Eurovoices

Τα 40 χρόνια της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η σχέση της Ελλάδας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς μέσα από το βιβλίο «Ελλάδα - Ευρωπαϊκή Ένωση: Μια σχέση "μέσα από σαράντα κύματα", 1981-2021»

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ελλάδα - Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια σχέση «μέσα από σαράντα κύματα» 1981-2021: Παρουσίαση του συλλογικού έργου που κυκλοφορεί από τις εκδ. Πεδίο.

Το 2021 συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, η οποία εξελίχθηκε στη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Ο Στάθης Ν. Καλύβας, στο βιβλίο του «Καταστροφές και Θρίαμβοι - Οι 7 κύκλοι της σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας» (εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2015), ορθά θεωρεί ότι το γεγονός αυτό υπήρξε ορόσημο στην πορεία της Ελλάδας στον σύγχρονο κόσμο, κυρίως λόγω των εξαιρετικά σημαντικών πολιτικών συνεπειών που είχε η ένταξη. Πρόκειται, επομένως, μάλλον για έναν θρίαμβο, αν λάβει κανείς υπ’ όψιν την κατάσταση της Ελλάδας στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Από την άλλη, για να είμαστε ειλικρινείς, υπήρξαν και αρνητικές επιπτώσεις για τη χώρα μας από την ένταξη, με κυριότερη «την υποχώρηση της βιομηχανικής της ανταγωνιστικότητας και τελικά την αποβιομηχάνισή της» (σελ. 191). Αλλά και η ΕΟΚ κέρδισε κάτι από αυτή την εξέλιξη, το οποίο συχνά παραγνωρίζουμε: καθώς η Ελλάδα υπήρξε η πρώτη χώρα της περιφέρειας του ευρωπαϊκού νότου  που έγινε μέλος της ΕΟΚ, η είσοδός της «υπήρξε ο προπομπός της ακόμη πιο φιλόδοξης διεύρυνσης της ΕΕ προς την Ανατολή» (σελ. 188-189). Επιπλέον, δίνοντας «το πράσινο φως στο αίτημα ένταξης της Ελλάδας, η ΕΟΚ μπήκε σε μια νέα τροχιά, που την οδήγησε από την κοινή οικονομική αγορά μερικών ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών σε ένα εν δυνάμει ομόσπονδο κράτος που κάλυπτε όλη σχεδόν την ευρωπαϊκή ήπειρο» (σελ. 189-190).

Αν, όμως, τα παραπάνω συνιστούν την τελική αποτίμηση, από έναν σπουδαίο πολιτικό επιστήμονα της ελληνικής διασποράς, της μεγάλης προσπάθειας για ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, με ηγέτη και εμπνευστή τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και αρχιμάστορα στον τομέα της οικονομίας τον δυστυχώς «λησμονημένο» σήμερα Παναγή Παπαληγούρα, είναι επίσης αλήθεια ότι στη συνέχεια η σχέση της Ελλάδας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς γνώρισε κρίσιμες –και πρόσφατα, μάλιστα, πολύ επικίνδυνες για τη χώρα μας- διακυμάνσεις. Είναι, λοιπόν, απολύτως εύστοχος, καθότι ακριβής και όχι εξωραϊστικός της πραγματικότητας, ο ακόλουθος τίτλος ενός εξαιρετικού συλλογικού έργου που μόλις εκδόθηκε, σε επιμέλεια των εκλεκτών συναδέλφων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αργύρη Γ. Πασσά, Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου και Μαριλένας Κοππά: Ελλάδα - Ευρωπαϊκή Ένωση: Μια σχέση «μέσα από σαράντα κύματα, 1981-2021 (Πεδίο, 2021). Τον τόμο κοσμεί πρόλογος του Jean-Claude Juncker.

Θαυμάζω όσους γνωρίζουν τα θέματα της ειδικότητάς τους στις λεπτομέρειές τους. Χωρίς να παραγνωρίζω τη σημασία των μεγάλων ιδεών και των υψιπετών θεωρητικών συλλήψεων –αλήθεια πόσο συχνά ακόμη και ιδιοφυείς άνθρωποι έχουν τέτοιες, ή πόσο συχνά εντέλει τις χρειαζόμαστε, ειδικά σε συνθήκες κανονικότητας (;)-, είναι γεγονός ότι ο «διάβολος (διάβαζε: o κίνδυνος αποτυχίας) κρύβεται στις λεπτομέρειες» οποιουδήποτε εγχειρήματος, όπως λένε οι Αγγλοσάξονες. Επομένως, όπως τονίζει ο Κωνσταντίνος Ε. Στεφάνου στο δικό του κεφάλαιο, και επαναλαμβάνουν οι επιμελητές στο εισαγωγικό τους σημείωμα προκειμένου να εξηγήσουν τη θεματική διάρθρωση της ύλης του τόμου, οπότε και την επιλογή των συγκεκριμένων συγγραφέων των αντιστοίχων κεφαλαίων, «η αποτίμηση των 40 χρόνων της συμμετοχής στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι είναι μια άσκηση που προϋποθέτει τεκμηριωμένες τομεακές αναλύσεις επιπτώσεων» (σελ. 19).

Έτσι, στο εν λόγω συγγραφικό εγχείρημα συμμετείχαν, ύστερα από πρόσκληση, επιστήμονες εγνωσμένου κύρους και υψηλής εμπειρογνωμοσύνης, είτε είναι συνάδελφοι πανεπιστημιακοί, είτε υπηρετούν στη διοίκηση, εθνική και ενωσιακή, ή είναι στελέχη της αγοράς, από τους οποίους ζητήθηκε «να αποτιμήσουν σε σύντομα κείμενα την κατάσταση των σχέσεων της Ελλάδας με την ΕΕ στο πεδίο της ειδικότητάς τους» (σελ. 19-20).

Ξεχωριστό, μάλιστα, ενδιαφέρον έχουν τα κείμενα τα οποία απαρτίζουν το πρώτο από τα πέντε μέρη του τόμου, συγκροτώντας την ενότητα με τίτλο «Ήμουν κι εγώ εκεί. Έξι προσωπικές μαρτυρίες». Πρόκειται για καλογραμμένες και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προσωπικές-βιωματικές εμπειρίες έξι σημαντικών ανθρώπων που υπηρέτησαν τους ενωσιακούς θεσμούς ή εκπροσώπησαν την Ελλάδα στην ΕΕ, συμμετέχοντας στις εκεί συντελεσθείσες πολιτικές διεργασίες.

Η ανάδειξη της πολιτικής διάστασης του ενωσιακού εγχειρήματος συχνά αποσιωπάται σκοπίμως από τους εχθρούς του, προκειμένου αυτό να εμφανιστεί ως μόνο τεχνοκρατική ή, ακόμη χειρότερα, ως απλώς γραφειοκρατική υπόθεση. Ενίοτε, όμως, το ίδιο προκύπτει, ως αποτέλεσμα, από τη δράση φίλων και θιασωτών του εν λόγω εγχειρήματος, όταν αυτοί, συνειδητά ή όχι, διακατέχονται από την «οίηση των ειδικών» και δεν αφουγκράζονται τη γνώμη των λαών που απαρτίζουν τις δημοκρατίες που συγκροτούν την ΕΕ. Η έμφαση, λοιπόν, στην πολιτική διάσταση της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι ένα σημαντικό προτέρημα των αναλύσεων που μπορεί κανείς να διαβάσει σε αυτό το βιβλίο.

Κλείνω, τονίζοντας ότι δεν είναι καθόλου τυχαίο −αλλά ακριβώς το αντίθετο, λόγω του κρισίμου μηνύματος που μεταφέρει− το γεγονός ότι οι τρεις συνεπιμελητές του τόμου υπογραμμίζουν στο εισαγωγικό τους σημείωμα πως, όταν ο Juncker εξελέγη Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «μέσω της διαδικασίας του "κορυφαίου υποψηφίου" (Spitzenkandidat), με ισχυρή πολιτική και δημοκρατική νομιμοποίηση, δήλωσε ρητώς ότι είναι πολιτικός και όχι τεχνοκράτης και η Επιτροπή "πολιτική επιτροπή", μήνυμα το οποίο οι κυβερνήσεις θέλησαν να υποβαθμίσουν και προς στιγμήν, τουλάχιστον, τα κατάφεραν» (σελ. 20). Διότι είχε ασφαλώς δίκιο ο αείμνηστος Μιχάλης Παπαγιαννάκης, όταν δήλωνε στους αριστερούς πολιτικούς συντρόφους του ότι το εγχείρημα οικοδόμησης της ΕΕ ήταν το πιο προοδευτικό πολιτικό εγχείρημα που λάβαινε χώρα στους καιρούς του. Και στους δικούς μας, όμως!