Κοσμος

Η θανάσιμη υπενθύμιση της επιστροφής του Ισλαμικού Κράτους

Το ISIS παραμένει απειλή για όλους όπως καταδεικνύει η επίθεση στο θέατρο της Μόσχας

A.V. Team
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

ISIS: Το αιματοκύλισμα στο θέατρο της Μόσχας κατέδειξε ότι το Ισλαμικό Κράτος εξακολουθεί να είναι σοβαρή απειλή για (σχεδόν) όλους στον πλανήτη

Η επίθεση του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ) στον συναυλιακό χώρο Crocus στη Μόσχα στις 22 Μαρτίου έφερε στη μνήμη εικόνες από το παρελθόν. Ένοπλοι εισέβαλαν συντονισμένα στο μουσικό θέατρο και σκότωσαν αδιακρίτως 139 ανθρώπους. Τις ημέρες που ακολούθησαν, το ΙΚ ανέλαβε επίσημα την ευθύνη για τις επιθέσεις, λέγοντας ότι είχε στοχεύσει σκόπιμα μια συγκέντρωση χριστιανών. Η επίθεση στη Μόσχα έρχεται μόλις δύο μήνες αφότου ένας άλλος πυρήνας του ΙΚ εξαπέλυσε επίθεση μέσα σε εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη με στόχο πιστούς κατά την κυριακάτικη λειτουργία.

Ισλαμικό Κράτος: «Φαινομενικά είχε ηττηθεί»

Το ΙΚ είχε φαινομενικά ηττηθεί τον Μάρτιο του 2019, μετά την κατάρρευση του τελευταίου οχυρού του στη συριακή πόλη Μπαγκούζ. Εκείνη την εποχή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ έγραφε στο Twitter: «Νικήσαμε το Χαλιφάτο του ISIS. Κάναμε τη δουλειά μας τέλεια!». Τα παγκόσμια γεγονότα προχώρησαν γρήγορα με την έναρξη του Covid-19, την εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία, τις αυξημένες εντάσεις με την Κίνα για το Χονγκ Κονγκ, την Ταϊβάν και την κατασκοπεία στον κυβερνοχώρο, τον πόλεμο στη Γάζα - μαζί με μια κρίση κόστους ζωής.

Σε αυτό το πλαίσιο ήταν εύκολο να πιστέψει κανείς ότι η απειλή που αποτελούσε το ΙΚ είχε σε μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί. Ο Άαρον Ζέλιν, ερευνητής στο Ινστιτούτο της Ουάσινγκτον, διαχειρίζεται έναν χάρτη που παρακολουθεί το παγκόσμιο αποτύπωμα του ΙΚ. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η τρομοκρατική οργάνωση έχει αναλάβει την ευθύνη για 5.273 επιθέσεις από το 2019 εκτός Συρίας και Ιράκ. Αν και η πλειονότητα των επιθέσεών της έχει επικεντρωθεί στην Αφρική, ακολουθούμενη από το Αφγανιστάν, οι πιο θανατηφόρες πραγματοποιήθηκαν φέτος στο Ιράν, την Τουρκία και τη Ρωσία.

Η επιστροφή του Ισλαμικού Κράτους 

Η πρώτη επίθεση έλαβε χώρα στις 3 Ιανουαρίου στην πόλη Κερμάν, που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό Ιράν, όπου δύο βομβιστές αυτοκτονίας χτύπησαν σε μια επιμνημόσυνη δέηση για έναν στρατηγό της επαναστατικής φρουράς που δολοφονήθηκε το 2020. Η επίθεση στο Κέρμαν είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθούν 94 άνθρωποι και να τραυματιστούν 284.

Ένοπλοι που συνδέονται με το ΙΚ εισέβαλαν σε μια καθολική εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 28 Ιανουαρίου, σκοτώνοντας έναν άνθρωπο και τραυματίζοντας άλλους κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.

Και οι τρεις μεγάλες επιθέσεις φέτος πιστεύεται ότι συνδέονται με το Ισλαμικό Κράτος-Χορασάν (ή ΙSIS-Κ), την αφγανική «θυγατρική» της οργάνωσης, η οποία έχει αυξήσει τη δύναμή της και την προβολή της μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν τον Αύγουστο του 2021. Το Χορασάν είναι περσικό όνομα για μια αρχαία περιοχή που εκτείνεται στο βορειοανατολικό Ιράν, στα βόρεια τμήματα του Αφγανιστάν και στα νότια τμήματα των τεσσάρων κρατών της Κεντρικής Ασίας που βρίσκονται πάνω από τις δύο χώρες: Τουρκμενιστάν, Ουζμπεκιστάν, Κιργιστάν και Τατζικιστάν.

Η οργάνωση σύμφωνα με τον ΟΗΕ, αριθμεί σήμερα περίπου 4.000-6.000 μέλη συνολικά. Αντίθετα, η Αλ Κάιντα πιστεύεται ότι έχει μόλις 2.000 μέλη, εκ των οποίων μόνο περίπου 400 θα μπορούσαν να θεωρηθούν μαχητές.

©EPA/GIULIO DI MAURO

Η εξουδετέρωση της Αλ Κάιντα και το «χτίσιμο» του ISIS

Πρόκειται για σκηνικό που έχουμε δει στο παρελθόν. Η ηγεσία της Αλ Κάιντα στο Ιράκ υπέστη σημαντικό πλήγμα τον Απρίλιο του 2010, όταν ο ηγέτης της οργάνωσης, Αμπού Ομάρ αλ Μπαγκντάντι, και ο στρατιωτικός διοικητής του, Αμπού Αϊγιούμπ αλ Μάσρι, σκοτώθηκαν σε κοινή στρατιωτική επιχείρηση. Τότε, ο στρατηγός Ρέι Οντιέρνο διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ, δήλωσε: «Ο θάνατος αυτών των τρομοκρατών είναι ενδεχομένως το σημαντικότερο πλήγμα στην Αλ Κάιντα στο Ιράκ από την αρχή της εξέγερσης».

Ένα χρόνο αργότερα, στις 2 Μαΐου 2011, οι ειδικές δυνάμεις των ΗΠΑ σκότωσαν τον Οσάμα μπιν Λάντεν στο Πακιστάν, λίγο μετά την έξοδο εκατομμυρίων διαδηλωτών στους δρόμους της Βόρειας Αφρικής με αποτέλεσμα την ανατροπή του Ζιν Ελ Αμπιντίν Μπεν Αλί της Τυνησίας και του Χόσνι Μουμπάρακ της Αιγύπτου. Δεδομένων αυτών των σεισμικών μετατοπίσεων, ήταν εύκολο να υποθέσει κανείς ότι η Αλ Κάιντα είχε ηττηθεί.

«Μετά από χρόνια πολέμου κατά της Αλ Κάιντα και των θυγατρικών της, καταφέραμε ένα τεράστιο πλήγμα», δήλωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα στις 19 Μαΐου 2011, σε ομιλία του σχετικά με την πολιτική των ΗΠΑ εν μέσω των εξεγέρσεων της Αραβικής Άνοιξης.

Σε αυτό το πλαίσιο, λίγη προσοχή δόθηκε στον διάδοχο του Αμπού Ομάρ, έναν άγνωστο τότε αλλά φιλόδοξο τζιχαντιστή ονόματι Αμπού Μπακρ αλ Μπαγκντάντι. Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ο Μπαγκντάντι άρχισε να χτίζει το ΙΚ, μια άκρως αδίστακτη οργάνωση που μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια θα διέλυε τα σύνορα μεταξύ Συρίας και Ιράκ, θα κινητοποιούσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο για τον σκοπό της και έστηνε ένα σκηνικό τρόμου τόσο βάναυσο που ακόμη και η Αλ Κάιντα θα ανατρίχιαζε μπροστά του.

© EPA/MOHAMMED SABER

Ο πόλεμος στην Γάζα ενίσχυσε την απειλή κατά της Δύσης

Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου, το ΙΚ επιδίωξε να επιστρέψει με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, καλώντας σε επιθέσεις όχι μόνο κατά του Ισραήλ, αλλά και γενικότερα κατά των Εβραίων και όσων θεωρούνται ότι τους υποστηρίζουν. Ενώ το ΙΚ έχει παραδοσιακά καταδικάσει τη Χαμάς επειδή δεν υιοθετεί μια δογματική προσέγγιση για το παγκόσμιο τζιχάντ (η Χαμάς θεωρείται πρωτίστως εθνικιστικό κίνημα), η οργάνωση έχει ωστόσο συσπειρωθεί πίσω από την ευρύτερη έννοια της παλαιστινιακής υπόθεσης και, ειδικότερα για το καθεστώς του τζαμιού αλ Άκσα στην Ιερουσαλήμ, του τρίτου ιερότερου τόπου του Ισλάμ.

Από τη σκοπιά των τζιχαντιστών, οι τελευταίοι έξι μήνες ήταν σαν επιστροφή στο μέλlον. Ο πόλεμος μαίνεται και πάλι στη Μέση Ανατολή και αραβικές πόλεις έχουν μετατραπεί σε ερείπια και αποκαΐδια. Οι επιθέσεις του ΙΚ επανέρχονται επίσης με μεγαλύτερη συχνότητα και ισχύ από ό,τι στο παρελθόν, και οι αξιωματούχοι ασφαλείας της Δύσης προειδοποιούν τους πολίτες τους να είναι όλο και πιο προσεκτικοί απέναντι στην απειλή μιας επικείμενης επίθεσης.

Πράγματι, η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου προειδοποίησε τον Ιανουάριο ότι βιώνει μια «άνευ προηγουμένου» αύξηση της τρομοκρατικής απειλής που προκύπτει από τα γεγονότα στη Γάζα. «Είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς έναν πιο ασταθή, επικίνδυνο και αβέβαιο κόσμο», δήλωσε στις 20 Ιανουαρίου ο υποδιοικητής της Met. Μετά την επίθεση στη Μόσχα, οι Γάλλοι αξιωματούχοι αύξησαν επίσης τον συναγερμό τρομοκρατικής απειλής της χώρας στο υψηλότερο επίπεδο.

Αυτό που διακρίνει το παγκόσμιο τζιχαντιστικό κίνημα είναι η ανθεκτικότητα και η έλλειψη συναισθηματισμού. Εκεί που άλλες ομάδες μπορεί να αποδεχθούν την ήττα ή να κρίνουν το κόστος υπερβολικά υψηλό, οι τζιχαντιστικές οργανώσεις εμφορούνται από τη χιλιαστική μανία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για παράλογους ή ιδιόρρυθμους δρώντες.

Όλα τα στοιχεία δείχνουν ακριβώς το αντίθετο: ότι είναι προσεκτικοί και μελετημένοι, αλλά λειτουργούν σύμφωνα με ένα εντελώς διαφορετικό σύνολο μετρήσεων, συμπεριλαμβανομένων ιδεών - όπως η πίστη στη θεία απόφαση, τον προορισμό και το μαρτύριο - τις οποίες οι δυτικοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι παρατηρητές συχνά αδυνατούν να εκτιμήσουν.

Με πληροφορίες από New Statesman

Διαβάστε επίσης:
Σε κατάσταση συναγερμού η Δύση: Η ισλαμική τρομοκρατία και πάλι στο προσκήνιο

Τι ισχύει τελικά με το ISIS στην Τουρκία και τι λέει ο Ερντογάν;