Κοσμος

60 χρόνια από την Κρίση των Πυραύλων

Καθώς λαμβάνονται αποφάσεις με τις παλιές γνωστικές πλάνες, η σημερινή γεωπολιτική κατάσταση θυμίζει μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές του Ψυχρού Πολέμου

soti-triantafyllou.jpg
Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 843
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Κουβανοί στρατιώτες δίπλα σε ένα αντιαεροπορικό πυροβολικό στην προκυμαία της Αβάνας ως απάντηση στην προειδοποίηση για εισβολή από τις ΗΠΑ
Κουβανοί στρατιώτες δίπλα σε ένα αντιαεροπορικό πυροβολικό στην προκυμαία της Αβάνας ως απάντηση στην προειδοποίηση για εισβολή από τις ΗΠΑ © Getty Images

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική, οι λανθασμένες αποφάσεις και η Κρίση των πυραύλων της Κούβας.

Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι οι αποτυχίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από το 1953 οφείλονται σε λανθασμένες αποφάσεις που ελήφθησαν με γνωστικές πλάνες και ψευδαισθήσεις. Νομίζω ότι όσα συμβαίνουν σήμερα είναι, εν μέρει, αποτέλεσμα παρόμοιων ψευδαισθήσεων στις οποίες έχει προστεθεί ή έχει αφαιρεθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός λογικής. Αυτή η γεωπολιτική στιγμή θυμίζει μια φάση του Ψυχρού Πολέμου κατά την οποία λίγο έλειψε να γίνουν όλα στάχτη και μπούρμπερη: δεκατρείς ημέρες τον Οκτώβριο του 1962.

Η πρώτη πλάνη είναι η ομαδική σκέψη: το ότι στην αίθουσα λήψης των αποφάσεων πολλοί, αν όχι όλοι, κουνάνε το κεφάλι τους είτε επειδή συμφωνούν –πόσο δίκιο έχετε κύριε πρόεδρε!– είτε επειδή δεν έχουν ιδέα για το πρόβλημα που συζητείται, είτε επειδή δεν θέλουν να θεωρηθούν πνεύμα αντιλογίας και να έρθουν σε σύγκρουση με τους υπολοίπους. Είτε όλα αυτά μαζί: μετρώνται στα δάχτυλα του ενός χεριού τα μέλη της αμερικανικής ηγεσίας που είχαν, κατά καιρούς, απόλυτη σιγουριά για τη διαφορετική τους γνώμη και πίστευαν ότι οι άλλοι ήταν ηλίθιοι ή είχαν απόλυτο άδικο. Οι περισσότεροι σιωπούσαν: συνήθως επιβάλλεται όποιος θεωρείται και όποιος παριστάνει τον σοφότερο επί του θέματος. Οι υπόλοιποι, είτε είναι έξυπνοι, είτε είναι κουτοί, παίρνουν λανθασμένες αποφάσεις επειδή ο καθένας προσαρμόζει τη γνώμη του στην υποτιθέμενη ομοφωνία. Έτσι λαμβάνονται αποφάσεις που, σε φυσιολογικές συνθήκες, κάθε μεμονωμένο μέλος της ομάδας θα είχε απορρίψει.

Ένα παράδειγμα ομαδικής σκέψης ήταν το σχέδιο εισβολής στην Κούβα, μόλις ένα χρόνο μετά την κουβανική επανάσταση. Τον Μάρτιο του 1960 οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες άρχισαν να κινητοποιούν Κουβανούς αντικομμουνιστές που είχαν καταφύγει στις ΗΠΑ προκειμένου να ηγηθούν εκστρατείας εναντίον του καθεστώτος του Φιντέλ Κάστρο: πίστευαν ότι ο Κάστρο είχε επιβληθεί πραξικοπηματικά κι ότι οι περισσότεροι Κουβανοί θα ευγνωμονούσαν την αμερικανική κυβέρνηση για την ανατροπή του. Τον Ιανουάριο του 1961, δύο μέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του JFK, οι μυστικές υπηρεσίες ενημέρωσαν τον πρόεδρο για το σχέδιο αυτής της δήθεν ηρωικής μεσσιανικής εισβολής: η τελική απόφαση ελήφθη στον Λευκό Οίκο τον Απρίλιο του 1961· ο JFK και όλοι –όλοι– οι σύμβουλοί του συμφώνησαν. Έτσι, στις 17 Απριλίου εκείνης της χρονιάς μια ταξιαρχία 1.400 εξόριστων Κουβανών προσπάθησε να αποβιβαστεί στον Κόλπο των Χοίρων, στη νότια ακτή της Κούβας, με τη στήριξη του αμερικανικού ναυτικού, της αμερικανικής αεροπορίας και της CIA, με σκοπό να ανατρέψουν το καθεστώς του Φιντέλ Κάστρο. Τίποτα δεν πήγε όπως είχε προβλεφθεί: η κουβανική αεροπορία βύθισε δύο αμερικανικά πλοία και άλλα δύο έκαναν μεταβολή και τράπηκαν σε φυγή. Την επομένη, ο κουβανικός στρατός περικύκλωσε τους εισβολείς και την τρίτη ημέρα αιχμαλώτισε τους 1.200 επιζώντες. Η απόπειρα απόβασης στον Κόλπο των Χοίρων ήταν μια παταγώδης αποτυχία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής – αλλά, πιο εκπληκτικό από το φιάσκο ήταν ότι η αμερικανική ηγεσία έλαβε μια εντελώς τρελή απόφαση στην οποία επέμεινε επί χρόνια. Όλες οι υποθέσεις που συνηγορούσαν υπέρ της εισβολής ήταν λανθασμένες – όχι μόνο αν τις κρίνουμε εκ των υστέρων: εκτός του ότι η CIA έβλεπε, με ένα είδος tunnel vision, μόνο τους αντιφρονούντες και όχι τον ευρύτερο κουβανικό πληθυσμό ο οποίος στήριζε τον Κάστρο και την ομάδα του,  η αμερικανική ηγεσία υποτίμησε τις εναέριες κουβανικές δυνάμεις· πίστευε ότι σε περίπτωση ανάγκης η ταξιαρχία των εξόριστων Κουβανών μπορούσε να κρυφτεί στα όρη Εσκαμπρέ κι από εκεί να κάνει ανταρτοπόλεμο εναντίον του Κάστρο. Αρκούσε να ρίξουν οι Αμερικανοί μια ματιά στον γεωγραφικό χάρτη της Κούβας για να διαπιστώσουν ότι αυτό το καταφύγιο απείχε 150 χιλιόμετρα από τον Κόλπο των Χοίρων και ότι μεσολαβούσε αδιάβατη ελώδης περιοχή. Αναρωτιέται κανείς πώς ο JFK και οι σύμβουλοί του από τον Ιανουάριο μέχρι τον Απρίλιο του 1961 επέμεναν σε μια τέτοια βλακεία.

Το χρονικό της επιχείρησης είχε συνοπτικά ως εξής: η CIA στρατολόγησε Κουβανούς αντικαθεστωτικούς από τον πληθυσμό των μεταναστών στο Μαϊάμι, κυρίως από τη συνοικία «Μικρή Αβάνα» συγκεντρώνοντας περίπου 1.400 παραστρατιωτικούς, χωρισμένους σε πέντε τάγματα πεζικού και ένα τάγμα αλεξιπτωτιστών. Το αμερικανικό σχέδιο στη φάση αυτή προέβλεπε απόβαση των Κουβανών αντιπάλων του Κάστρο σε ένα απομακρυσμένο σημείο του νησιού, δημιουργία προγεφυρώματος και ανακήρυξη «κυβέρνησης» αντικαστρικών, η οποία, με τη διπλωματική στήριξη των ΗΠΑ και την προσδοκώμενη συσπείρωση ενός μεγάλου του πληθυσμού, θα ανάγκαζε την κυβέρνηση του Κάστρο σε παραίτηση. Οι ΗΠΑ επετέθησαν μια ωραία πρωία του Απριλίου με οκτώ βομβαρδιστικά αεροσκάφη B-26 τα οποία έφεραν διακριτικά της κουβανικής αεροπορίας, ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι επρόκειτο για Κουβανούς πιλότους που είχαν αυτομολήσει. Με λίγα λόγια, οι Αμερικανοί έπαιρναν τους Κουβανούς και ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα για χαζούς. Εν πάση περιπτώσει, τη νύχτα της 16ης Απριλίου, δυνάμεις εισβολής αποβιβάστηκαν στη παραλία Χιρόν στον Κόλπο των Χοίρων και αρχικά υπερίσχυσαν μιας τοπικής επαναστατικής πολιτοφυλακής, αλλά στη συνέχεια ο κουβανικός στρατός αντεπιτέθηκε και η κουβανική αεροπορία βύθισε τα μεταγωγικά πλοία που αποπειράθηκαν να φέρουν ενισχύσεις. Στις 20 Απριλίου, οι εισβολείς παραδόθηκαν και οι περισσότεροι από αυτούς, αφότου ανακρίθηκαν δημοσίως, στάλθηκαν πίσω στις ΗΠΑ. Η παραστρατιωτική μονάδα, η Ταξιαρχία 2506, με την υποστήριξη της CIA που ανέλαβε την επιχείρηση ήταν ένα μάτσο χοντροκέφαλοι. Αν και η CIA πίστευε ότι η κουβανική επανάσταση ήταν σοβιετικό πραξικόπημα, η ΕΣΣΔ δεν είχε παίξει ρόλο στο κουβανικό αντάρτικο που είχε ανατρέψει τη δικτατορία του Fulgencio Batista Zaldίvar. Εξάλλου αν και στο νησί υπήρχαν πολλοί αντιφρονούντες φιλο-αμερικανοί, ο γενικός πληθυσμός είχε μεγάλες προσδοκίες από την ομάδα Κάστρο-Τσε Γκεβάρα. Έτσι, η αμερικανική δύναμη εισβολής, που ξεκίνησε από τη Γουατεμάλα –όπου οι ΗΠΑ είχαν στήσει κυβέρνηση-μαριονέτα– ηττήθηκε εντός τριών ημερών από τις κουβανικές ένοπλες δυνάμεις. Η κυβέρνηση του Κάστρο θριάμβευσε αποκτώντας ηθικό πλεονέκτημα και αποφασίζοντας κάτι που ως τότε δεν είχε αποφασίσει: να υιοθετήσει το σοσιαλιστικό σύστημα και να ενισχύσει τους δεσμούς του με τη Σοβιετική Ένωση. Δύο εβδομάδες μετά την εισβολή, την Πρωτομαγιά, ο Κάστρο χαρακτήρισε σε μακροσκελή ομιλία του την Κούβα «την πρώτη λαοκρατική σοσιαλιστική δημοκρατία της Λατινικής Αμερικής», ενώ την 1η Δεκεμβρίου του 1961 δήλωσε: «Είμαι μαρξιστής-λενινιστής και θα είμαι μαρξιστής-λενινιστής μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής μου». Φοβάμαι ότι τον κράτησε τον λόγο του.

Πράγματι, μετά το 1959, η αριστερή κυβέρνηση του Κάστρο έκοψε τους ισχυρούς δεσμούς της χώρας του με τις ΗΠΑ, απαλλοτριώνοντας τα αμερικανικά οικονομικά περιουσιακά στοιχεία και αναπτύσσοντας δεσμούς με τη Σοβιετική Ένωση. Όμως αυτό συνέβη με σαφήνεια όταν φάνηκε ότι οι Αμερικανοί είχαν επιθετικά σχέδια σαν εκείνα που είχαν εφαρμόσει στη Γουατεμάλα. Ο Αϊζενχάουερ διέθεσε στη CIA 13,1 εκατομμύρια δολάρια για να σχεδιάσει την ανατροπή του Κάστρο και η CIA οργάνωσε την εν λόγω αλλοπρόσαλλη επιχείρηση την οποία τελικά εκτέλεσε η προεδρία του JFK. Όσο για τον JFK, ο οποίος κληρονόμησε την ανησυχία του Αϊζενχάουερ για τις εξελίξεις στην Κούβα, έπρεπε να κάνει επίδειξη στρατιωτικής και γενικότερο ψυχροπολεμικής hard power προκειμένου να διαλύσει τις υποψίες ότι ήταν επικίνδυνος αριστερός.

Αναφέρω τα γεγονότα στον Κόλπο των Χοίρων για να τονίσω ότι οι αμερικανικές ιδεολογίες παίζουν δευτερεύοντα ρόλο στην εξωτερική πολιτική η οποία έχει το δικό της, σχεδόν ανεξάρτητο momentum. Αυτό που αλλάζει την εξωτερική πολιτική είναι περισσότερο ο χρόνος, οι διεθνείς συνθήκες, και λιγότερα τα ιδεολογικά και κομματικά οράματα των αμερικανικών διοικήσεων. Ιδιαίτερα στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, οι προεδρίες, ανεξαρτήτως ιδεολογιών, θεωρούσαν καθήκον τους να επιδεικνύουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τον αντικομμουνισμό τους μολονότι ο αντικομμουνισμός δεν ήταν πάντοτε καλός σύμβουλος. Αργότερα, ο ίδιος ο Κάστρο, στην εισήγησή του στο 1ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας, εξηγούσε, ούτε λίγο, ούτε πολύ, πώς η αμερικανική συμπεριφορά τον είχε κάνει σοβιετόφιλο κομμουνιστή: «Στις 16 Απριλίου του 1961, στο δυναμικό τοπίο με τα όπλα που βροντούσαν και τις σφιγμένες γροθιές, τη στιγμή που κηδεύαμε τα θύματα των μισθοφορικών βομβαρδισμών, ο εργαζόμενος λαός μπόρεσε να διακηρύξει με ηρωική αποφασιστικότητα ότι η Επανάσταση γινόταν σοσιαλιστική […] Η Ουάσιγκτον […] μας οδήγησε στην απόφαση να υπογράψουμε την κουβανο-σοβιετική συμφωνία για εγκατάσταση στο έδαφός μας πυρηνικών όπλων που αργότερα δημιούργησαν την κρίση του Οκτώβρη του 1962».

Η στρατηγική συμμαχία της Κούβας με τη Σοβιετική Ένωση οδήγησε στα γεγονότα της Κρίσης των πυραύλων, διότι η Σοβιετική Ένωση αποφάσισε να εγκαταστήσει πυρηνική βάση στο νησί. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κρίση των πυραύλων οφείλεται εκατό τοις εκατό στην αλλοπρόσαλλη πολιτική των ΗΠΑ: για να είμαστε δίκαιοι, για τα γεγονότα του Κόλπου των Χοίρων ευθύνονται οι ΗΠΑ και για την κρίση των πυραύλων ευθύνεται η Σοβιετική Ένωση – η οποία, με μια παρόμοια έκλειψη της λογικής, φαντάστηκε ότι μπορούσε να εγκαταστήσει βαλλιστικούς πυραύλους σε απόσταση 166 χιλιομέτρων από το Μαϊάμι. Η σοβιετική ενέργεια ήταν απάντηση στην εγκατάσταση αμερικανικών πυρηνικών πυραύλων στο έδαφος της Βρετανίας, της Ιταλίας και της Τουρκίας, αλλά είχε γίνει στη ζούλα: η «κρίση» ξεκίνησε όταν ένα αμερικανικό κατασκοπευτικό αεροσκάφος U2, φωτογράφισε την Κούβα αποκαλύπτοντας βάσεις εκτόξευσης πυραύλων, με αποτέλεσμα συναγερμό στο Πεντάγωνο και στον Λευκό Οίκο. Σε διάγγελμά του ο JFK έκανε λόγο για κίνδυνο παγκόσμιου πυρηνικού πολέμου και ανακοίνωσε τον ναυτικό αποκλεισμό της Κούβας· οι αμερικανικές δυνάμεις θα προχωρούσαν σε κατάσχεση των όπλων που θα επιχειρούσαν να παραδώσουν τα σοβιετικά σκάφη στην Κούβα. Ο Νικίτα Χρουστσόφ απάντησε με μάλλον επιθετικό τρόπο αναφερόμενος σε παραβίαση του διεθνούς δικαίου (σε ποιο θέμα ακριβώς δεν καταλάβαμε), ανταποδίδοντας τις προειδοποιήσεις και τις απειλές, και ζητώντας από την αμερικανική ηγεσία να αποχωρήσει – κάτι που συνέβη 13 μέρες αργότερα με παρέμβαση του ΟΗΕ. Ο JFK δεσμεύτηκε πως οι ΗΠΑ δεν θα εισέβαλλαν στην Κούβα και πήγαμε όλοι στο σπίτι μας.

Αλλά οι Σοβιετικοί, αν και υπερτίμησαν τη δύναμη της επιρροής τους, δεν είχαν εντελώς άδικο: οι ΗΠΑ, μετά την αποτυχία τους στην απόπειρα εισβολής στον Κόλπο των Χοίρων το 1961, απεργάζονταν καινούργια σχέδια εισβολής στην Κούβα (την «Operation Moongoose»), για τα οποία βεβαίως είχε ενημερωθεί η Μόσχα. Εκείνη την εποχή, το Πεντάγωνο διοργάνωνε αλλεπάλληλες στρατιωτικές ασκήσεις στην Καραϊβική με σκοπό την εισβολή σε νησιά: οι Αμερικανοί συνέχιζαν να πιστεύουν ότι έτσι θα εκφόβιζαν το κουβανικό καθεστώς (μπου!) ώστε να υποχρεωθεί να κάνει υποχωρήσεις. Τελικά, το μόνο που κατάφεραν ήταν να παροξύνουν τον κουβανικό, λατινοαμερικανικό και παγκόσμιο αντι-αμερικανισμό.

Η Κρίση των Πυραύλων τον Οκτώβριο του 1962 δείχνει πώς η αριστερή πολιτική στο εσωτερικό των ΗΠΑ μπορεί να συνδυαστεί με επίδειξη ισχύος στο εξωτερικό προκειμένου οι liberals να περάσουν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις χωρίς κατηγορίες περί εθνικής προδοσίας. Ο JFK και ο Λύντον Τζόνσον, από τους πιο δραστήριους liberal προέδρους στην αμερικανική ιστορία, κλιμάκωσαν την αμερικανική επέμβαση στο Βιετνάμ και εξουσιοδότησαν επιχειρήσεις της CIA που δεν είχαν πάντοτε καλά αποτελέσματα ούτε για την εικόνα των ΗΠΑ στο εξωτερικό, ούτε για τα ίδια τα οικονομικά και στρατηγικά τους συμφέροντα. Αντιθέτως, ο Ρεπουμπλικανός Ρίτσαρντ Νίξον, κατανοώντας τη διεθνή συγκυρία και ακούγοντας τις φωνές της λογικής, απέσυρε τις αμερικανικές δυνάμεις από το Βιετνάμ και εφάρμοσε πολιτική ανοίγματος στην Κίνα. Θέλω να πω ότι, συνήθως, η «ιδεολογία» της εσωτερικής πολιτικής διαφέρει από εκείνη της εξωτερικής.           

Το 1962 η λογική πρυτάνευσε και ο πυρηνικός πόλεμος απεφεύχθη, αν και γύρω από τον JFK υπήρχαν σκληροπυρηνικοί που δεν θα δίσταζαν να βάλουν φουρνέλο στον κόσμο. Σκληροπυρηνικός είχε γίνει στο μεταξύ και ο Φιντέλ Κάστρο ο οποίος φαινόταν αποφασισμένος να μην υποκύψει ακόμη κι αν η Κούβα τιναζόταν στον αέρα. Όσο για τον Χρουστσόφ, αν και κάθε μέρα που περνούσε εκείνο τον Οκτώβριο έδειχνε διαφορετικό πρόσωπο, στο τέλος πρότεινε συμβιβασμό. Εξήντα χρόνια αργότερα, αυτά τα γεγονότα –και πολλά άλλα που μεσολάβησαν– αποκαλύπτουν, εκτός από την πλάνη της ομαδικής σκέψης που προανέφερα, μια σειρά αμερικανικές πεποιθήσεις οι οποίες διαιωνίζονται αν και έχουν διαψευστεί στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής: υπερβολική αυτοπεποίθηση και αίσθημα παντοδυναμίας. Προστίθενται οι  πλάνες της λογικής, ανάμεσα στις οποίες είναι η πλάνη  της ομαδικής σκέψης που ανέφερα και η πλάνη του κόστους που σημειώνω τώρα: σε πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις οι ΗΠΑ συμπεριφέρονται όπως όταν πηγαίνουμε στον κινηματογράφο και, παρότι η ταινία είναι απαίσια, καθόμαστε να τη δούμε μέχρι το τέλος επειδή πληρώσαμε 12 ευρώ για το εισιτήριο. 

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ