- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
«Παραντί» της Κατερίνας Ηλιοπούλου: Συναντώντας αυτό που δεν ήξερες ότι έψαχνες
Ποιες είναι οι παράμετροι σ’ αυτό το εξωφρενικό πείραμα που ονομάζουμε συνείδηση του εαυτού;
Γενναιόδωρο και μαζί απαιτητικό, το Παραντί επιβάλει στον αναγνώστη μια προσωπική σχέση με το κείμενο.
Ο μύθος κάνει κάτι παραπάνω απ’ το να διασκεδάσει ή να γοητεύσει τη φαντασία – μεταστοιχειώνει τη συνθήκη της ζωής επιστρέφοντας την στο υπέδαφος και από εκεί, την προβάλλει την επάνω στην ανθρώπινη διαχρονία: αυτό πάντα ήταν.
Παρομοίως με τον μύθο του Παραντί, ότι οι άνθρωποι είμαστε ιπτάμενα όντα. Όπως τα παιδιά που πάντα τα απασχολεί το θέμα του μεγέθους, το Παραντί πραγματεύεται το μέγεθος του χώρου εντός και εκτός– το βάθος και την έκταση του, μέχρι πού μπορείς να χαθείς ώστε μετά να ξαναβρεθείς, πώς εισχωρεί κανείς στο άβατο (ή πώς προσεγγίζεται το αμετάκλητο). Πού βρίσκεται το όριο από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή, (όπως π.χ. μετά από έναν φόνο ή όταν έχεις γλιστρήσει μέσα σε μια σχισμή της αβύσσου κι έχεις επιβιώσει); Και ποιες είναι οι παράμετροι σ’ αυτό το εξωφρενικό πείραμα που ονομάζουμε συνείδηση του εαυτού;
«Είμαι ένα είδος ερημίτη χωρίς πίστη και εκτός φύσης» ανακοινώνει ο αφηγητής. Και, «Αυτή η φωνή δεν είναι δική μου, είναι η φωνή ενός που τον έχω εφεύρει από ανάγκη».
Κι αλλού, «Ο ήρωας πάντα πρέπει να πεθαίνει και μάλιστα με πολλούς τρόπους και πολλές φορές».
Αρχικά, μπορούμε άραγε, τις παραμέτρους της συνείδησης να τις γυρίσουμε το μέσα έξω, να τις αδειάσουμε από περιεχόμενο, να τις αρνητικοποιήσουμε, όπως συμβαίνει με μια φωτογραφία; «…Με γοήτευε αισθητικά και πνευματικά η έννοια της απουσίας, ένας προάγγελος της τωρινής μου κατάστασης».
Η απροσδιοριστία (του μέσα κι έξω, του κοντά και μακριά) είναι το σημείο εκκίνησης του βιβλίου, η στιγμή υποχώρησης κάθε στέρεου εδάφους απ΄ όπου ξεκινάει αυτό το …εγχειρίδιο αναζήτησης. Όχι τυχαία, ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου είναι «Εξαφάνιση».
Η μόνη βεβαιότητα που έχουμε στα χέρια μας στην αρχή αυτής της πλοήγησης αφορά τη σκευή του αφηγητή που αποκαλύπτεται πραγματικά γερό σκαρί, σχεδιασμένο να αντέχει τους κλυδωνισμούς, την αβεβαιότητα, την έλλειψη. Ό,τι κι αν βιώνει (τα ημίμετρα της καθημερινότητας, την βουβαμάρα, την εγκατάλειψη) η σχέση του μ’ αυτό παραμένει στιβαρή, το περίγραμμα των αναφορών του σίγουρο και ακαριαίο.
Έτσι, π.χ., στα ημερολογιακά σπαράγματα διαβάζουμε: «…Άλλη μια αηδιαστική μέρα γεμάτη ειδήσεις. Ειδήσεις, ειδήσεις. Έφαγα σαν γουρούνι και είδα δυο ταινίες. Μετά απ’ αυτό έπεσα για ύπνο σχεδόν αναίσθητος, αλλά τελικά δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Αισθάνομαι σβησμένος».
Ή, «Ο χωρισμός έχει δρομολογηθεί από καιρό. Είμαι ανήσυχος. Παρ’ όλ’ αυτά, με καταλαμβάνει απρόσμενα μια χαρά που θα μείνω μόνος… σαν την κρυφή αδημονία να δεις ένα ερείπιο να γκρεμίζεται».
Ο χορευτικός τρόπος που ο αφηγητής μετατοπίζει διαρκώς το κέντρο βάρους του σε αντιφατικά συναισθήματα είναι συστατικό αυτού που ονομάσαμε στιβαρότητα. Ενώ η κατεύθυνση είναι στερητική (προς το α-χαρτογράφητο, την α-γνωσία, την απορρύθμιση, το «σκανδαλωδώς αδέσποτο») υπάρχει παρ’ όλ’ αυτά μια στόχευση στην ορμή αυτής της αναζήτησης. Είναι σαν ένας πολύτροπος ύμνος στην απουσία και, όπως κάθε ύμνος, δηλώνει μια υπόρρητη πίστη. Υπάρχει εδώ κάτι σχεδόν δοξαστικό, κάτι από την μαζοχιστική (ή συγγραφική) ικανότητα να υποφέρεις και να απολαμβάνεις ταυτόχρονα.
«Τώρα έχω αποσυνδεθεί από όσα συνήθιζα να αποκαλώ πραγματικότητα μου…Κάθε μέρα είναι μια δύσκολη εφεύρεση. Τι μου λείπει; Συχνά ο εαυτός μου. Δεν μπορώ να επισκεφτώ τα οικεία του μέρη, σαν να είμαι ταξιδιώτης που έχασε τον δρόμο του. Έχω κάτι να πω που ακόμα δεν έχει γίνει λόγος».
Μάς έχει έτσι συστηθεί η πρώτη φωνή, η φωνή της ανεστιότητας, μέσα από την οποία θα φιλτραριστούν και όλες οι υπόλοιπες αυτού του σπονδυλωτού μυθιστορήματος. Κατόπιν, πάντα υπό την σκηνοθεσία της αυτοβιογράφησης, από το παρελθόν του αφηγητή ανασυστήνεται ο πρώτος του θιάσου, ο Λουκάς, παιδικός φίλος και δυο χρόνια μεγαλύτερος, ένας παραβατικός και αψίθυμος story-teller, ξεναγός σ’ έναν κόσμο άγνωστο μα ποθητό. «Δεν είχα συλλάβει μέχρι τότε την ιδέα του άλλου, την έλξη-απώθηση που μου ασκούσε αυτό που ήταν διαφορετικό από μένα, τη βία και το ξεβόλεμα και την πρόκληση, γιατί ποτέ πριν δεν είχε τύχει να θέλω τόσο πολύ αυτόν τον άλλο. Ο Λουκάς μου χρειαζόταν, υποθέτω, σαν εργαλείο εξόρυξης του εαυτού μου, γιατί με αυτόν άνοιξε μέσα μου κάτι άγνωστο, προοπτικές και δυνατότητες αδιανόητες μέχρι τότε».
Η αναγνώριση του άλλου και όσα πυροδοτεί η αφήγηση της ιστορίας του, είναι καταστατική για τον συγγραφέα. Είναι το διαβατήριο το οποίο στην διάρκεια της αέναης διαδρομής προς αυτό «που δεν έχει ακόμα γίνει λόγος», τον χρήζει ως τέτοιο μέσα στην κοινότητα της γλώσσας.
Η άλλη καθοριστική συνάντηση στο πρώτο κεφάλαιο είναι με την φιγούρα ενός ρακένδυτου ξένου, ενός αποσυνάγωγου που ο συγγραφέας βλέπει «τυχαία» ξανά και ξανά στους δρόμους την πόλης: «… Στεκόταν πάλι όπως συνήθιζε όρθιος, με ένα λεπτό παντελόνι σαν σαλβάρι και ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω… Η ακινησία του ήταν σχεδόν απόκοσμη μέσα στο κινούμενο πλήθος, ήταν συγκεντρωμένος σε κάτι που δεν ήταν ορατό και μαγνήτιζε το βλέμμα μου. Μετά από αρκετή ώρα ακινησίας άρχισε να σηκώνει τα χέρια του πάρα μα πάρα πολύ αργά, μέχρι που έφτασαν πάνω από το κεφάλι του… χόρευε, ναι, χόρευε…αθέατος αλλά σε κοινή θέα και ένα σχοινί αόρατο μας ένωνε εκείνον κι εμένα που… από εδώ και πέρα θα τον κουβαλούσα μαζί μου· είχα βρει σ’ αυτόν κάτι που δεν ήξερα ότι έψαχνα».
Η ιστορία αυτού του απροσδόκητου αγγελιοφόρου θα σφραγίσει στο τέλος την τροχιά του βιβλίου, καθώς η ολοσχερής ξενότητα που ενσαρκώνει, αποδεικνύεται ο καρπός μιας δυσθεώρητης πνευματικής διαδρομής. Καθοδόν, επανακάμπτουν σταθερά τα μοτίβα του σωσμού και της απώλειας, της γνώσης που είναι αδύνατον να μεταδοθεί, της εγγύτητας που για να πραγματωθεί, επιβάλει μια εσωτερική μετατόπιση.
Η Ηλιοπούλου εμφυσά ζωή στους χαρακτήρες της με μια σίγουρη διακύμανση, «σαν το φιλί της ζωής, αναπνοή μέσα από το στόμα μου στο δικό του, αναπνοή με λέξεις». Αυτό γίνεται με τρόπο μεστό στην περίπτωση της Τζουλιέτα αλλά με σπαρακτική αιχμηρότητα στις ιστορίες του Μπομπ και του Παραντί. Το τελευταίο ισχύει και για τον συγγραφέα της και «την παθιασμένη μου αφοσίωση σε κάτι διαρκώς διαφεύγον που κινεί και δίνει νόημα στην ζωή». Το οποίο δεν είναι άλλο από τον ορισμό της πίστης.
Γενναιόδωρο και μαζί απαιτητικό, το Παραντί επιβάλει στον αναγνώστη μια προσωπική σχέση με το κείμενο που αραιώνει τη σύσταση της κεκτημένης γνώσης κάνοντας χώρο για κάτι καινούργιο. Για την ευπρόσδεκτη διασάλευση που η λογοτεχνία φιλοδοξεί να είναι.
Παραντί της Κατερίνας Ηλιοπούλου, εκδόσεις Εστίας, σελ. 240