Βιβλιο

Dan Jones - «Σταυροφόροι»: Ο συγγραφέας των "Ναϊτών" επιστρέφει με μια μεγάλη αφήγηση των πολέμων για τους Αγίους Τόπους

Οι σταυροφορίες και η επίδρασή τους στη διαμόρφωση του μεσαιωνικού κόσμου

Γιώργος Δήμος
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Σταυροφόροι»: Ο Dan Jones ανασυνθέτει τέσσερις αιώνες συγκρούσεων, φιλοδοξιών και θρησκευτικού φανατισμού που άλλαξαν για πάντα την ιστορία της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής

«Αυτό είναι ένα βιβλίο για τις Σταυροφορίες: τους πολέμους που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα από στρατούς υπό χριστιανική ηγεσία και με την έγκριση του πάπα εναντίον εκείνων που θεωρούσαν εχθρούς του Χριστού και της Εκκλησίας της Ρώμης», γράφει ο ιστορικός, ραδιοτηλεοπτικός παραγωγός και βραβευμένος δημοσιογράφος Dan Jones στην εισαγωγή του βιβλίου του, «Σταυροφόροι: Η Επική Ιστορία των Πολέμων για τους Αγίους Τόπους» (μτφρ.: Μάριος Κουτσούκος, εκδ. Utopia). Ύστερα από την επιτυχία του ιστορικού βιβλίου του, «Οι Ναΐτες: Η Άνοδος και η Πτώση των Ιερών Πολεμιστών του Θεού», που έγινε διεθνές μπεστ σέλερ, ο Jones καταπιάνεται με ένα ακόμη πιο φιλόδοξο πρότζεκτ, εκείνο της εξιστόρησης των οκτώ ή εννέα μεγάλων εκστρατειών «από τη Δυτική Ευρώπη προς τους Αγίους Τόπους, καθώς και μιας σειράς άλλων θρησκευτικών πολέμων που διεξήχθησαν από τις ηλιοψημένες πόλεις της βορειοαφρικανικής ακτής έως τα παγωμένα δάση της Βαλτικής». Μέσα από τις ιστορίες των Βιλαρδουίνων και των Γοδεφρείδων, των Ναϊτών και των Ιωαννιτών, του πάπα Ουρβανού Β΄ και άλλων μικρότερων, ανέλπιστων ηρώων, όπως ο Πέτρος ο Ερημίτης, ο συγγραφέας μάς μεταφέρει πίσω στη μεσαιωνική Ευρώπη, ακολουθώντας το χρονικό μιας θρησκευτικής σύγκρουσης που έμελλε να πάρει βιβλικές διαστάσεις.

Ο Jones δίνει στο βιβλίο του τον τίτλο «Σταυροφόροι», καθώς ο όρος αυτός —«crucesignati» στα λατινικά—, που περιέγραφε τους πολεμιστές εκείνους οι οποίοι είχαν λάβει την εντολή του πάπα να «πάρουν τον δρόμο προς τον Πανάγιο Τάφο», ράβοντας στο μανίκι τους έναν υφασμάτινο σταυρό και πηγαίνοντας να απελευθερώσουν την πόλη της Ιερουσαλήμ από τον ζυγό του Ισλάμ, με αντάλλαγμα την πλήρη άφεση των αμαρτιών τους, φαίνεται να προηγείται του όρου «Σταυροφορίες», που καθιερώθηκε από τους ιστορικούς πολύ αργότερα. Η Πρώτη Σταυροφορία (1096–1099) ξεκίνησε ύστερα από το κάλεσμα του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού για βοήθεια προς τη Δύση, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους Τούρκους που απειλούσαν τα ανατολικά σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο πάπας Ουρβανός Β΄, λαμβάνοντας την απεγνωσμένη επιστολή του Αλέξιου, πραγματοποίησε μεγάλη περιοδεία στη Γαλλία, με κορυφαίο σταθμό τη Σύνοδο του Κλερμόν, όπου παρακίνησε το ποίμνιό του σε στρατιωτικό προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, προκειμένου να πολεμήσει τους μουσουλμάνους κατακτητές στο πλευρό των ομόθρησκων Βυζαντινών, έχοντας κατά νου την επανένωση των δύο Εκκλησιών, με απώτερο σκοπό την επικράτηση της Δύσης επί της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζαντίου). Η ανταπόκριση που βρήκε η παρακίνησή του φάνηκε να ξαφνιάζει ακόμη και τον ίδιο, καθώς χιλιάδες πιστοί —όχι μόνο ιππότες και έμπειροι πολεμιστές, αλλά ακόμη και γυναικόπαιδα— άφησαν τα σπίτια και τις περιουσίες τους για να υπερασπιστούν τη χριστιανοσύνη στους άγνωστους για αυτούς τόπους της Ανατολής. Έτσι, η πρώτη αυτή, στοιχειωδώς οργανωμένη, φάση της Α΄ Σταυροφορίας ονομάστηκε Σταυροφορία του Λαού και είχε ως επικεφαλής τον Πέτρο τον Ερημίτη, έναν Γάλλο μοναχό που αντηχούσε τον εμψυχωτικό λόγο του πάπα Ουρβανού υπέρ της Σταυροφορίας, πιθανώς για προσωπικό του όφελος, και τον ιππότη Βάλτερ τον Ακτήμονα.

Οι πρώτοι Σταυροφόροι έφτασαν, ύστερα από μήνες, στο Βυζάντιο, λεηλατώντας πόλεις και σκοτώνοντας διαφόρων ειδών «απίστους» στον δρόμο τους —όπως, για παράδειγμα, τους Εβραίους του Βορμς, στη Γερμανία—, σαν ένας βίαιος όχλος «βαρβάρων», όπως τους περιγράφει η ιστοριογράφος και κόρη του Αλέξιου Α΄, Άννα Κομνηνή, στο έργο της «Αλεξιάδα» (1148). Οι διάφοροι πρίγκιπες της Δύσης, φτάνοντας στα βάθη της Μικράς Ασίας, «απελευθέρωσαν» μεν πόλεις από τους μουσουλμάνους κατακτητές τους, καταλήγοντας όμως να γίνουν οι ίδιοι οι νέοι κατακτητές τους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Νορμανδού πρίγκιπα Βοημούνδου Α΄, ο οποίος, όταν κατέλαβε την αρχαία πόλη της Αντιόχειας, αρνήθηκε να υψώσει τη βυζαντινή σημαία στην πόλη, αλλά, αντίθετα, αυτοανακηρύχθηκε ανεξάρτητος ηγεμόνας της. Οι εσωτερικές διαμάχες στο Ισλάμ, με τάγματα όπως αυτό των Ισμαηλιτών να είναι διατεθειμένα να συμμαχήσουν με τους Χριστιανούς εναντίον τόσο των Σουνιτών όσο και των Σιιτών μουσουλμάνων, έναντι του κατάλληλου ανταλλάγματος, δεν βοήθησαν στην αντίσταση των τοπικών βασιλείων απέναντι στους διψασμένους για «θεία δίκη» Σταυροφόρους.

Με τους Δυτικούς να έχουν εγκατασταθεί για τα καλά στις διάφορες στρατηγικά σημαντικές πόλεις της Μέσης Ανατολής, περί το 1100, το όνειρο του πάπα Ουρβανού Β΄ άρχισε σταδιακά να γίνεται πραγματικότητα, αφότου εκείνος απεβίωσε στις 29 Ιουλίου 1099, λίγες εβδομάδες μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από την Α΄ Σταυροφορία, χωρίς να προλάβει να πληροφορηθεί το γεγονός. Ιερά τάγματα, όπως αυτό των Ναϊτών Ιπποτών, με επικεφαλής τον Ούγο ντε Πεν, κατάφεραν να κερδίσουν την παπική αναγνώριση και έγιναν οι πολεμικοί εκπρόσωποι μοναστικών ταγμάτων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας —στην περίπτωση των Ναϊτών, το πρότυπο ήταν οι Κιστερκιανοί μοναχοί— στους Αγίους Τόπους. Πενήντα χρόνια μετά την Πρώτη Σταυροφορία, η Καθολική Εκκλησία άρχισε να πλήττεται από σχίσματα και εσωτερικές διαμάχες, οπότε η ανάγκη για έναν κοινό στόχο, όπως ήταν η Πρώτη Σταυροφορία, άρχισε σιγά σιγά να γίνεται επιτακτική. Με αφορμή την πτώση της Κομητείας της Έδεσσας το 1144, ο πάπας Ευγένιος Γ΄, ακολουθώντας βήμα προς βήμα τις τακτικές που οδήγησαν στην πρώτη επιτυχημένη στρατιωτικοθρησκευτική εκστρατεία, κήρυξε τη Δεύτερη Σταυροφορία (1147–1149), με τη βοήθεια του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ΄ και του αυτοκράτορα της Γερμανίας Κορράδου Γ΄. Η νέα αυτή εκστρατεία, ωστόσο, δεν είχε την τύχη της πρώτης και κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία, ύστερα από ταπεινωτικές ήττες, ενισχύοντας τη μουσουλμανική αντεπίθεση και διευρύνοντας οριστικά το χάσμα μεταξύ της Δυτικής Χριστιανοσύνης και του Βυζαντίου.

Dan Jones © Andrea Tajti

Η Γ΄ Σταυροφορία (1189–1192), γνωστή και ως «Σταυροφορία των Βασιλέων», ακολούθησε μια παρόμοια συνταγή με τις προηγούμενες εκστρατείες, προβαλλόμενη ως η ευρωπαϊκή αντεπίθεση για την ανακατάληψη των Αγίων Τόπων μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τον Σαλαντίν. Πρωταγωνιστές εδώ ήταν οι τρεις ισχυρότεροι ηγεμόνες της Ευρώπης: ο Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα (Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία), ο Φίλιππος Β΄ Αύγουστος (Γαλλία) και ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος (Αγγλία). Αν και η Ιερουσαλήμ παρέμεινε τελικά στα χέρια των Μουσουλμάνων, η έκβαση της Σταυροφορίας αυτής ήταν να εξασφαλιστεί η ελεύθερη πρόσβαση των άοπλων χριστιανών προσκυνητών στους Αγίους Τόπους και να κατακτηθεί η Κύπρος.

Σταυροφορίες συνέχισαν να διεξάγονται για πολλά χρόνια, ενώ συνολικά η ιστορική περίοδος των Σταυροφοριών καλύπτει περίπου τέσσερις αιώνες. Ο Dan Jones περιγράφει καθεμία από αυτές «με ρυθμό, πνεύμα και διορατικότητα, με πανοραμική ματιά και αστείρευτη ανθρωπιά», όπως σημειώνει η Βρετανίδα ιστορικός Helen Castor. Σπανίως ένα ιστορικό βιβλίο μπορεί να μεταφέρει στους αναγνώστες μια ολοκληρωμένη εικόνα μιας εποχής, με τους προδρόμους της και τις επιρροές της στα μετέπειτα ιστορικά γεγονότα. Ο Jones, με εξαιρετικά απλό ύφος και χωρίς περιττολογίες, μας προσφέρει εδώ μια αφήγηση της μεγαλύτερης ίσως πολιτικής και θρησκευτικής σύγκρουσης που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη, ο απόηχος της οποίας εξακολουθεί να αντηχεί ακόμη και σήμερα.