Βιβλιο

Στέφαν Τσβάιχ: Η διαχρονική γοητεία ενός μεγάλου συγγραφέα

«Το γράμμα μιας άγνωστης», «Αμόκ ή ο τρελός της Μαλαισίας» και «Το φεγγαρόλουστο δρομάκι»: τρεις συναρπαστικές νουβέλες του Τσβάιχ σε μία έκδοση από τις εκδόσεις Γκοβόστη

Άρης Σφακιανάκης
ΤΕΥΧΟΣ 1016
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αναγνώστης με αιτία: Παρουσίαση των βιβλίων «Το γράμμα μιας άγνωστης», «Αμόκ», «Το φεγγαρόλουστο δρομάκι» του Στέφαν Τσβάιχ, που κυκλοφορούν σαν ένα βιβλίο από τις Εκδόσεις Γκοβόστη

Κάποιες στιγμές ξαναφέρνω στον νου το παιδικό μου δωμάτιο στο Ηράκλειο της Κρήτης. Βρισκόταν στο πρώτο πάτωμα ενός νεοκλασικού σπιτιού στο κέντρο της πόλης. Μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο υπήρχε ανέκαθεν μια μικρή βιβλιοθήκη με γυάλινο τζάμι για να προστατεύονται από τη σκόνη τα βιβλία που φώλιαζαν εκεί. Ήταν παλιές εκδόσεις γαλλικών κυρίως έργων, όπως «Τα μυστήρια των Παρισίων», του Ευγένιου Σύη, «Ο κόμης Μοντεχρήστος», του Αλέξανδρου Δουμά, αλλά και «Η πείνα», του Κνουτ Χάμσουν. Μυθιστορήματα, νουβέλες, συλλογές ποιημάτων, όλα δερματόδετα και σκοροφαγωμένα. Σαν άνοιγα το τζαμένιο πορτάκι εκείνης της μικρής βιβλιοθήκης, έφτανε στη μύτη μου η μυρωδιά μιας «γνώσης ξεχασμένης τώρα» – forgotten lore, όπως θα έγραφε ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε στο «Κοράκι» του.

Ανάμεσα σ’ εκείνα τα βιβλία βρήκα κάποτε, γυμνασιόπαις, ένα βιβλιαράκι κάποιου Στέφαν Τσβάιχ, με τίτλο «Αμόκ ή ο τρελλός της Μαλαισίας». Καθώς πάντοτε με σαγήνευαν οι χώρες της Άπω Ανατολής, όπως η Μαλαισία, ξεκίνησα αμέσως να το διαβάζω. Με συνεπήρε τόσο, που πιστεύω ακράδαντα ότι το βιβλίο εκείνο υπήρξε για μένα το σπινθήρισμα που μ’ έκανε να πω στον εαυτό μου: Θα γράψω κι εγώ, θα γίνω συγγραφέας.

Τώρα, με συγκίνηση, έπιασα στα χέρια το ίδιο βιβλίο με τις τρεις νουβέλες που έβγαλε ο εκδοτικός οίκος Γκοβόστη σε πολύ καλή μετάφραση του Αλέξη Καρρέρ και πρόλογο του Ρομαίν Ρολάν. Δεν διαβάζω ποτέ προλόγους. Προχώρησα κατευθείαν στις ιστορίες που αφηγείται αυτός ο μεγάλος δημιουργός, ο Στέφαν Τσβάιχ.

Στην πρώτη νουβέλα, «Το γράμμα μιας άγνωστης», ένας γνωστός συγγραφέας λαμβάνει μια επιστολή από μια γυναίκα που ωστόσο δεν τη θυμάται καθόλου. Το γράμμα της ξεκινάει ως εξής: «Το παιδί μου πέθανε χτες… Τρεις μέρες και τρεις νύχτες πάλεψα με τον θάνατο για να σώσω το μικρό και τρυφερό αυτό πλάσμα· σαράντα ώρες έμεινα καθισμένη στο προσκέφαλό του, ενώ το φτωχό του κορμάκι σπάραζε απ’ τον πυρετό. Δρόσιζα το μέτωπό του που έκαιγε· μέρα νύχτα κρατούσα τα αδύναμα χεράκια του. Την τρίτη νύχτα είχα αποκάμει…»
Μάλιστα, όλα αυτά τα χρόνια θυμόμουν τη σπαρακτική αφήγηση αυτής της μάνας. Φυσικά, η συγκεκριμένη νουβέλα δεν είναι μόνο αυτό. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που αγάπησε έναν συγγραφέα.

Έπειτα έρχεται το «Αμόκ ή ο τρελλός της Μαλαισίας». Εδώ ο ήρωας ταξιδεύει από την Άπω Ανατολή προς την Ιταλία. Στο καράβι συναντάει έναν παράξενο επιβάτη που του εκμυστηρεύεται ότι ταξιδεύει ινγκόγκνιτο, ότι αποφεύγει τον συγχρωτισμό με τους ανθρώπους κι ότι θα προτιμούσε να μην αναφερθεί κάπου η συνάντησή τους αυτή. Τι μυστικό κουβαλάει αυτός ο άντρας; Και πού θα τον οδηγήσει; (Εμένα πάντως με οδήγησε στη συγγραφή).

Ακολουθεί «Το φεγγαρόλουστο δρομάκι». Ο τίτλος σε προϊδεάζει για κάποια ρομαντική σκηνή, κάποια συνάντηση ίσως δυο ερωτευμένων. Τίποτα τέτοιο. Εδώ κρύβεται η ιστορία ενός ανθρώπου που αγάπησε, που προσπάθησε ν’ αλλάξει τον εαυτό του για να μπορέσει να κρατήσει κοντά τη γυναίκα του, μια γυναίκα που τον έδιωχνε διαρκώς και που στο τέλος…

Αλλά όχι, δεν θα στερήσω την απόλαυση του αναγνώστη. Ένα μόνο έχω να πω, διαβάστε το βιβλίο αυτό κι ας μην γίνετε ποτέ συγγραφείς οι ίδιοι – πράγμα δύσκολο, το κατανοώ.