Trending Now

Anesti Danelis: Ο Έλληνας stand-up comedian από το Τορόντο που έγινε viral

Ο βραβευμένος κωμικός, μουσικός, συγγραφέας και δημιουργός προσπαθεί διαρκώς να μετατρέπει την αμηχανία, το άγχος και τα ζητήματα ταυτότητας σε κάτι αστείο

Μαριάννα Μανωλοπούλου
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Anesti Danelis: Πώς ένας Έλληνας από το Τορόντο έγινε viral μέσα από το stand-up και τη μουσική

Οι ρίζες του Anesti Danelis βρίσκονται στο Προκόπι Ευβοίας. Ο παππούς του, Νικόλαος Τσίκλης, ήταν περιοδεύων μουσικός και επαγγελματίας βιολιστής στην Ελλάδα, πριν η οικογένεια μεταναστεύσει στον Καναδά τη δεκαετία του ’70. Οι παππούδες του αποφάσισαν να μετακομίσουν εκεί, καθώς πολλοί Έλληνες εγκαθίσταντο τότε στο Τορόντο. Ωστόσο, δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα για να ταξιδέψουν όλοι μαζί, κι έτσι ο παππούς και η γιαγιά του έφυγαν πρώτοι, ενώ η μητέρα του και η θεία του έμειναν στην Ελλάδα με τις γιαγιάδες τους.

Τα πρώτα χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολα. Η οικογένεια βρέθηκε αντιμέτωπη με οικονομικές δυσκολίες, γλωσσικά εμπόδια και το συναισθηματικό βάρος τού να αφήνει κανείς πίσω το σπίτι του για να ξεκινήσει από την αρχή σ’ έναν άγνωστο τόπο. Η γιαγιά του, Παναγιώτα, έκανε διάφορες δουλειές για να τα βγάλει πέρα –μία απ’ αυτές το να μαζεύει σκουλήκια τη νύχτα για μια εταιρεία καλλυντικών–, ενώ ο παππούς του έκανε διανομή ψωμιού. Με πολλές θυσίες και σκληρή προσπάθεια κατάφεραν τελικά να συγκεντρώσουν τα χρήματα ώστε να φέρουν και τη μητέρα του με τη θεία του στον Καναδά λίγα χρόνια αργότερα. Ο Anesti είναι ο πρώτος της οικογένειας που γεννήθηκε στον Καναδά.

Μιλούσαν ελληνικά στο σπίτι. Μετά τον έβαλαν σε ελληνικό σχολείο, το οποίο μισούσε. «Το σχολείο το Σάββατο είναι βασικά έγκλημα κατά της παιδικής ηλικίας. Και, ειλικρινά, κάθε Έλληνας της Βόρειας Αμερικής έχει μια ιστορία ελληνικού σχολείου που τον έχει στοιχειώσει. Η ελληνική κοινότητα στο Τορόντο έπαιξε κι εκείνη τον ρόλο της, κράτησε την κουλτούρα πολύ ζωντανή, οπότε ήμουν πλήρως μέσα σ’ αυτήν χάρη στις εκδηλώσεις της, την εκκλησία και τις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Στο σπίτι υπήρχε πάντα ελληνική μουσική και βλέπαμε ελληνικά προγράμματα στην τηλεόραση. Ο παππούς μου έπαιζε βιολί και τραγουδούσε δημοτικά τραγούδια, ο ξάδερφός μου μάθαινε μπουζούκι και η θεία μου έκανε τραπέζια κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο».

Μεγαλώνοντας ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους –Έλληνας μέσα στο σπίτι και Καναδός έξω απ’ αυτό–, ανέπτυξε, όπως λέει ο ίδιος, μια ιδιαίτερα παρατηρητική ματιά απέναντι στους ανθρώπους και τις κουλτούρες γύρω του.

«Το να μεγαλώνω ως Έλληνας στο Τορόντο το ένιωθα πολύ φυσιολογικό μέσα στο σπίτι, αλλά πολύ διαφορετικό έξω απ’ αυτό. Έξω από το σπίτι, το Τορόντο είναι πολυπολιτισμικό, οπότε ήταν πραγματικά απίστευτο να μεγαλώνω εκτεθειμένος σε τόσες διαφορετικές κουλτούρες. Και η σκηνή του φαγητού είναι φοβερή. Βιετναμέζικο, κορεάτικο, ιαπωνικό, ταϊλανδέζικο, ινδικό, αιθιοπικό, βραζιλιάνικο – οι επιλογές είναι ατελείωτες. Πείνασα τώρα», προσθέτει γελώντας.

Αυτή η αίσθηση του να ανήκει ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικούς κόσμους τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή και διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον εαυτό του και τους άλλους.

«Μεγαλώνοντας, ένιωθα ότι είμαι κάπου ανάμεσα σε δύο ταυτότητες και ποτέ αρκετός για καμία από τις δύο. Οι Έλληνες με έβλεπαν ως πολύ Καναδό και οι Καναδοί ως πολύ Έλληνα. Είμαι κάτι σαν Greek Lite. Τα παιδιά μεταναστών γίνονται πολιτισμικοί μεταφραστές χωρίς να το καταλάβουν. Συμπεριφέρεσαι με έναν τρόπο στο σπίτι και με άλλον έξω απ’ αυτό. Είσαι συνεχώς σε προσαρμογή».

Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί διαρκώς να μετατρέπει την αμηχανία, το άγχος και τα ζητήματα ταυτότητας σε κάτι αστείο. Είναι βραβευμένος κωμικός, μουσικός, συγγραφέας και δημιουργός. Έχει γίνει γνωστός μέσα από τα κωμικά του βίντεο και τα viral τραγούδια του, συγκεντρώνοντας περισσότερες από 500 εκατομμύρια προβολές και σχεδόν 1 εκατομμύριο ακολούθους στα social media. Έχει εμφανιστεί σε μουσικές και stand-up comedy εκπομπές του καναδικού δικτύου CBC, καθώς και στο Just For Laughs του Μόντρεαλ, ενώ η δουλειά του ακούγεται συχνά και στο καναδικό ραδιόφωνο. Παράλληλα, διαθέτει και δικό του κωμικό σπέσιαλ στο YouTube.

Τη μουσική την έμαθε από τον παππού του, ο οποίος του έβαλε το βιολί στα χέρια από την ηλικία των τεσσάρων ετών. Αργότερα έμαθε μόνος του κιθάρα και πιάνο. Στην αρχή έκανε κωμωδία χωρίς μουσική, μέχρι που ένα τραγούδι άλλαξε την πορεία του. «Μια μέρα έγραψα ένα κωμικό τραγούδι για ένα μάθημα και πήγε πολύ καλά και κατάλαβα ότι τα τραγούδια μπορούν να μεταφέρουν το αστείο με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι το stand up».

Για τον ίδιο, η κωμωδία έγινε τρόπος να κατανοεί τους ανθρώπους και να συνδέεται μαζί τους. Μέσα από το έργο του αποτυπώνει με χιούμορ το χάος της ζωής των Millennials και της Gen Z, μιλώντας για οικογένεια, ταυτότητα και κουλτούρα.

Η ελληνική του καταγωγή επηρέασε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο βλέπει την κωμωδία και τους ανθρώπους γύρω του. «Η ελληνική κουλτούρα είναι πολύ συναισθηματική, εκφραστική και άμεση, ενώ η καναδική είναι πιο ευγενική και έμμεση. Υπάρχει πολλή κωμωδία σ’ αυτή τη διαφορά». Θεωρεί μάλιστα πως η ελληνική κουλτούρα έχει από μόνη της κάτι βαθιά θεατρικό. «Οι συζητήσεις είναι έντονες, γεμάτες ενέργεια, και το storytelling είναι πολύ συναισθηματικό και σαν παράσταση. Αυτό επηρέασε πολύ το στιλ μου».

Μέσα απ’ την προσωπική του εμπειρία έχει πλέον καταλήξει και σε μια συμβουλή για όσους μεγαλώνουν ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες: «Είναι μια πολύ περίεργη εμπειρία και θα σας προκαλεί συχνά σύγχυση. Θα ταλαντεύεστε ανάμεσα σε κουλτούρες προσπαθώντας να βρείτε πού ανήκετε. Το μυστικό όμως είναι να μάθετε να νιώθετε άνετα κάπου στη μέση». Και φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει το χιούμορ από την απάντησή του: «Κι όταν αυτός ο διχασμός γίνεται υπερβολικός, ακούστε το “Best of Both Worlds” της Χάνα Μοντάνα, ιδανικά φορώντας περούκα».

Όσο για το πώς θα περιέγραφε την ελληνική οικογένεια με μία μόνο λέξη, η απάντησή του ήταν άμεση: «Χαοτική». Ίσως τελικά αυτή η χαοτική αλλά βαθιά ανθρώπινη εμπειρία να είναι και η βασική πηγή έμπνευσης πίσω από τη δουλειά του.

Η εμπειρία του ως παιδιού μεταναστών είχε, όπως λέει, ταυτόχρονα πολύ χιούμορ αλλά και αρκετό βάρος. Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν συχνά η ενοχή απέναντι στις θυσίες της οικογένειάς του.

«Δεν μπορούσα να παραπονεθώ για τίποτα, γιατί τίποτα δεν έμοιαζε αρκετό μπροστά στις θυσίες τους. Όταν έλεγα “είμαι κουρασμένος”, ο πατέρας μου έλεγε “κουρασμένος; εγώ δούλεψα δώδεκα ώρες σήμερα”».

Η επαγγελματική του πορεία ξεκίνησε από έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Αν και σπούδασε Αρχιτεκτονική και εργάστηκε ως αρχιτεκτονικός τεχνολόγος, άφησε τα πάντα για ν’ ακολουθήσει το πάθος του για την κωμωδία.

Όταν τον ρώτησα γιατί, απάντησε με το χαρακτηριστικό του χιούμορ: «Επειδή ήθελα πολύ να απογοητεύσω τους γονείς μου. Στην πραγματικότητα, μου άρεσε η αρχιτεκτονική, αλλά η κωμωδία ήταν αυτό που δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι. Συνήθως παίρνω αποφάσεις με βάση το συναίσθημα, και σ’ εκείνη τη φάση της ζωής μου ένιωθα ότι αυτό έπρεπε να κάνω. Επίσης η δουλειά μου απαιτούσε πολύωρη μετακίνηση, κάτι που δεν μου άρεσε, και ο προϊστάμενός μου ήταν λίγο περίεργος κι έκανε μικροδιαχείριση σε όλους, οπότε όλα αυτά έκαναν πιο εύκολη την απόφαση».

Όμως η απόφασή του αυτή έγινε αρχικά δεκτή με δυσπιστία από τον παππού του. «Όταν είπα στον παππού μου ότι παράτησα την αρχιτεκτονική, μου είπε: “Άφησες την αρχιτεκτονική για την κωμωδία; Έπειτα απ’ όλα όσα πέρασα;”».

Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος βλέπει μια βαθύτερη σύνδεση ανάμεσα στη δική του πορεία και στη διαδρομή του παππού του. «Του είπα ότι στην πραγματικότητα ακολουθούσα τα βήματά του. Εκείνος ήρθε στον Καναδά και πάλεψε, κι εγώ μπήκα στην κωμωδία για τον ίδιο λόγο, για να παλέψω με τη σειρά μου».

Η κωμωδία, όπως λέει ο ίδιος, ξεκίνησε σχεδόν κατά λάθος. «Πάντα ήθελα να το κάνω, αλλά δεν ήξερα πώς. Στο πανεπιστήμιο προσφερόταν ένα μάθημα αυτοσχεδιασμού και γράφτηκα για πλάκα. Ταυτόχρονα έκανα και μουσικό θέατρο, επίσης κατά λάθος, κι όλα εξελίχθηκαν από εκεί».

Η ενασχόλησή του με τα social media ήρθε αργότερα, μέσα στην πανδημία, όταν όλες οι προγραμματισμένες περιοδείες και τα φεστιβάλ ακυρώθηκαν. Τότε άρχισε να δημιουργεί κωμικά τραγούδια online. «Στην αρχή ήταν απλώς για πλάκα και για να μάθω παραγωγή μουσικής και μοντάζ, μετά άρχισε να μεγαλώνει σιγά σιγά. Το 2021 πραγματικά απογειώθηκε κι από τότε είναι συνεχής η άνοδος».

Αυτό που τον γοήτευσε περισσότερο ήταν η αμεσότητα που προσφέρει το διαδίκτυο στους δημιουργούς. «Μου αρέσει ότι είναι άμεσο. Μπορείς να δημιουργήσεις κάτι και να το βγάλεις στον κόσμο χωρίς να περιμένεις άδεια απ’ αυτούς που ελέγχουν την πρόσβαση στη βιομηχανία».

Παρότι η επιτυχία ήρθε γρήγορα, ο ίδιος παραδέχεται ότι ποτέ δεν μπορούσε να προβλέψει ποιο βίντεο θα γίνει viral. Όπως λέει, κάποια από τα βίντεό του ξεπέρασαν κάθε προσδοκία και απέκτησαν τεράστια απήχηση online.

«Το ήλπιζα, αλλά δεν υπάρχει τρόπος να το προβλέψεις. Παρατήρησα ότι άρχισε να λειτουργεί καλύτερα όταν σταμάτησα να προσπαθώ να γίνω viral κι άρχισα να κάνω πράγματα που με ενδιέφεραν πραγματικά ή με έκαναν να γελάω. Το πιο viral βίντεό μου είναι το “I’m So Tired”, που έκανα το 2021. Από την αρχή πήγε καλά, αλλά, όταν το ανέβασα ξανά απογειώθηκε. Η επιτυχία του βίντεο εξαπλώθηκε γρήγορα σε πολλές χώρες, ιδιαίτερα στην Ασία. Έγινε ιδιαίτερα viral στην Ασία και είχα ακόμα και συνεργασίες με εταιρείες, όπως ένα supermarket στην Ταϊβάν, που το χρησιμοποίησε σε διαφήμιση. Ένα άλλο μεγάλο moment ήταν το τραγούδι που παραιτούμαι από Starbucks. Νομίζω, έχω ένα pattern να παραιτούμαι μέσω τραγουδιού».

Παρότι αρκετά ακόμη βίντεό του έγιναν τεράστιες επιτυχίες, υπάρχει ένα που ο ίδιος ξεχωρίζει. «Το αγαπημένο μου viral βίντεο είναι το “Millennials Living Through Another Disaster”. Είναι ο τρόπος μου να καταλαβαίνω ότι κάτι τρελό συμβαίνει στον κόσμο: όταν αρχίζουν τα notifications απ’ αυτό το τραγούδι».

Όπως εξηγεί, το internet λειτουργεί συχνά με παράδοξο τρόπο: «Το περίεργο με το internet είναι ότι, όσο πιο συγκεκριμένο είναι κάτι, τόσο πιο παγκόσμιο μπορεί να γίνει».

Στο διαδίκτυο ανακάλυψε και καλλιτέχνες που επηρέασαν βαθιά τη δουλειά και το ύφος του, όπως οι Flight of the Conchords, Sarah Silverman, The Lonely Island, Tim Minchin και Bo Burnham. Παράλληλα, παρακολουθεί στενά και τη νέα γενιά Ελλήνων κωμικών που δραστηριοποιούνται διεθνώς.

Στην ερώτησή μου για τους Έλληνες κωμικούς που του αρέσουν, ανέφερε αρκετούς δημιουργούς από διαφορετικές χώρες και σκηνές. «Είμαι μεγάλος φαν του Stavros Halkias και του podcast του, Stavy’s World. Επίσης μου αρέσει πολύ ο Jason Mantzoukas, ειδικά στο “How Did This Get Made?”. Από την Αυστραλία μού αρέσουν οι Chris Demos, Elouise Eftos, Alexei Toliopoulos και Anthony Locascio. Στην Αμερική οι Gus Constantellis, Christina Mavronas και Arianna Papalexopoulos κάνουν πολύ καλό online περιεχόμενο».

Παρά τα χρόνια που ζει και δημιουργεί στον Καναδά, η σχέση του με την Ελλάδα παραμένει πολύ στενή και συναισθηματική. Όταν μιλά γι’ αυτήν, αυτό που φαίνεται να του λείπει περισσότερο δεν είναι οι τόποι, αλλά οι άνθρωποι και ο τρόπος ζωής. «Μου λείπει η αίσθηση της κοινότητας. Στο Προκόπι και σε άλλα μέρη της Εύβοιας όλοι είναι πολύ συνδεδεμένοι μεταξύ τους, κάτι που είναι και όμορφο, αν και λίγο περίπλοκο».

Παράλληλα, του λείπει και ο διαφορετικός ρυθμός της καθημερινότητας στην Ελλάδα. «Μου λείπει και ο ρυθμός ζωής. Στην Ελλάδα μπορείς να πιεις καφέ αργά το βράδυ, να βγεις με φίλους τα μεσάνυχτα και να γυρίσεις όταν ξημερώνει. Στη Βόρεια Αμερική όλα κλείνουν νωρίς. Καφέδες γύρω στις πέντε, εστιατόρια στις έντεκα, μπαρ στις δύο. Η Ελλάδα έχει άλλο ρυθμό».

Παρότι νοσταλγεί αυτή τη διαφορετική καθημερινότητα και τη σύνδεσή του με την Ελλάδα, η ζωή που έχει χτίσει στο Τορόντο κινείται σε εξίσου απαιτητικούς και δημιουργικούς ρυθμούς. «Είναι κυρίως γράψιμο αστείων, μοντάζ βίντεο, ηχογράφηση τραγουδιών, απαντήσεις σε email, δουλειά σε σενάρια για τηλεόραση και κινηματογράφο, οργάνωση περιοδειών και παραστάσεις. Προσπαθώ να κρατάω τη ζωή ενδιαφέρουσα αλλάζοντας πράγματα, εξερευνώντας γειτονιές, βρίσκοντας νέα μπαρ και καφέ, βλέποντας φίλους, πηγαίνοντας σινεμά ή θέατρο».

Ένα από τα πράγματα που περίμενε περισσότερο όλα αυτά τα χρόνια ήταν να παρουσιάσει τη δουλειά του μπροστά σε ελληνικό κοινό. Σήμερα, έπειτα από χρόνια δημιουργίας και επιτυχίας στο εξωτερικό, ετοιμάζεται για κάτι που έχει ιδιαίτερη συναισθηματική σημασία για τον ίδιο: την πρώτη του εμφάνιση στην Ελλάδα. Όπως παραδέχεται, η εμπειρία αυτή μοιάζει σχεδόν εξωπραγματική. «Ειλικρινά, είναι σουρεαλιστικό. Έχω πάει στην Ελλάδα μόνο για την οικογένειά μου και για διακοπές, οπότε είναι πολύ ξεχωριστό να φέρνω τώρα την παράστασή μου εκεί».

Βλέπει τη στιγμή αυτή σαν το κλείσιμο ενός κύκλου που ξεκίνησε από τον παππού του και τη μουσική παράδοση της οικογένειας. «Είναι λίγο σαν να κλείνει ένας κύκλος. Ο παππούς μου έπαιζε μουσική στην Ελλάδα και τώρα παίζω κι εγώ εκεί, απλώς με εντελώς διαφορετικό υλικό. Εκείνος έπαιζε δημοτικά κι εγώ τραγουδάω για το ότι φοβάμαι μήπως το ραντεβού μου με… “γδάρει ζωντανό”».