Βιβλιο

Ανθρωπιστικές επιστήμες στην Ιατρική: Μια εισαγωγή

Η Μαρία Μπούρη, επιμελήτρια της έκδοσης, μιλάει για την ανθρωπιστική διάσταση της ιατρικής, τη σχέση γιατρού-ασθενούς και τον ρόλο της παιδείας στην άσκηση της ιατρικής.

Θανάσης Δρίτσας
13’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μια απάντηση στις προκλήσεις που δημιούργησε η αλματώδης πρόοδος της βιοϊατρικής, αλλά και η ανάγκη για πιο ανθρώπινη, ολιστική και αναστοχαστική φροντίδα υγείας.

Το σημαντικό εκδοτικό έργο «Ανθρωπιστικές Επιστήμες στην Ιατρική» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαζήση (2026), στη σειρά «Ιατρικές Ανθρωπιστικές Σπουδές», υπό τη διεύθυνση του Γεωργίου Θεοχάρη, προέδρου των SOS Ιατρών. Το βιβλίο (ένας καλαίσθητος τόμος 630 σελίδων) εμπλουτίζεται με την επιστημονική επιμέλεια και τον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης από τη Μαρία Μπούρη (*), ενώ τη μετάφραση υπογράφουν οι Ιωάννα Κυριακούλη, Βάλια Γριμπά και Σωτήρης-Ηράκλειτος Θεοχάρης. Η έκδοση αυτή αποτελεί μια σημαντική συμβολή στην ελληνική βιβλιογραφία για την ιατρική εκπαίδευση, την ανθρωποκεντρική φροντίδα και τον διάλογο ανάμεσα στην επιστήμη και τον άνθρωπο.

Το βιβλίο «Ανθρωπιστικές Επιστήμες στην Ιατρική» των Thomas R. Cole, Nathan S. Carlin και Ronald A. Carson (πρωτότυπη έκδοση στην αγγλική γλώσσα βλ. Medical Humanities. An introduction, edition Cambridge University Press, 2015) αποτελεί μια ουσιαστική εισαγωγή σε ένα πεδίο που διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ως απάντηση στις προκλήσεις που δημιούργησε η αλματώδης πρόοδος της βιοϊατρικής, αλλά και η ανάγκη για πιο ανθρώπινη, ολιστική και αναστοχαστική φροντίδα υγείας.

Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου των SOS Ιατρών το έργο αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η ιατρική συναντά τη φιλοσοφία, την ηθική, την ιστορία, τη λογοτεχνία, τις τέχνες, τη θρησκεία, τις κοινωνικές επιστήμες και τη βιοϊατρική τεχνολογία. Στο κέντρο του δεν βρίσκεται μόνο η νόσος ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης, αλλά ο άνθρωπος που νοσεί, η οικογένειά του, οι επαγγελματίες υγείας και η κοινωνία μέσα στην οποία λαμβάνει χώρα η εμπειρία της ασθένειας.

Οι συγγραφείς επιχειρούν να ανοίξουν έναν γόνιμο διάλογο γύρω από τα ηθικά και υπαρξιακά ζητήματα που συνοδεύουν την ασθένεια, τη φροντίδα των θνησκόντων, τις πολιτικές υγείας, τη σχέση θρησκείας και υγείας, αλλά και τη διαχείριση της νόσου από το άτομο, την οικογένεια και την κοινότητα. Δεν πρόκειται απλώς για ένα θεωρητικό εγχειρίδιο· πρόκειται για ένα βιβλίο που προσκαλεί τον αναγνώστη να αναστοχαστεί πάνω στην ίδια την κλινική πράξη και να αναρωτηθεί τι σημαίνει πραγματικά να φροντίζεις έναν άνθρωπο.

Μέσα από συμμετοχικές διδακτικές μεθόδους και μια βαθιά ανθρωπιστική προσέγγιση, το βιβλίο καθοδηγεί τους λειτουργούς υγείας, μελλοντικούς και εν ενεργεία, σε μια μαθησιακή πορεία που είναι ταυτόχρονα ηθική, συναισθηματική και υπαρξιακή. Στόχος του είναι να καλλιεργήσει δεξιότητες όπως η ενσυναίσθηση, η ουσιαστική ακρόαση, η κατανόηση του βιώματος της ασθένειας και η αναστοχαστική θεώρηση της κλινικής πρακτικής.

Το βιβλίο «Ανθρωπιστικές Επιστήμες στην Ιατρική» απευθύνεται σε φοιτητές ιατρικής, νοσηλευτικής και άλλων επιστημών υγείας, σε γιατρούς, νοσηλευτές, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και σε κάθε επαγγελματία που εργάζεται στον χώρο της φροντίδας. Αφορά όσους επιθυμούν να κατανοήσουν βαθύτερα τον ασθενή όχι μόνο ως φορέα συμπτωμάτων, αλλά ως πρόσωπο με ιστορία, φόβους, προσδοκίες, αξίες και σχέσεις.

Απευθύνεται, επίσης, σε εκπαιδευτικούς, ερευνητές, φιλοσόφους, θεολόγους, κοινωνιολόγους, ανθρωπολόγους και σε όλους όσοι ενδιαφέρονται για τα μεγάλα ερωτήματα που γεννά η ασθένεια: τι σημαίνει να πάσχεις, τι σημαίνει να φροντίζεις, πώς λαμβάνονται οι δύσκολες αποφάσεις, ποια είναι τα όρια της τεχνολογίας, πώς διατηρείται η αξιοπρέπεια του ανθρώπου μέσα στην ευαλωτότητα. Είναι ένα βιβλίο για όσους πιστεύουν ότι η ιατρική πράξη δεν μπορεί να εξαντλείται στην τεχνική επάρκεια, αλλά χρειάζεται ήθος, παιδεία, ενσυναίσθηση και βαθιά επίγνωση της ανθρώπινης κατάστασης.

Επικοινώνησα με τη Μαρία Μπούρη, επιμελήτρια της σημαντικής αυτής έκδοσης, έτσι ώστε να μπορέσω να αντιληφθώ καλύτερα τον στόχο και την ουσία της έκδοσης αυτής. Στη συνέχεια ακολουθούν οι απαντήσεις της στις ερωτήσεις που της έθεσα:

Μια μειοψηφία γιατρών κατανοεί στις μέρες μας την αξία του αντικειμένου αυτού του βιβλίου. Εσείς πότε δείξατε ενδιαφέρον για πρώτη φορά στο αντικείμενο των Ανθρωπιστικών Σπουδών στην Ιατρική, ποιο ήταν το κίνητρο ή η αφορμή;

Είναι πράγματι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς την αξία του διαλόγου μεταξύ ανθρωπιστικών επιστημών και ιατρικής επιστήμης αν δεν του έχει δοθεί η ευκαιρία, και εδώ αναφέρομαι κυρίως στην προπτυχιακή εκπαίδευση, να γνωρίσει τη σημασία του για την ίδια την άσκηση της ιατρικής. Πώς δηλαδή μπορεί να τροφοδοτήσει έναν τρόπο σκέψης που βασίζεται, όπως υποστηρίζουν οι συγγραφείς του βιβλίου, στην «ενσυναισθητική γνώση», αυτή που θα μπορεί να προάγει την κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης και την οποία δεν είναι σε θέση να προσφέρει η επιστημονική μέθοδος. Ένα τέτοιο αίτημα ήταν και το δικό μου κίνητρο για να προσφύγω στις ανθρωπιστικές επιστήμες από τα φοιτητικά μου χρόνια: αναρωτιόμουν δηλαδή πώς θα μπορώ να αξιοποιήσω με τον καλύτερο τρόπο τις επιστημονικές μου γνώσεις αν δεν είμαι σε θέση να ακούσω όσο πιο καθαρά μπορώ τη «φωνή» εκείνων για των οποίων τη φροντίδα εκπαιδεύομαι. Η λογοτεχνία π.χ. μπορούσε απαράμιλλα να αποτυπώσει το βίωμα της ασθένειας, η ζωγραφική να αναδείξει πώς συνδέεται η «οπτική» των πραγμάτων με το πώς «στεκόμαστε» οι ίδιοι απέναντι σε αυτά, για να δώσω δύο μόνο παραδείγματα. Η μετεκπαίδευσή μου στην ανακουφιστική-παρηγορική φροντίδα, η οποία έχει στον πυρήνα της τις ψυχοκοινωνικές και πνευματικές διαστάσεις της ασθένειας, επιπλέον των ιατρικών, έκανε ένα τέτοιο αίτημα ακόμη πιο ζωτικό για μένα – ήμουν ευτυχής που βρισκόμουν σε ένα πανεπιστήμιο της Μεγάλης Βρετανίας που προσέφερε ένα από τα πρώτα μεταπτυχιακά προγράμματα διεθνώς στο πεδίο των «Medical Humanities» και το οποίο φυσικά έσπευσα να παρακολουθήσω.

Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι η Ιατρική έχει διαχρονικά ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα. Πιστεύετε ότι σήμερα η ιατρική έχει απομακρυνθεί από τη σχέση της με τον Ανθρωπισμό και τον Άνθρωπο;

Από τη γέννησή της η ιατρική θέτει στο επίκεντρο τον άνθρωπο, και μάλιστα τον συγκεκριμένο κάθε φορά άνθρωπο –ας θυμηθούμε το «ὅ τι ἀφ' ἑκάστου ἑκάστῳ ξυμβήσεται» του ιπποκρατικού Περί αρχαίης ιατρικής, όπου και ορίζεται ως τέχνη, δηλαδή επιστήμη πρακτική, που απευθύνεται στους ανθρώπους καθώς «αὐτοὶ οὗτοι νοσέουσί τε καὶ πονέουσι». Προκειμένου η ιατρική να εδραιωθεί στους νεότερους χρόνους ως διακριτό επιστημονικό πεδίο, υιοθέτησε τις μεθόδους των φυσικών επιστημών και ένα πνεύμα θετικιστικό-αναγωγιστικό, που την προήγαγαν μεν ως επιστήμη, σύντομα όμως άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι σε μια τέτοια αυτοτροφοδοτούμενη πορεία λησμονήθηκε το γεγονός ότι αποτελεί «επιστήμη του ανθρώπου». Ακολούθησαν στις αρχές του 20ου αιώνα οι πρώτες προσπάθειες για μια ανθρωπολογική στροφή της ιατρικής, ωστόσο η ραγδαία ανάπτυξη της βιοιατρικής τεχνολογίας και η αυξανόμενη εξειδίκευση των τελευταίων δεκαετιών, μετέβαλλαν ριζικά τη σχέση ιατρού-ασθενούς, με την άμεση προσωπική επικοινωνία και τη γνώση της «ιστορίας ζωής» του πάσχοντος να δίνουν τη θέση τους σε μια κυρίως επιτελεστική αλληλεπίδραση που διαμεσολαβείται, αν δεν κυριαρχείται, από τα τεχνολογικά μέσα. Βασικό κίνητρο για την ανάπτυξη του πεδίου των Ανθρωπιστικών Επιστημών στην Ιατρική ήταν ακριβώς η ανάγκη να συνειδητοποιηθεί και να αναστραφεί αυτή η επιτεινόμενη «απανθρωποποίηση» της ιατρικής, ένα αίτημα που σήμερα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τις σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η δημόσια υγεία αλλά και εκείνες που θέτει το τεχνοκρατικό και εμπορευματοποιημένο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης.

Σε τι βαθμό σήμερα προγράμματα Ανθρωπιστικών Επιστημών έχουν ενταχθεί στην εκπαίδευση των γιατρών σε προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό επίπεδο σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και ειδικότερα στην Ευρώπη;

H σποραδική, κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, εισαγωγή μαθημάτων ανθρωπιστικών επιστημών στις ιατρικές σχολές, έχει πλέον αντικατασταθεί από μια κυριολεκτική έκρηξη τέτοιων προγραμμάτων, κυρίως από το 2000 και μετά. Μια καταγραφή που έγινε κατά το ακαδημαϊκό έτος 2017-2018 έδειξε ότι το 94% των ιατρικών σχολών στις ΗΠΑ διέθεταν υποχρεωτικά ή επιλεγόμενα μαθήματα ανθρωπιστικών επιστημών. Σε μια πρόσφατη προσπάθεια αποτύπωσης από το πανεπιστήμιο του Ντέραμ, προπτυχιακών μαθημάτων, μετεκπαιδευτικών προγραμμάτων, συναφών ερευνητικών ομάδων και δικτύων ανά τον κόσμο, μπορεί να δει κανείς πρωτοβουλίες σε χώρες όπως Αυστραλία, Ταιβάν, Ν. Αφρική, Ινδία, καθώς και σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη όπως η Σουηδία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Ελβετία, με την Μεγάλη Βρετανία να διατηρεί τα πρωτεία στην Ευρώπη διαθέτοντας περίπου 60 τέτοια προγράμματα. Αν συμπεριλάβουμε και το συγγενές πεδίο «Ανθρωπιστικές Επιστήμες στην Υγεία» (Health Humanities) που συμπεριλαμβάνει την οπτική και πρακτική και άλλων επαγγελμάτων υγείας πλην των ιατρών, στις ΗΠΑ και τον Καναδά διαπιστώνεται 12πλάσια αύξηση του αριθμού τους μεταξύ των ετών 2000 και 2022. 

Έχουμε μελέτες οι οποίες να εξετάζουν πώς ένα πρόγραμμα Ανθρωπιστικών Επιστημών στην Ιατρική (που απευθύνεται σε γιατρούς) έχει επηρεάσει την κλινική έκβαση ασθενών τους οποίους παρακολουθούσαν οι γιατροί που πήραν μέρος στο πρόγραμμα; τι πιστεύουν οι γιατροί που έλαβαν μέρος σε τέτοια προγράμματα; Πώς επέδρασε ένα τέτοιο πρόγραμμα στη ζωή των γιατρών και στο επάγγελμά τους;

Υπάρχουν μελέτες αξιολόγησης της επίδρασης των προγραμμάτων Ανθρωπιστικών Επιστημών στην Ιατρική σε φοιτητές που τα παρακολούθησαν, οι οποίες συγκλίνουν στην προαγωγή της κριτικής σκέψης, της ενσυναίσθησης, της συναισθηματικής νοημοσύνης και γενικότερα μιας πρακτικής σοφίας που θα μπορεί να προσφέρει καθοδήγηση ως προς το καλύτερο δυνατό πράττειν στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίσταση, με τον συγκεκριμένο ασθενή. Οι εκπαιδευθέντες αναφέρουν ότι μπορούν να κατανοούν καλύτερα τις αφηγήσεις και τις ποικίλες οπτικές των ασθενών, καθώς και να ανταποκρίνονται σε αυτές με ευαισθησία. Εκτιμούν επίσης ότι αποκτούν επίγνωση της ανάγκης να μην υπερκεράσει η βιοϊατρική-αναγωγιστική προσέγγιση την ολιστική, ενσυναισθητική οπτική για την ασθένεια και το πρόσωπο που τη βιώνει. Αναφέρουν ακόμη ότι τα προγράμματα αυτά προάγουν την προσωπική ανάπτυξη των φοιτητών μέσω της καλλιέργειας του αναστοχασμού και της αυτεπίγνωσης. Σε μια πρόσφατη μάλιστα μελέτη από τη Σουηδία διαπιστώθηκε η μακροπρόθεσμη επίδραση ενός τέτοιου προγράμματος σε ιατρούς, τόσο στην επαγγελματική πρακτική όσο και στην προσωπική τους ζωή, 15 χρόνια μετά την παρακολούθησή του κατά τα προπτυχιακά τους έτη. Πρόκειται επομένως για ποιοτικού χαρακτήρα, και διαρκείς όπως φαίνεται, επιδράσεις στην ίδια τη συγκρότηση των λειτουργών υγείας, καλλιέργεια μιας βαθύτερης ματιάς, τόσο ως προς τον εαυτό όσο και ως προς τον άλλο, η οποία δεν μπορεί να μην ενσαρκώνεται στην κλινική πρακτική — παρότι δεν είναι εύκολο να «μετρηθούν» οι επιπτώσεις στη φροντίδα (ή την κλινική έκβαση) ασθενών, μπορεί εύλογα να σκεφτεί κανείς ότι, με αυτά τα εφόδια των ιατρών που τη παρέχουν, θα είναι ευεργετικές.

Η λογοτεχνία, η αφήγηση, ο κινηματογράφος, η τέχνη γενικότερα αποτελεί σημαντικό εργαλείο της Ανθρωπιστικής Εκπαίδευσης στην Ιατρική. Η αξία αυτών των εργαλείων δεν σχετίζεται με την εγκύκλια παιδεία και την γενική μόρφωση των γιατρών που θα πάρουν μέρος σε ένα τέτοιο πρόγραμμα; πχ αν κάποιος γιατρός δεν είχε ποτέ σχέση με λογοτεχνία και τέχνη πόσο επιδραστικό θα είναι πάνω του ένα τέτοιο πρόγραμμα;

Πράγματι η λογοτεχνία, η ποίηση, οι εικαστικές και παραστατικές τέχνες εντάσσονται στο ευρύτερο πεδίο των Ανθρωπιστικών Επιστημών στην Ιατρική, μια προηγούμενη εξοικείωση όμως μαζί τους δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να παρακολουθήσει κανείς ένα τέτοιο πρόγραμμα και να ωφεληθεί από αυτό. Κι αυτό γιατί δεν μελετώνται ως γνωστικά πεδία, οπότε θα χρειαστεί να γνωρίζει π.χ. κάποιος λογοτεχνικά ή καλλιτεχνικά ρεύματα, θεωρήσεις, βασικούς εκπρόσωπους και έργα τους κ.λπ., αλλά συζητώνται ως προς αυτό που έχουν να μας «πουν» και αυτό που εμείς μπορούμε κάθε φορά να «ακούσουμε». Είναι πιθανό π.χ. κάποιος να μην έχει ξαναδιαβάσει Τολστόι, δεν μπορεί όμως να μην σταθεί μπροστά στη φράση: «κι εσείς το ξέρετε κι εγώ το ξέρω πως πεθαίνω, σταματάτε τουλάχιστον να λέτε ψέματα» από το διήγημά του «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς». Αυτό όμως που όντως χρειάζεται είναι το πρόσωπο που διδάσκει στο πεδίο των Ανθρωπιστικών Επιστημών στην Ιατρική να είναι σε θέση να διανοίξει νοηματικές διαδρομές ανάμεσα στο λογοτεχνικό έργο ή το έργο τέχνης και στην πραγματικότητα της άσκησης της ιατρικής.

Η πανδημία Covid κυριολεκτικά επέδρασε καταλυτικά με αρνητικό τρόπο στη σχέση γιατρού ασθενή. Ασθενής και γιατρός απομακρύνθηκαν ακόμα περισσότερο και καταργήθηκε έμμεσα η φυσική εξέταση και η έμφαση στο ιστορικό. Ο γιατρός δεν αγγίζει πια το σώμα του ασθενή και βασίζεται αποκλειστικά στις διαγνωστικές εξετάσεις. Αυτή η κατάσταση δυσκολεύει εξαιρετικά την εφαρμογή των Ανθρωπιστικών αρχών σήμερα. Όταν ο ορισμός της νόσου έχει μετατοπιστεί από το Πάσχον Πρόσωπο (κλινικό επίπεδο) στο υποκλινικό επίπεδο (διαγνωστικές εξετάσεις) και μελλοντικά στο γενετικό επίπεδο, με γονιδιακό ορισμό της νόσου, πώς θα χωρέσουν εκεί οι Ανθρωπιστικές Επιστήμες;

Σε μια τέτοια πορεία που περιγράφετε, μια ανοιχτή δίοδος μεταξύ ανθρωπιστικών επιστημών και ιατρικής, θα μας επιτρέψει να σκεφτούμε γιατί αυτό που εξ ανάγκης επέβαλλε η πανδημία κατέστη στη συνέχεια κοινός τόπος στην άσκηση της ιατρικής: τι εξυπηρετεί μια τέτοια πρακτική, μήπως ανέδειξε μια ήδη υφιστάμενη, ολοένα διευρυνόμενη απόσταση του ιατρού από τον ασθενή ως Πάσχον Πρόσωπο, όπως πολύ εύστοχα το ονομάζετε; Μήπως θα πρέπει να σκεφτεί κανείς αν αυτή η απόσταση είναι αποτέλεσμα μιας ένδειας εφοδίων για την εγκατάσταση μιας θεραπευτικής σχέσης με τον ασθενή, οπότε η υποκατάσταση αυτής από τις διαγνωστικές εξετάσεις ή τον (καθ)ορισμό της νόσου απόντος του ίδιου του υποκειμένου της εν τέλει, φαίνεται να «εξυπηρετεί» καθώς επίκεντρο γίνεται αυτό στο οποίο έχει εκπαιδευτεί ο ιατρός, δηλαδή η εφαρμογή των δεδομένων της έρευνας στο «αντικείμενο» της ιατρικής, το κλινικό «περιστατικό», με το υποκείμενο της ασθένειας να καθίσταται «αόρατο»… Στην περίπτωση όμως των ανθρωπιστικών επιστημών δεν μπορεί να μιλά κανείς για «εφαρμογή» ή «συμπληρωματική» προσθήκη τους –σε μια συνθήκη όπως αυτή που περιγράφετε είναι πολύ δύσκολο να «χωρέσουν» οι ανθρωπιστικές επιστήμες αλλά ούτε και θα ήταν αυτό το ζητούμενο: καθώς διαπλάθουν έναν κατανοητικό τρόπο σκέψης, έχει μεγαλύτερη σημασία να ενταχθούν εξαρχής στη μαθητεία για τη συγκρότηση της ταυτότητας των λειτουργών υγείας - και τότε νομίζω ότι θα υπάρχουν πολλές ελπίδες για την ανακοπή της πορείας προς τον αφανισμό του πάσχοντος ατόμου ως προσώπου από την άσκηση της ιατρικής.

Ο ιατρικός πληθωρισμός και παράλληλα η αυξανόμενη εξειδίκευση των γιατρών δυσκολεύει μάλλον την εφαρμογή της ανθρωπιστικής κοσμοθεωρίας σήμερα. Οι νεότεροι γιατροί λόγω του τεράστιου ανταγωνισμού σήμερα δίνουν έμφαση πλέον στην (γυμνή) επαγγελματική τους επιβίωση πλέον. Προτιμούν να μάθουν μια διαγνωστική τεχνική που θα αποδίδει οικονομικά πάρα να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα Ανθρωπιστικών Σπουδών στην Ιατρική. Τι μπορεί να γίνει ώστε να αλλάξει αυτό;

Αν αυτό που επιζητείται, κρίνεται με όρους αποδοτικότητας και άμεσης αποτελεσματικότητας, τότε η διαγνωστική τεχνική θα νικήσει κατά κράτος! Ένα πρόγραμμα «Ανθρωπιστικών Επιστημών στην Ιατρική», αν κριθεί με όρους χρηστικότητας και άμεσης απόδοσης, θα βρεθεί μάλλον «άχρηστο», ίσως και σπατάλη χρόνου... Η εκμάθηση και εφαρμογή μιας διαγνωστικής ή άλλης τεχνικής δεν μπορεί να τεθεί με τρόπο διαζευκτικό ως προς την παρακολούθηση ενός τέτοιου προγράμματος καθώς δεν πρόκειται για ομοειδείς στοχεύσεις: η μία περίπτωση αφορά την ενίσχυση των τεχνικών-κλινικών δεξιοτήτων, η άλλη τη δυνατότητα να σκέφτεται κανείς συνθετικά, να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται τις άρρητες παραδοχές της επιστήμης και της πρακτικής του, να μπορεί να κατανοεί την οπτική του άλλου... Ίσως ο νέος συνάδελφος που περιγράφετε να διαπιστώσει, ιδιαίτερα στο ανταγωνιστικό πλαίσιο του ιδιωτικού τομέα, ότι η επαγγελματική του επιβίωση δεν νοείται ποτέ «γυμνή», χωρίς δηλαδή την ίδια του την προσωπικότητα και τον τρόπο που ασκεί το επάγγελμά του, μπορεί π.χ. να διαπιστώσει ότι οι ασθενείς προστρέχουν εκεί όπου η τεχνική δεξιότητα μπορεί να συνδυαστεί με μια κατανοητική και ενσυναισθητική, ανθρώπινη δηλαδή, προσέγγιση. Μια τέτοια διαπίστωση μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο καμπής για την επανεξέταση του τρόπου που αντιλαμβάνεται την κλινική του πρακτική, αν όμως τέτοιες δίοδοι έχουν ενταχθεί οργανικά στην προπτυχιακή ή μεταπτυχιακών εκπαίδευση των νέων ιατρών, τότε το όλο ζήτημα θα μπορεί να τεθεί εξαρχής με διαφορετικούς όρους.

Η πλειοψηφία των θεμάτων του βιβλίου στοχεύει πιστεύω στον ασθενή ως αποδέκτη των ωφελειών της Ανθρωπιστικής Εκπαίδευσης στην Ιατρική. Ο γιατρός ο ίδιος πώς θα ωφεληθεί;

Ένα χαρακτηριστικό της εκπαίδευσης στο πεδίο «Ανθρωπιστικές Επιστήμες στην Ιατρική» είναι ότι αποτελεί μετασχηματιστική μάθηση, αλλάζει δηλαδή το ίδιο το υποκείμενό της, επομένως η όποια ωφέλεια προς τον ασθενή επέρχεται μέσω αυτού ακριβώς του γεγονότος. Το βιβλίο είναι διάσπαρτο από αφηγήσεις ιατρών που, ερχόμενοι αντιμέτωποι με το βίωμα της ασθένειας είτε κατά την άσκηση της ιατρικής ή ως ασθενείς οι ίδιοι, άλλαξαν τον τρόπο που βλέπουν την κλινική πρακτική και ασκούν την ιατρική. Όπως υπογραμμίζουν οι συγγραφείς του βιβλίου με βάση τη μακρά πείρα τους από τη διδασκαλία του πεδίου σε ιατρικές σχολές της Αμερικής, πρόκειται για μια «διανοητική, ηθική, συναισθηματική και υπαρξιακή» πορεία προς τη συγκρότηση μιας ταυτότητας που τη διακρίνουν «αρετές και δεξιότητες» που είναι «ουσιώδεις για την άρτια άσκηση της ιατρικής, όπως η ευγένεια χαρακτήρα, η πνευματική αναζήτηση, η συναισθηματική ειλικρίνεια, η κοινωνική ευαισθησία, η ευθυκρισία και η ηθική φαντασία». Πρόκειται δηλαδή για ποιοτικά χαρακτηριστικά που αφορούν τόσο την επαγγελματική συγκρότηση όσο και την ίδια την προσωπικότητα των λειτουργών υγείας, στην οποία άλλωστε θα θεμελιωθεί ο τρόπος που εφαρμόζουν την τέχνη τους, και συγκεκριμένα, όπως επίσης παρατηρούν οι συγγραφείς του βιβλίου: «στη συναισθηματική, ηθική και πνευματική τους ανάπτυξη (με τον όρο «πνευματική» εννοούμε τη διάσταση εκείνη του εαυτού που συνδέεται με τις υψηλότερες αξίες του ατόμου ή την πηγή από την οποία αντλεί νόημα)».

Με βάση την προσωπική μου εκτίμηση, η αυξανόμενη ιατρικοποίηση της ζωής μετατρέπει κλινικά υγιείς ανθρώπους σε ασθενείς (π.χ. μέσα από τη συνεχή μείωση των φυσιολογικών τιμών παραμέτρων όπως η χοληστερόλη, το σάκχαρο και η αρτηριακή πίεση). Οι αλλαγές του τρόπου ζωής και οι κοινωνικοί-περιβαλλοντικοί παράγοντες υποτιμώνται ενώ η κοσμοθεωρία της ιατρικής επιστήμης τονίζει αποκλειστικά την αξία των φαρμακευτικών ή μηχανικών παρεμβάσεων. Ελάχιστοι ενήλικες θα υπάρχουν μελλοντικά οι οποίοι να μην λαμβάνουν κάποιο φάρμακο στα πλαίσια κάποιας μακροχρόνιας «προληπτικής» φροντίδας. Θα ήθελα τον σχολιασμό σας.

Νομίζω ότι η όλη συζήτηση έχει να κάνει με τους στόχους και τα όρια της ιατρικής, άρα με μια κριτική επανεξέταση αυτής της «κοσμοθεωρίας της ιατρικής επιστήμης» που περιγράφετε, επανεξέταση την οποία ο διάλογος με τις ανθρωπιστικές επιστήμες μπορεί να στοιχειοθετήσει αλλά και να της προσφέρει προοπτικές που διαφυλάσσουν τόσο τον σεβασμό στο άτομο όσο και την άρτια άσκηση της ιατρικής. Για παράδειγμα, η προβληματική που έρχεται από την ιστορία και φιλοσοφία των επιστημών ή τις κοινωνικές επιστήμες μπορεί να φωτίσει το πώς καθορίζεται το κανονικό και το παθολογικό κάθε ιστορική εποχή, πώς η ιατρικοποίηση της ζωής (μπορούμε να σκεφτούμε αντιστοίχως και την ιατρικοποίηση του θανάτου) συναντά συνήθως μια στάση της κοινωνίας που κατά μία έννοια την ευνοεί, ζητήματα βιοπολιτικής και ιατρικής εξουσίας που έχουν να κάνουν με τη διαχείριση του σώματος, της ζωής και της υγείας ατόμων και πληθυσμών κ.ο.κ.

Αλλά και ο διάλογος με άλλους επιστημονικούς κλάδους που καλλιεργείται σε ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να είναι διαφωτιστικός, ως προς το πώς π.χ. οι τομείς της κοινοτικής υγείας, της περιβαλλοντικής υγείας, της πρόληψης και προαγωγής υγείας συζητούν την αλληλεπίδραση με τους κοινωνικούς καθοριστικούς παράγοντες της υγείας, ή αντιμετωπίζουν την πρακτική της «παρέμβασης» ως συμμετοχική διαδικασία όπου λαμβάνεται υπόψη η γενικότερη συνθήκη ζωής του ατόμου, το οποίο ενδυναμώνεται και κινητοποιείται ώστε να συμμετέχει ενεργά στη λήψη αποφάσεων για την υγεία του, παρά να αποτελεί παθητικό δέκτη. Η ανάπτυξη λοιπόν μιας αυτοκριτικής στάσης από την ίδια την ιατρική, με τις ανθρωπιστικές επιστήμες κριτικό συνομιλητή της (κάτι που άλλωστε αποτελεί ζητούμενο στην πρόσφατη μετεξέλιξης του πεδίου σε «Critical Medical Humanities»), μπορεί να αναδείξει τους περιορισμούς αλλά και τα αδιέξοδα μιας κοσμοθεωρίας που δεν έχει επίγνωση των υποκείμενων παραδοχών στις οποίες θεμελιώνεται η παραγωγή και διαχείριση της ιατρικής γνώσης και παραγνωρίζει τα ευρύτερα κοινωνικά, πολιτισμικά και πολιτικά συμφραζόμενα της υγείας, της ασθένειας και της ίδιας της άσκησης της ιατρικής.

Τι γίνεται σήμερα στην Ελλάδα όσον αφορά την εφαρμογή των Ανθρωπιστικών Σπουδών στην Ιατρική και πώς βλέπετε το ζήτημα της ένταξης των Ανθρωπιστικών Επιστημών στη δια βίου εκπαίδευση των γιατρών;

Τα τελευταία χρόνια εισάγονται σε ιατρικές σχολές της χώρας μας προγράμματα σπουδών, μαθήματα και σεμινάρια που εντάσσουν τις ανθρωπιστικές επιστήμες στο περιεχόμενό τους. Στην πλειονότητά τους ωστόσο πρόκειται για μαθήματα επιλογής, άρα δεν μιλάμε ακόμη για ουσιαστική ένταξη των ανθρωπιστικών σπουδών στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα των ιατρικών σχολών. Επίσης μοιάζει να μην υπάρχει ακόμη μια συνεκτική θεώρηση του πεδίου των Ανθρωπιστικών Επιστημών στην Ιατρική ως προς το εννοιολογικό του πλαίσιο και εδώ είναι που το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί να συνδράμει, άλλωστε αποτελεί το πρώτο εκπαιδευτικό εγχειρίδιο που σχεδιάστηκε ακριβώς για να οριοθετήσει το πεδίο και να υποστηρίξει τη διδασκαλία του σε επίπεδο προπτυχιακό, μεταπτυχιακό ή διά βίου εκπαίδευσης.

Η τελευταία μάλιστα έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς σε αυτή απευθύνονται κυρίως, όπως έχει δείξει και η δική μας εμπειρία από ανάλογο πρόγραμμα στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ιατροί και άλλες ειδικότητες επαγγελμάτων υγείας με κλινική εμπειρία και άρα με πολύ «ζωντανά» ερωτήματα από την κλινική πρακτική, για τα οποία τα εργαλεία μιας αποκλειστικά βιοιατρικά προσανατολισμένης εκπαίδευσης έχουν αποδειχθεί ατελέσφορα —είναι σημαντικό να δοθεί ένα πλαίσιο συζήτησης αυτών των προβληματισμών υπό το φως μιας βαθύτερης κατανόησης και μιας ευρύτερης οπτικής που μπορούν να προσφέρουν οι ανθρωπιστικές επιστήμες. Αυτό που και σε αυτή την περίπτωση χρειάζεται ωστόσο να σημειωθεί είναι ότι δεν πρόκειται για ένα ζήτημα επιμόρφωσης ή εμπλουτισμού των γνώσεων των ιατρών αλλά για μια θεώρηση βαθύτατα συνδεδεμένη με τον πυρήνα και τις αξίες της ιατρικής.

Info
Η παρουσίαση του βιβλίου Ανθρωπιστικές Επιστήμες στην Ιατρική θα γίνει το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026, ώρες 9:30-14:30 στο Παράρτημα Αθήνας του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ), Γραβιάς 4-6, Αθήνα.

Μαρία Μπούρη - βιογραφικό

Η Μαρία Μπούρη είναι απόφοιτη και διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ειδικεύθηκε στην παιδιατρική στην Ελλάδα και μετεκπαιδεύθηκε στη Μεγάλη Βρετανία στα αντικείμενα «Ανακουφιστική (Παρηγορική) Ιατρική» και «Ανθρωπιστικές Επιστήμες στην Ιατρική». Εργάστηκε για δύο δεκαετίες στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα της χώρας μας και σήμερα είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Δημόσιας και Κοινοτικής Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Είναι μέλος της συντονιστικής επιτροπής της ομάδας αναφοράς για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας της European Association for Palliative Care, μέλος του Εργαστηρίου Επικοινωνίας της Επιστήμης, της Τεχνολογίας και της Ιατρικής του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και επιστημονικά υπεύθυνη του προγράμματος δια βίου μάθησης του ιδίου πανεπιστημίου με τίτλο «Το βίωμα της ασθένειας και η επιστήμη της θεραπείας: Ανθρωπιστικές Επιστήμες στην Ιατρική». Είναι συγγραφέας άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά και κεφαλαίων σε συλλογικούς τόμους και έχει επιμεληθεί και μεταφράσει βιβλία και εκπαιδευτικά εγχειρίδια γύρω από τη φροντίδα του τέλους της ζωής, το περιγεννητικό πένθος, τη φιλοσοφία και ηθική της ιατρικής, την ένταξη των ανθρωπιστικών επιστημών στην εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, κ.α. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την εκμάθηση των παραδοσιακών οργάνων της αστικής λαϊκής μουσικής.