχανία. Η ίδια η ρωσική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις ανάπτυξης για το 2026 λόγω των πιέσεων από τον πληθωρισμό, τα υψηλά επιτόκια και τις δυτικές κυρώσεις. Αυτό δείχνει ότι η οικονομία δεν λειτουργεί πλέον ως μηχανισμός εκσυγχρονισμού αλλά ως εργαλείο διαχείρισης ενός παρατεταμένου πολέμου φθοράς.

Παράλληλα, η ίδια η ρωσική ελίτ βρίσκεται σε κατάσταση αυξανόμενης ανασφάλειας. Για δεκαετίες, το ρωσικό σύστημα λειτουργούσε μέσα από μια ιδιότυπη συμφωνία: πολιτική πίστη στο Κρεμλίνο με αντάλλαγμα οικονομική προστασία στη Δύση. Οι ρωσικές ελίτ διατηρούσαν τα κεφάλαιά τους σε ευρωπαϊκές τράπεζες, χρησιμοποιούσαν βρετανικά δικαστήρια και επένδυαν στο δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μετά τη γεωπολιτική ρήξη, αυτό το μοντέλο κατέρρευσε.

Σήμερα, η ιδιοκτησία και η οικονομική επιβίωση εξαρτώνται όλο και περισσότερο από την προσωπική σχέση με το Κρεμλίνο. Η αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων υπέρ κρατικών ή φιλοπουτινικών δικτύων θυμίζει περισσότερο φεουδαρχική δομή εξουσίας παρά σύγχρονο κρατικό καπιταλισμό. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η μεγάλη αδυναμία του συστήματος: όταν δεν υπάρχουν ισχυροί θεσμοί αλλά μόνο προσωπικές εξαρτήσεις, κάθε μελλοντική διαδοχή μετατρέπεται σε πιθανή σύγκρουση των ίδιων των ελίτ.

Το βαθύτερο όμως πρόβλημα της σημερινής Ρωσίας δεν είναι μόνο οικονομικό ή πολιτικό. Είναι υπαρξιακό και γεωπολιτικό. Για τρεις αιώνες, η Ρωσία όριζε τον εαυτό της σε σχέση με τη Δύση — είτε ως αντίπαλος, είτε ως μιμητής, είτε ως αυτοκρατορικός ανταγωνιστής. Ο Πούτιν επιχείρησε να οικοδομήσει μια νέα ρωσική ταυτότητα μέσα από την αντιπαράθεση με τη Δύση. Όμως τελικά δημιούργησε μια χώρα που αποκόπηκε από το ευρωπαϊκό της πεδίο χωρίς να αποκτήσει νέο ιστορικό προσανατολισμό.

Η Ευρώπη απεξαρτήθηκε ενεργειακά από τη Ρωσία, η διεθνής επιρροή της Μόσχας περιορίστηκε και η εικόνα της «παγκόσμιας δύναμης» στηρίζεται πλέον κυρίως στη στρατιωτική ισχύ και στον πυρηνικό εκβιασμό. Παράλληλα, το Κρεμλίνο εντείνει τη λογοκρισία, τους περιορισμούς στο διαδίκτυο και τον έλεγχο της πληροφορίας, ακριβώς επειδή αδυνατεί να παράγει πολιτικό όραμα για το μέλλον.

Η κρίση του πουτινικού αυταρχικού συστήματος δεν είναι ακόμη σε κρίση κατάρρευσης. Είναι κρίση μελλοντικής και μάλλον άμεσης κατάρρευσης. Και τα αυταρχικά καθεστώτα συνήθως δεν καταρρέουν όταν χάνουν απλώς την ισχύ τους· καταρρέουν όταν χάνουν την ικανότητα να πείθουν ότι διαθέτουν ιστορικό προορισμό.