Βιβλιο

Richard Powers, «Παιχνιδότοπος»

Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Gutenberg

Κυριάκος Αθανασιάδης
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Νέοι τίτλοι που ξεχωρίζουν, προτάσεις που αξίζουν τον χρόνο σας, κείμενα για το βιβλίο και την ανάγνωση

Richard Powers, «Παιχνιδότοπος» (μετάφραση Γιώργος Κυριαζής, 573 σελίδες, Εκδόσεις Gutenberg).

Ο «Παιχνιδότοπος» («Playground», 2024) είναι το δέκατο τέταρτο μυθιστόρημα του Ρίτσαρντ Πάουερς. Συμπεριλήφθηκε στη μακρά λίστα του Booker Prize 2024 και προκάλεσε πληθωρικές συζητήσεις για τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο γεφυρώνει την τεχνολογική φαντασία με τη σύγχρονη οικολογική αγωνία.

Ο βραβευμένος με Πούλιτζερ συγγραφέας επιστρέφει σε μια πολυπρισματική, πολυφωνική σύνθεση, ανάλογης φιλοδοξίας με τις «Κορυφές της ζωής» («The Overstory», 2018· ελληνική έκδοση σε μετάφραση Βασιλικής Πολίτη, Διάπλαση 2019). Ωστόσο, το φυσικό πεδίο εδώ μετατοπίζεται. Ενώ στις «Κορυφές» κυριαρχούσε η αργή ζωή των δασικών οικοσυστημάτων, στον «Παιχνιδότοπο» η εστίαση στρέφεται στον ωκεανό: στους κοραλλιογενείς υφάλους, στη νοημοσύνη των θαλάσσιων πλασμάτων, αλλά και στην ανθρώπινη τάση να μετατρέπει κάθε ανεξερεύνητο χώρο σε πεδίο οικονομικού πειραματισμού και τεχνολογικής εκμετάλλευσης. Ο τίτλος λειτουργεί πολυεπίπεδα. «Playground» είναι οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και το παιχνίδι σαν αρχέγονη δραστηριότητα (σκάκι, Γκο, κώδικες). Είναι όμως και ο ίδιος ο πλανήτης, όταν οι ισχυροί τον αντιμετωπίζουν σαν πεδίο δοκιμών και σαν υλικό προς αξιοποίηση.

Το μυθιστόρημα πλέκει τις ιστορίες τεσσάρων χαρακτήρων. Η Εβελίν, με καταγωγή από τον Καναδά, μυείται από παιδί στην κατάδυση και εξελίσσεται σε εμβληματική μορφή της θαλάσσιας εξερεύνησης. Η Ίνα, μεγαλωμένη σε στρατιωτική βάση του Ειρηνικού, αποτυπώνει τη ρευστή γεωγραφία των εμπειριών της μέσα από τη γλυπτική. Ο Τοντ και ο Ράφι γνωρίζονται στο Ιλινόι και συνδέονται στενά μέσω των παιχνιδιών στρατηγικής, του προγραμματισμού και του Γκο, αν και στην πορεία η ταξική και φυλετική τους διαφοροποίηση, σε συνδυασμό με τον ίλιγγο της τεχνολογικής επιτυχίας, θα ανοίξουν ένα βαθύ ρήγμα ανάμεσά τους.

Η κεντρική αφήγηση εκτυλίσσεται σε ένα μικρό νησί της Γαλλικής Πολυνησίας. Η τοπική κοινότητα καλείται να αποφασίσει αν θα αποδεχθεί την πρόταση ενός τεχνολογικού κολοσσού για την κατασκευή μιας βάσης πλωτών πόλεων. Το νησί, με το τραυματισμένο οικοσύστημά του, μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στην υπόσχεση της ανάπτυξης και μια νέου είδους αποικιακή βία. `Ο Πάουερς αξιοποιεί αυτή τη συνθήκη για να αναμετρηθεί με την τεχνολογική ουτοπία, τη νεοαποικιοκρατία και την κλιματική κρίση, αποδομώντας την αυταπάτη ότι η ανθρώπινη ευφυΐα μπορεί να επιδιορθώσει τα πάντα μέσω μιας ψηφιακής πλατφόρμας.

Το βιβλίο οργανώνεται γύρω από τη σύγκρουση δύο κόσμων: ενός τεχνολογικού και ενός οικολογικού. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η πίστη ότι κάθε πρόβλημα μετατρέπεται σε υπολογιστικό μοντέλο και προσομοίωση, και από την άλλη αναδύεται η ικανότητα να προσεγγίσουμε τον πλανήτη σαν ένα δίκτυο αλληλένδετων ζωντανών οργανισμών που προϋπήρχαν της βούλησής μας και αντιστέκονται στη βίαιη απλοποίηση που επιχειρούμε να εφαρμόσουμε επάνω τους.

Ο Πάουερς γνωρίζει εις βάθος και αγαπά τη θάλασσα, εξ ου και αποτυπώνει άψογα τον βυθό — με επιστημονική ακρίβεια και αισθητηριακή ένταση. Τα μάντα, τα χταπόδια και τα κοράλλια σηκώνουν το κύριο ηθικό βάρος της πλοκής. Ο άνθρωπος παύει να είναι το μοναδικό μέτρο της ζωής, καθώς οι μη ανθρώπινες μορφές νοημοσύνης και η παιγνιώδης συμπεριφορά τους (βλέπε και το απόσπασμα παρακάτω) αποκτούν κεντρική θέση στην αφήγηση. Η τεχνητή νοημοσύνη, από την άλλη, αποτελεί τον δεύτερο μεγάλο άξονα. Ο Τοντ, ερχόμενος αντιμέτωπος με την άνοια, επιχειρεί να διασώσει τη μνήμη του και να ψηφιοποιήσει τον εαυτό του. Ένα ισχυρό ερώτημα που διατρέχει το μυθιστόρημα είναι αν η τεχνολογία μπορεί να διαφυλάξει την ανθρώπινη ταυτότητα ή αν παράγει, απλώς, μια πειστική απομίμησή της. Παράλληλα, η σχέση του με τον Ράφι συνιστά τον ανθρώπινο πυρήνα του έργου — το ποιος καρπώνεται την ιδέα, ποιος εξορίζεται από το αφήγημα της επιτυχίας, και ποιος ορίζει το μέλλον.

Ο «Παιχνιδότοπος», ένα μυθιστόρημα μεγάλης κλίμακας όπου το προσωπικό δράμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις πλανητικές διεργασίες, είναι κάτι παραπάνω από απλώς επίκαιρος, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη και η περιβαλλοντική κρίση είναι οργανικά στοιχεία της καθημερινότητάς μας. Ουσιαστικά, ο δικός μας παιχνιδότοπος… Ο Πάουερς ενώνει αυτά τα δύο πεδία δείχνοντας ότι η τεχνολογία και η οικολογία μοιράζονται τα ίδια θεμελιώδη ερωτήματα εξουσίας και επιβίωσης.

Ένα απαιτητικό, πυκνό και εντυπωσιακό μυθιστόρημα από έναν δημιουργό που επιμένει να βλέπει τη λογοτεχνία σαν τον κατεξοχήν χώρο συνάντησης της επιστήμης, της ηθικής και της αφήγησης. Ένα βιβλίο που ανταμείβει τον αναγνώστη.

* * *

Αλλά είπαμε πολλά: δίνουμε αμέσως τώρα τον λόγο στον μεταφραστή του βιβλίου Γιώργο Κυριαζή, αφού τον ευχαριστήσουμε θερμά και από εδώ για την προθυμία και τον χρόνο του. Νά τι μας είπε:

Κάθε συγγραφέας έχει τις εμμονές του, κι αυτό είναι ένα στοιχείο που συντελεί σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση του προσωπικού του ύφους. Όταν διαβάζεις λοιπόν στο οπισθόφυλλο του «Παιχνιδότοπου» για ειδυλλιακά νησιά, τεχνολογικούς κολοσσούς, τεχνητή νοημοσύνη και ωκεάνια ζωή, ξέρεις τι να περιμένεις.

Ο Ρίτσαρντ Πάουερς έχει εδώ και χρόνια εμμονή με την τεχνολογία και την οικολογία, και αυτές οι θεματικές έχουν μόνιμη θέση στα βιβλία του. Όμως το πιο σημαντικό στοιχείο στη γραφή του είναι ότι όλα αυτά τα στοιχεία τα ενώνει κάτω από την ομπρέλα του συναισθήματος: τα μυθιστορήματά του ξεχειλίζουν συγκίνηση, αλλά είναι από κείνο το είδος της συγκίνησης που καταφέρνει να μη γίνεται μελό. Τα συναισθήματα προκύπτουν αβίαστα μέσα από τις συνθήκες που βιώνουν οι χαρακτήρες, αντλώντας πρώτη ύλη από την πραγματικότητα που βιώνεις εσύ, ο αναγνώστης.

Οι περιγραφές του φυσικού κόσμου, ιδίως κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας (περιοχή στην οποία οι περισσότεροι από μας έχουμε πρόσβαση αποκλειστικά μέσω των ντοκιμαντέρ), είναι καθηλωτικές και σε πείθουν να αφεθείς στην ομορφιά των έμβιων όντων και στη χαρά της ζωής.

Το «τρικ» που υπάρχει στην αφήγηση θα φανερωθεί αργά στην πορεία της πλοκής και θα σε βάλει σε σκέψεις, όχι μόνο για τα εξιστορούμενα γεγονότα αλλά και για τη φύση της αφήγησης και της λογοτεχνίας γενικότερα.

Δεν είναι όμως αυτό το κεντρικό σημείο του βιβλίου· με άλλα λόγια, αν σου το αποκαλύψει κάποιος βιαστικός, δεν θα σου καταστρέψει την απόλαυση της ανάγνωσης: ο «Παιχνιδότοπος» έχει να προσφέρει όλα όσα προαναφέραμε, και κυρίως συγκίνηση απέναντι στη φύση και στον (μη άπληστο) άνθρωπο. Είναι ένα βιβλίο γεμάτο αγάπη.

  • Διαβάστε δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο:

Χρόνια μελέτης είχαν πείσει την Εβελίν ότι τα μάντα ήταν πολύ εξυπνότερα απ’ ό,τι υποπτευόταν ο κόσμος. Είχε περάσει πολλές δεκαετίες στενής παρατήρησης και δεν την τρόμαζε πλέον η προκατάληψη απέναντι στον ανθρωπομορφισμό. Αυτό που ξεκίνησε, αιώνες πριν, ως υγιής ασφαλιστική δικλίδα ενάντια στην προβολή, συντελούσε πλέον, με ύπουλο τρόπο, στον ανθρώπινο εξαιρετισμό, στην πεποίθηση πως τίποτε άλλο στη Γη δεν έμοιαζε με οποιονδήποτε τρόπο με μας. Στην ηλικία της, η Εβελίν Μπολιέ δεν είχε πια χρόνο για καθωσπρεπισμούς και αυτολογοκρισία. Ως καλή εμπειρίστρια, δεν είχε ενδοιασμούς να ονοματίσει τη συμπεριφορά που έβλεπε μπροστά της. Αυτό που έκανε ο Μοναχικός με τις φυσαλίδες της ήταν ξεκάθαρο. Έβλεπε τι έδειχναν τα στοιχεία. Έβλεπε με τι έμοιαζε: το γιγάντιο πτηνόμορφο ψάρι έπαιζε.

Το παιχνίδι ήταν η μέθοδος που διέθετε η εξέλιξη για να χτίζει εγκεφάλους, και οποιοδήποτε πλάσμα με εγκέφαλο τόσο ανεπτυγμένο όσο ένα γιγάντιο ωκεάνιο μάντα σίγουρα θα το χρησιμοποιούσε. Αν θέλεις να κάνεις κάποιον εξυπνότερο, μάθε του να παίζει. Κανείς δεν αρνιόταν το παιχνίδι των θηλαστικών. Η ίδια είχε παίξει τόπι με δελφίνια στα ανοιχτά των Κέιμαν. Είχε παρακολουθήσει αρκούδες να παλεύουν και λιοντάρια να χορεύουν, ένα πουλάρι κι ένα ελάφι να παίζουν κυνηγητό, και χιμπατζήδες να εξαπατούν ο ένας τον άλλο παίζοντας κάτι που έμοιαζε με παπά. Για χρόνια ο σκύλος της οικογένειας τής έκανε υποκλίσεις, προκαλώντας την να παίξουν.

Όμως ακόμα και τα ψάρια έπαιζαν: πριν πεθάνει, έπρεπε να το πει αυτό στον κόσμο. Οι κιχλίδες σε αιχμαλωσία έπαιζαν χόκεϊ με βότσαλα μέσα στα ενυδρεία τους. Τα ψάρια μονομάχοι έπαιζαν κυνηγητό. Είχε δει κηλιδοχειλούδες να κυνηγούν δείκτες λέιζερ ακόμα κι αφού η δραστηριότητα αυτή δεν τους πρόσφερε πλέον τίποτε άλλο παρά μόνο εξάντληση. Και τώρα ένα μάντα, που δεν είχε ανάγκη τον αέρα τους, την πλησίαζε και ζητούσε κι άλλο.

Πάνω από την Εβελίν, ο Μοναχικός έκανε μια κίνηση τους τα πάνω τόσο απότομα που ο επίπεδος δίσκος που σχημάτιζε το κορμί του γύρισε εντελώς ανάποδα. Η τούμπα επέτρεψε στον τιτάνα να κοιτάξει πίσω και από πάνω του, αλλά σίγουρα θα έβρισκε διασκεδαστικά αυτά τα ακροβατικά. Το μεγάλο πλάσμα καθώς ολοκλήρωνε τον κύκλο έκανε μια αυτοπεριστροφή και στράφηκε τους την Εβελίν. Ετοιμάσου, έρχομαι.

Η Εβελίν σταθεροποίησε το σώμα τους σαν να ετοιμαζόταν να κάνει σκριν σε αγώνα μπάσκετ, και καθώς το ψάρι πέρασε άλλη μια φορά από πάνω τους, είπε φωναχτά στο επιστόμιο του αναπνευστήρα τους: «Σειρά σου!»

Ο Μοναχικός έπιασε τους φυσαλίδες των λέξεών τους κάτω από το ένα πτερύγιο και τους κράτησε εκεί όσο περισσότερο μπορούσε. Η Εβελίν σχεδόν άκουσε το πλάσμα να μιμείται το γέλιο που βγήκε βροντερό από μέσα τους. Τίποτα στη ζωή δεν συγκρινόταν με το παιχνίδι ανάμεσα σε ξαδέρφια που ο τελευταίος κοινός τους πρόγονος είχε ζήσει πριν από 440 εκατομμύρια χρόνια.

[ . . . ]

Ενώ το διοικητικό μου συμβούλιο και τα προσεκτικά επιλεγμένα στελέχη εστίαζαν την προσοχή τους στο να διατηρούν το μεγαλύτερο δυνατό μερίδιο μιας αγοράς που δεν υπήρχε μερικά χρόνια νωρίτερα, εγώ ήμουν προσηλωμένος στο πραγματικό προϊόν του Παιχνιδότοπου: τα εκατομμύρια συναισθηματικά ξεσπάσματα που συσσωρεύονταν καθημερινά. Ήξερα ότι μπορούσαμε να μετατρέψουμε τα δισεκατομμύρια των αναρτήσεων σε ένα εντελώς νέο είδος νομίσματος. Κάθε φορά που οι χρήστες πόσταραν οτιδήποτε, μας παρείχαν διάφορες πληροφορίες σχετικά με το ποιοι ήταν, πώς συμπεριφέρονταν και σε τι έδιναν αξία. Εκείνο το κουβάρι της ανθρώπινης σύγχυσης κρατούσε το κλειδί για το μέλλον της εταιρίας.

Για μένα, όλες εκείνες οι επιδεικτικές αναρτήσεις των χρηστών ήταν ακατανόητες. Ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα καλός στο να καταλαβαίνω τους ανθρώπους, και σταμάτησα κάθε προσπάθεια τη μέρα που με έβγαλε από τη ζωή του ο Ράφι. Όμως αμέτρητες άλλες εταιρίες λαχταρούσαν τους πακτωλούς δεδομένων που είχαμε συλλέξει, κι εγώ δέχτηκα μετά χαράς να τα πουλήσω. Θα έπρεπε να υπάρχει κάποιος τρόπος να μετατρέψουμε σε χρυσό εκείνο το βουνό από σκατά. Προφανώς, μόνο με περαιτέρω λογισμικό θα μπορούσε να γίνει η μετατροπή σε τέτοιο ρυθμό και κλίμακα ώστε να είναι επικερδής.

Ήξερα ότι η παλιά καλή ΤΝ —αυτή πάνω στην οποία δούλευα στο πανεπιστήμιο— δεν επαρκούσε γι’ αυτή τη δουλειά. Όμως είχαν αρχίσει να διαφαίνονται τα πρώτα σημάδια μιας τεχνικής που θα μπορούσε να σκάψει στα εκατομμύρια των αναρτήσεών μας για να εξορύξει πολύτιμες πληροφορίες. Ήταν μια επαναστατική προσέγγιση που ονομαζόταν βαθιά μάθηση.

Ο Ντιπ Μπλου είχε κινήσει τον Κασπάροφ χάρη στην υπολογιστική ισχύ του. Οι άνθρωποι που τον προγραμμάτισαν είχαν προσδιορίσει τα καλύτερα ανοίγματα, είχαν ορίσει τις ισχυρές κινήσεις, είχαν περιγράψει πώς μπορεί κανείς να ελέγξει τη σκακιέρα και να αποκτήσει υλική υπεροχή, και είχαν εξηγήσει πώς μπορεί κανείς να νικήσει στα τελικά στάδια της παρτίδας. Ο Ντιπ Μπλου είχε πάρει απλώς αυτές τις δηλωτικές οδηγίες και εφάρμοζε εκτενή υπολογισμό για να ψάξει πιο χαμηλά στο διακλαδούμενο δέντρο κινήσεων και απαντήσεων απ’ όσο θα μπορούσε να φτάσει ένας άνθρωπος.

Όμως οι νέες μηχανές έκαναν κάτι ριζικά διαφορετικό. Μάθαιναν από μόνες τους, με επαναλαμβανόμενη ενθάρρυνση υπό περιορισμένη επίβλεψη. Χτένιζαν ολόκληρες ηπείρους δεδομένων από μόνες τους, έβρισκαν μοτίβα, γενίκευαν και έβγαζαν συμπεράσματα που δεν μπορούσαν να τα δουν ούτε καν οι εκπαιδευτές τους. Μάθαιναν να παίζουν παίζοντας.

Και αυτοί οι βαθείς παίκτες μάθαιναν τα πιο εκπληκτικά πράγματα. Άρχισαν να οδηγούν αυτοκίνητα. Χωρίς να τους πει κανείς το παραμικρό για τις γάτες, πέρα από το αν μια συγκεκριμένη φωτογραφία απεικόνιζε γάτα ή όχι, έμαθαν πώς να αναγνωρίζουν οποιαδήποτε γάτα από οποιαδήποτε οπτική γωνία υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Βρήκαν τον τρόπο να μεταφράζουν κείμενο από μια γλώσσα σε μια άλλη με απίστευτη ευφράδεια, χωρίς να έχουν διδαχθεί ούτε έναν κανόνα γραμματικής ή χρήσης. Τα μάθαιναν όλα αυτά όπως θα τα μάθαινε ένα παιδί, ζυγίζοντας τα διαθέσιμα στοιχεία και ρυθμίζοντας την ισχύ των συνδέσεων στο νευρωνικό τους δίκτυο ώσπου ο εγκέφαλός τους να αρχίσει να γενικεύει και να βρίσκει λύσεις.

Εξαπέλυσα τη βαθιά μάθηση στον θησαυρό δεδομένων των χρηστών του Παιχνιδότοπου. Κάθε πρόταση που έγραφε ένας άνθρωπος, κάθε εικόνα που ανέβαζε, κάθε θετική ψήφος που έδινε στις αναρτήσεις των άλλων, δίδασκε τους βαθιά μαθητευόμενους τι πίστευε και τι ήθελε αυτός ο άνθρωπος. Μια βαθιά μαθητευόμενη ΤΝ μπορούσε να ψάξει σε εκατοντάδες εκατομμύρια σελίδες στοιχείων και να βρει τι είδους αυτοκίνητο προτιμούσε να οδηγεί κάποιος χρήστης, πόσα χρήματα έβγαζε, ποιους φιλανθρωπικούς σκοπούς θα στήριζε, ποια τρόφιμα, ποτά, ρούχα και αγαθά πολυτελείας επιθυμούσε περισσότερο, κατά πόσο ήταν πιθανό να διαπράξει μοιχεία ή φοροδιαφυγή, και τι ψήφιζε στην πραγματική του ζωή. Το να γνωρίζεις κάποιον σήμαινε πως είχες εξουσία πάνω του, και οι αλγόριθμοι βαθιάς μάθησης άρχιζαν να γνωρίζουν τους χρήστες μας με τρόπους ανέφικτους για οποιονδήποτε άνθρωπο. Ήταν σε θέση να δουν, μέσα στα δεδομένα, πράγματα που διέφευγαν απ’ όλους, και μάλιστα χωρίς παρωπίδες και χωρίς προκατάληψη, συσχετίζοντας μόνο τα στοιχεία.

Οι αλγόριθμοι ταιριάσματος που φτιάξαμε ήταν χοντροκομμένοι στην αρχή: Διαφημίσεις καταστημάτων με ρούχα για ανθρώπους που ανέβαζαν αναρτήσεις σχετικές με την πεζοπορία και το ψάρεμα. Διαφημίσεις για συγκεκριμένες μάρκες και συγκεκριμένα μοντέλα αυτοκινήτων για όσους τα εγκωμίαζαν. Καθώς όμως οι μηχανές άρχιζαν να συσχετίζουν ό,τι έκαναν και έλεγαν οι χρήστες μας με τις διαφημίσεις τις οποίες επέλεγαν να κλικάρουν, η γνώση τους βάθυνε. Σε λίγο καιρό, πολλοί προμηθευτές ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν πολλά χρήματα για τα πλεονεκτήματα που τους πρόσφεραν τα συστήματα στοχευμένης διαφήμισης που είχαμε αναπτύξει.

Η εύρεση συσχετισμών στα δεδομένα των χρηστών ήταν κάτι σαν τον μεσόιππο — μια σημαντική ανακάλυψη που ήταν ήδη απαρχαιωμένη. Η επόμενη νέα ανακάλυψη εξαρτιόταν από το κατά πόσο οι μηχανές θα μάθαιναν τον τρόπο να καταλαβαίνουν αυτά που αναρτούσαν οι χρήστες μας. Είδα σ’ αυτό μια ευκαιρία να εφαρμόσω την ψυχοϊστορία του Ασίμοφ: να προβλέψω τη ροή των μαζικών γεγονότων αναλύοντας στατιστικά τα πιο μικρά τους μέρη — με άλλα λόγια, τους τελικούς χρήστες ατομικά. Κάτι μεγαλύτερο από μας παιζόταν πλέον στον Παιχνιδότοπο.

Μαθητευόμενες ΤΝ σαν τη δική μας άρχισαν να παίρνουν αποφάσεις στον τομέα του μάρκετινγκ, να παρέχουν υποστήριξη πελατών, να αναπτύσσουν φάρμακα, να κάνουν διαγνώσεις και θεραπείες σε ασθενείς και να επιβάλλουν ποινές σε εγκληματίες. Βάζαμε το μέλλον στον αυτόματο πιλότο. Εγώ όμως δεν κοντοστάθηκα ποτέ για να αμφισβητήσω τον κανόνα που καθόριζε τη ζωή όπως την γνώριζα: ή εξελίσσεσαι, ή πεθαίνεις.

  • Νά και το οπισθόφυλλο:

Ένα ειδυλλιακό νησί στον Ειρηνικό μεταβάλλεται σε πεδίο αντιπαραθέσεων, όταν κάποιος τεχνολογικός κολοσσός επιχειρεί να κατασκευάσει εκεί μια βάση για πλωτές πόλεις. Οι κάτοικοι καλούνται να αποφασίσουν αν θα πουν το «ναι» ή θα διαφωνήσουν. Τρεις παλιοί γνωστοί ξανασυναντιούνται: ο Τοντ, δισεκατομμυριούχος της τεχνητής νοημοσύνης, που γνωρίζει πως έχει άνοια· ο Ράφι, φίλος του από τα σχολικά χρόνια, όταν τους ένωνε η αγάπη για τα παιχνίδια στρατηγικής, που ζει τώρα ήρεμα στο νησί· και η Ίνα, η σύζυγός του, μια Πολυνήσια γλύπτρια. «Ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα για την τεχνητή νοημοσύνη και τον θαυμαστό κόσμο της ωκεάνιας ζωής» (The Guardian). Από τον βραβευμένο με Πούλιτζερ και Εθνικό Βραβείο Μυθοπλασίας των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Πάουερς (ΗΠΑ, 1957).

  • Και ένα μικρό βιογραφικό του συγγραφέα:

Ο Richard Powers γεννήθηκε το 1957 στο Έβανστον του Ιλινόι. Από τους σημαντικότερους σύγχρονους πεζογράφους των ΗΠΑ, είναι γνωστός για τον τρόπο με τον οποίο συνδέει στα έργα του τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τις τέχνες με την επιστήμη, την τεχνολογία και το περιβάλλον. Σπούδασε φυσική και αγγλική φιλολογία. Εργάστηκε για ένα διάστημα ως προγραμματιστής υπολογιστών, εμπειρία που επηρέασε έντονα τη θεματολογία του. Το ευρύ κοινό τον γνώρισε καλύτερα μέσα από το βιβλίο του «The Overstory», που απέσπασε το Βραβείο Πούλιτζερ Μυθοπλασίας το 2019. Από τις Εκδόσεις Gutenberg κυκλοφορεί ακόμη το μυθιστόρημά του «Αμηχανία» («Bewilderment», υποψήφιο για το Βραβείο Booker του 2021, μετάφραση Γιώργος Κυριαζής, 2024). Τα κείμενά του διακρίνονται για την πολυεπίπεδη δομή τους και τον προβληματισμό τους γύρω από το μέλλον του πλανήτη και της ανθρώπινης συνείδησης στην εποχή της τεχνολογίας.

Richard Powers | Λήψη φωτογραφίας από το βίντεο «Author Richard Powers on his new book “Playground”» του CBS News (YouTube, 28.9.2024).

Βρείτε το στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας, ή όπου αλλού σάς αρέσει να προμηθεύεστε τα βιβλία σας.

* * *

Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.