Βιβλιο

Λάουρα Τσβιέρτνια: «Η Ιστορία χάνεται όταν δεν μιλάμε γι’ αυτήν»

«Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς»: Μια ιστορία για το πώς είναι να ζεις ως δύο διαφορετικοί άνθρωποι, μέσα και έξω από το σπίτι, και για όσα κληροδοτεί αυτή η αυτολογοκρισία στα παιδιά

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
ΤΕΥΧΟΣ 1008
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Γερμανοαρμένισσα συγγραφέας Λάουρα Τσβιέρτνια μιλά για το μυθιστόρημά της «Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς», τη Γενοκτονία των Αρμενίων, το διαγενεακό τραύμα και την αναζήτηση της ταυτότητάς της

Ένα νεαρό κορίτσι από τις λαϊκές συνοικίες της Βρέμης κηδεύει την Αρμένισσα γιαγιά του. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ξέρει ελάχιστα πράγματα για την αρμένικη καταγωγή της, κι αυτά μόνο από μισόλογα του πατέρα της. Ο μπαμπάς, με καταγωγή από την Πόλη, χωμένος μες στις σιωπές του, αρνείται όχι μόνο να μιλήσει για το παρελθόν, αλλά και να παραδεχτεί δημοσίως την αρμένικη ταυτότητά τους: Άβι τον φωνάζουν στο σπίτι, Αλί στον δρόμο. Όπως εξάλλου και τη μητέρα του, τη γιαγιά της μικρής: Αρμινέ ήταν τ’ όνομά της, Μαριάμ κατέληξε να λέγεται ως gastarbeiterin στη Γερμανία – Αρμένισσα για τον εαυτό της, Τουρκάλα για όλους τους άλλους.

Η ιστορία είναι μυθοπλασία, μα δανείζεται πολλά από την οικογενειακή ιστορία της Λάουρα Τσβιέρτνια (γενν. 1987), δημοσιογράφου της Die Zeit και πρωτοεμφανιζόμενης πεζογράφου με το «Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς» (εκδ. Loggia, μτφρ. Βασίλης Κωστόπουλος). Μιλήσαμε μαζί της στα Χανιά, όπου ήταν καλεσμένη του Φεστιβάλ Βιβλίου, για τη μνήμη, τα ταξίδια της στην Τουρκία και την Αρμενία, την προσπάθειά της να πιάσει το νήμα της ιστορίας μέσα από μνήμες θραυσματικές και διπλές αποσιωποιήσεις, ώστε να πλάσει την ιστορία της πρωταγωνίστριάς της, Κάρλα, μα και να ψηλαφίσει την ίδια της την ταυτότητα.

Η Λάουρα Τσβιέρτνια μιλά για τη μνήμη, τη σιωπή και την ταυτότητα

— Ποια κομμάτια αυτού του μυθιστορήματος είναι κομμάτια και της δικής σου ιστορίας, Λάουρα;

Αναρωτιέμαι συχνά κι εγώ το ίδιο, επειδή στη Γερμανία τοποθετούν συνήθως το βιβλίο μου στην αυτομυθοπλασία, ίσως γιατί υπάρχει η τάση να θεωρούνται οι νεαρές γυναίκες συγγραφείς –ιδίως οι μεταναστευτικής καταγωγής– «συγγραφείς εξομολόγησης»: Α, για την προσωπική της ιστορία γράφει, σκέφτονται, λες και οι γυναίκες πρέπει να γράφουν πάντα από έναν χώρο συναισθηματικό, μια εμπειρία πόνου, ας πούμε, ενώ στους άντρες επιτρέπεται να είναι απλώς καλοί μυθιστοριογράφοι. (γελάει)

— Μου κάνει εντύπωση αυτό που λες, γιατί οι συγγραφικές τεχνικές του βιβλίου είναι φανερότατα μυθοπλαστικές: τριτοπρόσωπη αφήγηση, συνεχείς μεταβάσεις μεταξύ δεκαετιών, μια πρωταγωνίστρια που γνωρίζει πολύ λιγότερα απ’ όσα οι αναγνώστες…

Πολύ σωστά. Είναι ένα βιβλίο αποσιωπήσεων. Δεν λέω ότι δεν είναι βασισμένο σε οικογενειακές ιστορίες – και η δική μου γιαγιά ήρθε στη Γερμανία ως εργάτρια και υπέφερε όπως η Μαριάμ· και η δική μου προγιαγιά έζησε τη Γενοκτονία των Αρμενίων, όπως αυτή της Κλάρα–, αλλά παραμένει ένα βιβλίο που έχει σκοπό να μην αποκαλύψει πολλά πράγματα. Κι εγώ η ίδια δεν γνωρίζω πολλά πράγματα για την οικογένειά μου· όσο πιο βαθιά πάω στο παρελθόν, τόσο λιγότερα ξέρω και συνεπώς τόσο περισσότερες είναι οι μυθοπλαστικές μου παρεμβάσεις, σαν να λέμε. Ήταν σημαντικό για μένα η πρωταγωνίστριά μου να μην ξέρει τα πάντα, να μη βρει όλες τις απαντήσεις. Γιατί ήθελα να δείξω πώς η Ιστορία χάνεται επειδή δεν μιλάμε γι’ αυτήν. Οπότε οι αναγνώστες ξέρουν πολύ περισσότερα απ’ όσα η Κλάρα, αλλά ούτε κι αυτοί ξέρουν τα πάντα.

Συν τοις άλλοις, για να ολοκληρώσω την απάντησή μου στην πρώτη σου ερώτηση, όταν βασίζεις ένα μυθιστόρημα σε πραγματικά γεγονότα και τα μετατρέπεις κατόπιν σε μυθοπλασία, είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τι είναι αλήθεια και τι μύθευμα. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να διασκεδάσεις την απουσία μνήμης, να ξεγελάσεις το κενό, τις σιωπές στην ταυτότητά σου και τον πόνο που σου προκαλούν.

— Τι εννοείς; Τι σόι πόνο σού προκαλεί αυτό το κενό, αυτή η σιωπή της ταυτότητάς σου;

Μεγαλώνοντας, ήξερα ότι ήμουν μισή Γερμανίδα από τη μαμά μου, μισή Αρμένισσα εκ Τουρκίας από τον μπαμπά μου. Αλλά δεν καταλάβαινα τι σήμαινε αυτό: αφού ήμασταν από την Τουρκία, γιατί δεν λέγαμε ότι είμαστε Τούρκοι, όπως τόσοι και τόσοι φίλοι μου; Τι σχέση είχαμε με την Αρμενία, αφού είμαστε από την Τουρκία; Μεγάλωσα σε μια περιοχή όπου οι περισσότεροι φίλοι μου ήταν Αλβανοί, Ρώσοι, Έλληνες, Τούρκοι. Όλοι πήγαιναν τα καλοκαίρια «σπίτι τους». Εμείς δεν πηγαίναμε πουθενά. Δεν ήξερα γιατί.

Μετά μας ανέφεραν τη Γενοκτονία των Αρμενίων στο μάθημα της Ιστορίας στο σχολείο. Σοκαρίστηκα. Κανείς δεν μου είχε μιλήσει ποτέ γι’ αυτό. Ήθελα να ρωτήσω στο σπίτι να μάθω και δεν τολμούσα. Υπήρχε ένας αόρατος τοίχος που με σταματούσε από το να θέσω καν την ερώτηση. Για πολλά χρόνια υπέφερα, γιατί κάτι μέσα μου έλειπε, υπήρχε ένα κενό. Ούτε μπορούσα να βγω παραέξω να μιλήσω σε φίλους, γιατί ήταν Τούρκοι κι έλεγαν «Τι ψέματα είναι αυτά; Εμείς δεν σας κάναμε ποτέ κάτι τέτοιο. Γιατί λες τέτοια ψέματα για εμάς;»

— Δεν μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ότι οι Αρμένιοι της Γερμανίας δεν μπορούσαν να μιλήσουν για το παρελθόν τους λόγω της τόσο μεγάλης τουρκικής κοινότητας εκεί. Ίσως επειδή οι Αρμένιοι στην Ελλάδα είναι καθ’ όλα ανοιχτοί με το παρελθόν τους, το οποίο κατά κάποιον τρόπο συμπλέει και με αυτό των Μικρασιατών και των Ποντίων, αλλά και των Ρωμιών της Πόλης, όπως δείχνεις στο βιβλίο σου.

Να φανταστείς πως, όταν το βιβλίο εκδόθηκε στην Αρμενία και πήγα στο Γερεβάν να το παρουσιάσω, δεν καταλάβαιναν αυτή τη σιωπή των Γερμανο-Αρμένηδων. «Μα γιατί φοβάστε τόσο πολύ διαρκώς;» με ρωτούσαν. Και πώς να τους εξηγήσω την παρατεταμένη στρατηγική, ας το πούμε, αυτολογοκρισίας, που ξεκινάει από τότε που ήρθαν οι Αρμένιοι ως εργάτες στη Γερμανία κι έπρεπε να ενταχθούν σε κοινότητες που έβριθαν από Τούρκους (τη γλώσσα των οποίων μιλούσαν εξάλλου), κοινότητες που, επιπλέον, βάλλονταν από τον ήδη υπάρχοντα ρατσισμό των ίδιων των Γερμανών απέναντι στους Τούρκους; Ήμασταν η μειονότητα της μειονότητας. Όταν το βιβλίο κυκλοφόρησε στη Γερμανία, έρχονταν άνθρωποι και μου έλεγαν: «Αυτή είναι και η δική μου ιστορία! Κι εγώ δεν μπορούσα να μιλήσω για όλα αυτά!». Θυμάμαι τη μητέρα μου, που έλεγε πάντα: «Μην τυχόν και πεις σε κανέναν ότι είσαι Αρμένισσα». Και ξαφνικά όλοι αυτοί οι άνθρωποι, έχοντας διαβάσει το βιβλίο μου, βγήκαν από τις σκιές και μ’ έκαναν να νιώσω λιγότερο μόνη.

— Μου θυμίζεις τώρα μια γνωστή μου Αρμένισσα από την Κωνσταντινούπολη, που έχει διαγράψει εντελώς την καταγωγή της από την ταυτότητά της. Στο όνομά της, στο επίθετό της, στα πάντα.

Πριν από μερικά χρόνια έγραψα ένα άρθρο στην Die Zeit για την τελευταία σύγκρουση που έγινε στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, προσπαθώντας να καταλάβω γιατί με άγγιζε τόσο αυτή η ιστορία, αφού ούτε ήξερα κανέναν από εκεί ούτε η καταγωγή της οικογένειάς μου είναι από εκείνα τα μέρη. Και κατάλαβα ότι αυτό που με συγκινούσε τόσο ήταν το σβήσιμο μιας ολόκληρης ταυτότητας από έναν γεωγραφικό τόπο, το ξερίζωμα χιλιάδων χρόνων αρμένικης παρουσίας από την περιοχή. Μια διάσημη φράση που λέγεται για τις γενοκτονίες είναι ότι «το τελικό στάδιο μιας γενοκτονίας είναι η άρνησή της». Αλλά για μένα υπάρχει ένα ακόμα βήμα παραπέρα: η άρνηση μέσα μας, το self-denial.

Και καταλαβαίνω γιατί μπορεί να συμβαίνει αυτό εδώ στη Γερμανία: οι περισσότεροι Τούρκοι μετανάστες πρώτης ή δεύτερης γενιάς ψηφίζουν Ερντογάν, έχουμε επίσης τεράστια διάχυση των ιδεών των Γκρίζων Λύκων. Όταν πρωτοβγήκε αυτό το βιβλίο, φοβόμουν μη δεχτώ απειλές, γιατί έχουμε επιθέσεις Τούρκων εθνικιστών προς άλλες μειονότητες συχνά. Αν βγαίνεις από δω κι από κει και μιλάς για τη Γενοκτονία των Αρμενίων, ας πούμε, μπορεί να βρεις και τον μπελά σου.

— Δηλαδή δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια να «ανακτήσουν» οι Αρμένιοι της Γερμανίας την ιστορία τους; Και το βιβλίο σου είναι ένα λιθαράκι μέσα σ’ ένα κενό μνήμης;

Όχι, δεν έχει γίνει, και ίσως τώρα να έχουν βγει ένα δυο βιβλία ακόμη, αλλά για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της Γερμανίας νομίζω ότι το βιβλίο μου ήταν το πρώτο. Και νομίζω ότι κινητοποίησε πολλούς ανθρώπους να ανοίξουν την καρδιά τους, να μιλήσουν. Από την άλλη, έχεις ακόμα ανθρώπους σαν τον πατέρα μου, που λένε «Δεν καταλαβαίνω γιατί εξέδωσες αυτό το βιβλίο. Ποιος ενδιαφέρεται γι’ αυτά τα πράγματα;» Και τώρα που ήρθα στην Ελλάδα δεν καταλαβαίνει καν γιατί με κάλεσαν οι Έλληνες να μιλήσω για όλα αυτά.

Λάουρα Τσβιέρτνια © Εργαστήριο Ψηφιακών Μέσων και Στρατηγικής Επικοινωνίας (DMSCLAB)/Στέλιος Τασόπουλος

— Προφανώς γιατί, εκτός από ένα καλό βιβλίο, είναι κι ένα βιβλίο που αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό και το δικό μας παρελθόν.

Ορισμένες φορές σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι περιμέναμε. Όταν ερευνούσα τα Σεπτεμβριανά, ας πούμε, νόμιζα ότι ήταν ένα πογκρόμ καθαρά εναντίον των Ελλήνων της Πόλης. Αλλά έμαθα ότι ήταν και εναντίον των Αρμενίων. Πολλοί Έλληνες της Γερμανίας μού έγραψαν και με ευχαρίστησαν που μίλησα γι’ αυτό.

— Πώς συμβιβάζεις τα δύο σου «μισά», Λάουρα; Το γερμανικό βαρύ παρελθόν του θύτη με το αρμένικο βαρύ παρελθόν του θύματος;

Μεγαλώνοντας ως Γερμανίδα στο σχολείο, το να μαθαίνω για όλα τα κακά που έκαναν οι Ναζί ήταν, κατά κάποιον τρόπο, θετικό: με καθιστούσε υπεύθυνη να μην ξαναφήσω να γίνει τίποτα παρόμοιο στους Εβραίους. Όπως πολλοί άλλοι Γερμανοί, ένιωθα ότι είχαμε πάρει το μάθημά μας. Και μετά κατάλαβα ότι αρνούμασταν να μιλήσουμε ανοιχτά ως κοινωνία για τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Οι Γερμανοί έπαιξαν ρόλο σ’ αυτήν, υποβοηθώντας τους Νεότουρκους σε επιχειρησιακό και πρακτικό επίπεδο, αλλά η συνενοχή μας είναι κάτι για το οποίο δεν μιλάμε. Ούτε μιλάμε, εδώ που τα λέμε, για το οικογενειακό ναζιστικό παρελθόν του καθενός, λες και οι Ναζί ήταν κάποιοι άλλοι Γερμανοί, άσχετοι μ’ εμάς.

Έτσι, ενώ μικρότερη δεν καταλάβαινα γιατί δεν μπορούσαν οι φίλοι μου οι Τούρκοι απλώς να παραδεχτούν το κακό που έκαναν («όπως εμείς») και να προχωρήσουμε όλοι μαζί σαν άνθρωποι προς το μέλλον και τη συμφιλίωση, τώρα καταλαβαίνω από τη μία τι ρόλο παίζει η προπαγάνδα, η αποσιώπηση και η σχολική κατήχηση (στην Τουρκία), αλλά αναγνωρίζω και το γεγονός ότι οι Τούρκοι, θύματα ρατσισμού οι ίδιοι, θέλουν να νιώθουν περήφανοι για την καταγωγή τους. Από την άλλη, βεβαίως, δεν συμφωνώ κιόλας ότι τα θύματα θα πρέπει να κάνουν τη ζωή των θυτών πιο εύκολη.

Πιστεύεις ότι το συλλογικό τραύμα γίνεται συχνά διαγενεακό;

Νομίζω πως ναι. Ειδικά στην περίπτωση που το τραύμα αποσιωπάται, περνά ασυνείδητα από τη μία γενιά στην άλλη. Να το πω κι αλλιώς: όταν υπάρχει συλλογική μνήμη, μπορείς να την καλλιεργήσεις, να μιλήσεις για ντροπιαστικά πράγματα που συνέβησαν είτε από τη μεριά των θυμάτων είτε από αυτή των θυτών και να προσπαθήσεις να προχωρήσεις παρακάτω. Όταν δεν υπάρχει συλλογική μνήμη, το τραύμα μένει ανοιχτό μέσα σου. Έχω ακούσει για ιστορίες Αρμενίων που έπρεπε να διαλέξουν ποια από τα παιδιά τους θα έπαιρναν μαζί τους και ποια θα άφηναν στα δάση μήπως και γλιτώσουν μόνα τους. Πώς να μιλήσεις γι’ αυτά τα πράγματα όταν έχεις απέναντί σου κάποιον να σου λέει συνέχεια «Όχι, αυτά που λες δεν συνέβησαν ποτέ»; Θυμάμαι μια πανεπιστημιακό που εξειδικεύεται στις γενοκτονίες, η οποία μου είχε πει το εξής: «Αν πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύεις ότι το τραύμα που φέρεις αντιστοιχεί σε πραγματικά γεγονότα, στο τέλος παύεις να μιλάς». Γιατί καλύτερα να μη μιλάς παρά κάθε φορά να πρέπει να αποδείξεις εκ νέου τι σου συνέβη και να πονάς που σου το αρνούνται.

— Και σ’ εσένα πώς λειτουργεί αυτό;

Θα σου πω κάτι που ίσως ακούγεται περίεργο και μεταφυσικό, αλλά, όταν έγραφα τη σκηνή που η οικογένεια της γιαγιάς, πριν ακόμα φύγει εκείνη για Γερμανία, ταμπουρώνεται στο σπίτι της στο Πέρα στα Σεπτεμβριανά –μια ιστορία που την έβγαλα απ’ το μυαλό μου–, έβαλα τον πατέρα να κρατάει στο χέρι το όπλο του από τον τουρκικό στρατό. Όταν διάβασε ο δικός μου πατέρας το πρώτο draft, μου λέει: «Όλα σωστά τα γράφεις, μόνο εδώ έχεις κάνει ένα λάθος: δεν κρατούσε το όπλο του, φόρεσε μόνο τη στολή του από τον τουρκικό στρατό». Σοκαρίστηκα. Εγώ τη σκηνή την είχα πλάσει εξ ολοκλήρου με τη φαντασία μου. Αλλά τελικά φαίνεται ότι τα παιδιά κληρονομούν ιστορίες ασυνείδητα, ιστορίες που αποσιωπώνται. Φαντάσου, ας πούμε, μια μητέρα που έχει βιαστεί στο παρελθόν και, κάθε φορά που γίνεται λόγος για βιασμό στην τηλεόραση, αλλάζει κανάλι. Στο παιδί της δεν θα πει ποτέ τίποτα· αλλά εκείνο θα συνδέσει ασυνείδητα τη μητέρα του με τους βιασμούς. Ίσως κάτι τέτοιο συνέβη και μ’ εμένα και το πογκρόμ του 1955. Υπάρχουν, δυστυχώς, τόσο πολλοί τρόποι να κληροδοτηθεί ένα τραύμα…

  • Λάουρα Τσβιέρτνια, «Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς» | Εκδόσεις Loggia | Μετάφραση: Βασίλης Κωστόπουλος