Trending Now

Ο κουμπάρος θα φάει καλά

Θα δεχθεί επισκέψεις

Μπάμπης Κωφός
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

(Περίληψη προηγουμένου: Ο κουμπάρος γνώρισε στο παρκάκι ένα κορίτσι κι έπαθε πλάκα κι από τότε περιμένει πότε θα την ξαναδεί)


Καθότανε στο παγκάκι στο πάρκο και είχε τρακ. Το σχέδιο ήταν όταν θα περνούσε εκείνη, να της πιάσει την κουβέντα και να το παίξει άνετος. Να μην της πει πάλι να βγούνε, μην τον περάσει για λιγούρη. Θα της ξανάλεγε την επόμενη φορά. Την πρώτη μέρα δεν ήρθε, έτσι την άλλη πήρε μαζί ένα καραφάκι ούζο και το λάπτοπ. Όση ώρα περίμενε θα έκανε τσατ για να μη χάνει και το χρόνο του, κι αν στο μεταξύ εμφανιζόταν, θα της έλεγε παραμύθι ότι βγήκε στο πάρκο να δουλέψει λιγάκι, επειδή ο καθαρός αέρας του καθαρίζει το μυαλό. Μετά με πήρε τηλέφωνο: «Έλα ρε μαλάκα, πώς τα σκέφτομαι έτσι όλα; Εγώ κανονικά θα έπρεπε να βγαίνω κάθε μέρα και με άλλη γκόμενα».

Τέσσερις ημέρες σερί στο πάρκο κι εκείνη πουθενά, αλλά στο μεταξύ είχε πιάσει την κουβέντα με μία κοπέλα στο τσατ. Την Αναστασία. Η Αναστασία έφτιαχνε κοσμήματα και του μίλαγε συνέχεια για τη δουλειά της. Ήταν 32 χρόνων και όταν ο κουμπάρος τη ρώτησε αν είναι όμορφη, εκείνη του είπε «δεν έχω παράπονο, αν και η ομορφιά είναι κάτι υποκειμενικό». Ήταν μια απάντηση που τον έβαλε σε σκέψεις.

Το βράδυ βγήκαμε για ούζο και με ρώτησε: «Ρε συ, είναι υποκειμενική η ομορφιά;»

«Υπό μία έννοια. Ας πούμε κι εσύ σε άλλες αρέσεις, σε άλλες όχι». Ο κουμπάρος αποφάσισε ότι δεν του αρέσει καθόλου αυτή η προσέγγιση. Εκείνη την ώρα κάτσανε στο δίπλα τραπέζι δύο κοπέλες γύρω στα 35 που δεν λέγανε και πολλά και ο κουμπάρος μου ανακοίνωσε ότι επρόκειτο, αφού έπινε κάνα ουζάκι ακόμα να ζεσταθεί, να τους πιάσει την κουβέντα.

Όταν ζεστάθηκε, χαμογέλασε, άναψε ένα τσιγάρο, πήρε μια βαθιά ανάσα και έσκυψε προς το μέρος τους.

Κουμπάρος: «Καλησπέρα κορίτσια»

Κορίτσια: «…»

Κουμπάρος (πιο δυνατά αυτή τη φορά): «Καλησπέρα κορίτσια, τι κάνετε

Εκείνες κάτι είπανε μεταξύ τους και μετά πήγανε και κάτσανε πιο πέρα.

Κουμπάρος (σε μένα): «Καλά ρε μαλάκα, τι ψάχνουνε να βρούνε; Και μετά παραπονιούνται ότι δεν τους κολλάει κανείς. Μάλλον εννοούν ότι δεν τους κολλάει ο Αλέν Ντελόν. Καθρέφτη δεν έχουνε;»

Στο μεταξύ, με την Αναστασία μιλούσανε στο τηλέφωνο μία ώρα κάθε βράδυ. Την έπαιρνε στο κινητό. Μετά το δεκάλεπτο βαριότανε και σκεφτότανε πόσο θα του έρθει ο λογαριασμός, αλλά εκείνη δεν το έκλεινε με τίποτα. Του έλεγε ότι της φαινόταν πολύ ενδιαφέρον τύπος και ότι αυτό για εκείνη, το να μπορεί να επικοινωνήσει δηλαδή, της ήταν πολύ πιο σημαντικό από την εξωτερική εμφάνιση. Όλα αυτά δεν του άρεσαν καθόλου, αλλά από τη φωνή της του ακουγόταν πολύ γλυκιά και σκεφτόταν ότι, δεν μπορεί, με τέτοια φωνή αποκλείεται να είναι χοντρή.

Μετά από κάποιες συνομιλίες ήταν σχεδόν σίγουρος ότι βρισκόταν στο παραπέντε από το να βρει γκόμενα, μάλιστα είχε σταματήσει να πηγαίνει στο παρκάκι, και είχαν κανονίσει να συναντηθούν το Σάββατο το βράδυ.

Μπάμπης: «Καλά ρε, θα δώσεις το Σάββατο; Γιατί δεν κανονίζεις να βγεις καμιά άλλη μέρα;»

Κουμπάρος: «Όχι ρε, καλύτερα Σάββατο. Αν δεν βλέπεται, που δε νομίζω, είμαι πολύ αισιόδοξος, στη μία ώρα θα φύγω και θα έρθω να σε βρω»

Την Παρασκευή το βράδυ έμεινε σπίτι. Έπινε το δεύτερο ουζάκι όταν του έκανε αναπάντητη η Αναστασία για να την πάρει. Μιλούσαν τουλάχιστον δυο ώρες και έλεγαν ο ένας στον άλλο πότε επιτέλους θα έρθει η αυριανή μέρα για να βρεθούν. Η ώρα κόντευε τρεις όταν ο κουμπάρος δεν άντεχε άλλο να μιλάει στο τηλέφωνο και της είπε να κλείσουν, αφού την επόμενη θα τα έλεγαν κι από κοντά.

Αναστασία: «Να σου πω, θέλεις να έρθω από το σπίτι;»

Κουμπάρος: «Πότε;»

Αναστασία: Τώρα. Δεν θα χαθώ, έχω GPS»

Κουμπάρος (που σκέφτηκε ότι του κάνει πλάκα): «Ναι, έλα. Φέρε και πέντε έξι μπίρες»

Έκλεισαν το τηλέφωνο και απόμεινε να κάθεται και να καπνίζει στο μπαλκόνι, όταν μετά από κάνα μισάωρο είδε ένα αμάξι να ψάχνει να παρκάρει. «Έχει γούστο», σκέφτηκε. Χτύπησε το κινητό του και ήταν η Αναστασία. Ήταν εκείνη που έψαχνε να παρκάρει. Ο κουμπάρος σκίρτησε. Και όταν άνοιξε η πόρτα είδε μια κοπέλα παχουλή. Μάλλον δύο παχουλές, στο σώμα μίας. Ταράχτηκε και αγχώθηκε και ήθελε να με πάρει τηλέφωνο αλλά χτυπούσε ήδη το κουδούνι.

Συνεχίζεται