Βιβλιο

Στο σύμπαν του Δημήτρη Νανόπουλου: Να αυτοκτονήσω ή να φτιάξω καφέ;

«Το Σύμπαν δεν σου δίνει σκοπό. Σου δίνει την ελευθερία να τον δημιουργήσεις», λέει ο κορυφαίος θεωρητικός φυσικός

Λουκάς Βελιδάκης
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Δημήτρης Νανόπουλος μιλά στην ATHENS VOICE για τον Καμύ, το βιβλίο του «Ο Κβαντικός Μύθος του Σισύφου», την τεχνητή νοημοσύνη και γιατί πιστεύει ότι η κβαντική φυσική δεν αφαιρεί το νόημα από τη ζωή μας 

Ήταν μέσα της δεκαετίας του '60 όταν ο νεαρός Δημήτρης Νανόπουλος στάθηκε μπροστά σε έναν πάγκο με βιβλία και πήρε στα χέρια του ένα πράσινο βιβλιαράκι των εκδόσεων Γαλαξίας. Στο εξώφυλλο έγραφε «Ο μύθος του Σισύφου». Τον Σίσυφο τον ήξερε· τον συγγραφέα, όχι. 

«Παίρνω το βιβλίο, μπαίνω στον τρόλεϊ και αρχίζω να το διαβάζω. Έπεσε το σαγόνι μου. Να ξεκινάει και να λέει ότι, αφού διαβάζεις αυτό το βιβλίο, έχεις απαντήσει στο μεγαλύτερο φιλοσοφικό πρόβλημα - δεν έχεις αυτοκτονήσει. Τι λέει ο άνθρωπος!».

Εξήντα χρόνια αργότερα, ο διεθνώς αναγνωρισμένος θεωρητικός φυσικός, ακαδημαϊκός και ένας από τους πρωτεργάτες της Θεωρίας Υπερχορδών, κάθεται απέναντί μου σε ένα κινηματογραφικό σκηνικό με πόρτες που ανοιγοκλείνουν, σε μία ήσυχη γωνία στο Καφέ της Μεγάλης Βρεταννίας, για να μιλήσει για το νέο του βιβλίο: «Ο Κβαντικός Μύθος του Σισύφου». Είναι το συμπύκνωμα μιας ολόκληρης ζωής που ξεκίνησε με εκείνο το πράσινο βιβλιαράκι.

Δημήτης Νανόπουλος: «Αισθανόμουν πάντα λίγο ξένος»

Ο Νανόπουλος δηλώνει περήφανος που είναι Έλληνας - «από την οικογένειά μου, αλλά και από την ιστορία που κουβαλάει αυτή η χώρα». Κι όμως, από πολύ μικρός κάτι τον σπρώχνε αλλού. «Αισθανόμουν πάντα περίεργα. Σαν τον ξένο του Καμύ - ένα είδος ξένου».

Μεγάλωσε στην Αθήνα - Παλλήνη, ύστερα στου Ζωγράφου, όταν ακόμη ήταν «σαν προάστιο, με ωραία σπίτια - καλό μέρος». Το κάλεσμα της φυσικής ήρθε νωρίς και σχεδόν τυχαία. Ένα καλοκαίρι, πιτσιρικάς, είδε σε μια βιτρίνα ένα βιβλίο με μπλε εξώφυλλο. «Ο πατέρας μου είδε που το κοίταζα, μπήκε μέσα και μου το πήρε. Πήγα σπίτι και άρχισα να το διαβάζω σαν μυθιστόρημα της Αγκάθα Κρίστι - και το καταλάβαινα». Στα δεκαπέντε του αυτό ήταν ταλέντο.

Θυμάται τα παιδικά του χρόνια, ήταν ένα «γελαστό παιδί». «Ήμουν αισιόδοξος. Πάντα πίστευα στον εαυτό μου. Νόμιζα ότι πάντα θα τα καταφέρω». Και είχε μέσα του ένα κίνητρο, που δεν χωρούσε στα όρια του τόπου. Η Αμερική τον τραβούσε ως «τόπος προορισμού, ελπίδας και επαγγελματικής ανάπτυξης - πρώτοι στις επιστήμες, όπως συνεχίζουν να είναι».

Το φοιτητικό του πέρασμα από το Φυσικό του Πανεπιστημίου Αθηνών συνέπεσε με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Στα μαθήματα εισαγωγής στη φιλοσοφία, στο αμφιθέατρο της Νομικής, δίδασκε ο καθηγητής φιλοσοφίας Βαγγέλης Μουτσόπουλος. «Λέει σε κάποια στιγμή: έχουμε τώρα φτάσει στον Καμύ και στον Σαρτρ, που είναι τα κακά του παρόντος αιώνος. Σηκώνω το χέρι - δεν μπορούσα να κρατήσω το στόμα μου. Λέω: κύριε καθηγητά, είπατε για τον Καμύ και τον Σαρτρ. Απ' ό,τι ξέρω, ο Καμύ πήρε το Νόμπελ το '57 και ο Σαρτρ το '64. Δεν μπορεί να είναι και τόσο κακοί».

Ο καθηγητής, προς τιμή του, δεν το πολιτικοποίησε καθόλου - το πήρε ήρεμα και προχώρησαν. Ήταν, όμως, μια πρώιμη ένδειξη μιας ιδιοσυγκρασίας που κρατάει ως σήμερα: η δυσπιστία απέναντι σε κάθε κλειστό, δογματικό σύστημα.

© Athens Voice

Όταν έφυγα, κατάλαβα ότι δεν θα γυρίσω ποτέ

Τελείωσε το Φυσικό στην Αθήνα και έφυγε κατευθείαν για το Πανεπιστήμιο του Σάσεξ. Όταν έφτασε στην Αγγλία, δεν ένιωθε ότι ξεκινούσε από το μηδέν. Ως φοιτητής είχε ήδη διαβάσει πολύ περισσότερο από ό,τι απαιτούσε το πρόγραμμα σπουδών.

«Διάβαζα μόνος μου για να μην χάνω τον καιρό μου», λέει. Σχεδόν μόνιμος πελάτης στον Ελευθερουδάκη, στη Νίκης, ανέβαινε στον πρώτο όροφο, όπου βρίσκονταν τα ξενόγλωσσα επιστημονικά βιβλία, και αγόραζε ό,τι έπεφτε στα χέρια του. «Τον έχω χρυσώσει τον Ελευθερουδάκη», λέει γελώντας. «Με είχαν μάθει. Τα βιβλία εκείνα τα έχω ακόμα». Η συνήθεια αυτή, παραδέχεται, τον βοήθησε όχι μόνο να εμβαθύνει στη φυσική αλλά και να εξοικειωθεί με την επιστημονική αγγλική ορολογία, πολύ πριν φύγει για το εξωτερικό.

Την αναχώρησή του με προορισμό την Αγγλία την κουβαλάει ακόμη. Δεν πήρε αεροπλάνο· ταξίδεψε με τρένο. «Σταμάτησα στον Μόναχο, έκανα τη βόλτα μου και μετά συνέχισα μέχρι το Ντόβερ», αφηγείται.

Δεν ήταν απλώς ένα ταξίδι για μεταπτυχιακές σπουδές. Ήταν η στιγμή που καταλάβαινε ότι έκλεινε οριστικά ένα κεφάλαιο της ζωής του. «Με πιάσανε τα κλάματα, γιατί ήξερα μέσα μου ότι δεν θα ξαναγυρίσω. Όχι ότι δεν θα ερχόμουν στην Ελλάδα – θα ερχόμουν. Αλλά ήξερα ότι η ζωή μου θα ήταν πια αλλού. Ότι εδώ μπαίνει η τελεία». Βγήκε στον διάδρομο του βαγονιού και στάθηκε μόνος του. «Το κεφάλαιο έκλεινε», λέει σήμερα, περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα.

Το διδακτορικό το ολοκλήρωσε γρήγορα: Σεπτέμβριος 1971, καλοκαίρι 1973. Ήταν 24 ετών. Από εκεί, η διαδρομή που τον έκανε διεθνή: CERN, Παρίσι, Χάρβαρντ - πρώτη φορά στην Αμερική το 1976.

Γράψ' τα επιτέλους

Το βιβλίο γεννήθηκε από τη σύζυγό του και την επιμονή της. «Μου λέει η Όλγα: γράψ' τα. Τα λες συνέχεια σε συνεντεύξεις - ότι ο χαρακτήρας μας είναι η μοίρα μας, για τον Καμύ, όλα αυτά. Τα γραπτά μένουν». Το ξεκίνησε γύρω στον Οκτώβριο, στο νέο τους σπίτι στη Νέα Υόρκη - το κείμενο ήταν χειρόγραφο. Χαρτί και στυλό, μόνος στο γραφείο του – μπροστά από μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Ανέβαινε νωρίς κάθε πρωί και χανόταν στην περιπέτεια της συγγραφής.

Το αποτέλεσμα δεν είναι ούτε δοκίμιο φιλοσοφίας που πετάει δυο φορές τον Καμύ, ούτε εκλαϊκευμένη φυσική. Είναι μια τρόπον τινά πνευματική αυτοβιογραφία - «όχι η ζωή μου, καμία σχέση» Και τοποθετεί τον εαυτό του σε μια γραμμή: ο Ζακ Μονό, ο βιολόγος με το Νόμπελ, που στην «Τύχη και Αναγκαιότητα» του 1970 τον επηρέασε βαθιά.

Ο ίδιος ο Καμύ, όπως τονίζει, έκανε τρία πράγματα - τον «Μύθο του Σισύφου» στη φιλοσοφία, τον «Ξένο» στη λογοτεχνία, τον «Καλιγούλα» στο θέατρο. «Εγώ κάνω μια τέταρτη, μικρή παρέμβαση: την επιστημονική τεκμηρίωση του παραλόγου».

«Το τίποτα δεν είναι τίποτα»

Ζητάω να συμπυκνώσει τη θέση του σε μία παράγραφο. «Είμαστε τυχεροί που υπάρχουμε. Το σύμπαν είναι μια κβαντική διακύμανση. Επειδή το σύμπαν διαστέλλεται, όταν φτάνουμε στην αρχή του είναι πάρα πολύ μικρό - εκεί ισχύουν οι νόμοι της κβαντικής φυσικής. Άρα, μια κβαντική διακύμανση από το κενό. Κι από εκεί και πέρα, όλα συμβαίνουν μέσα από τον φυσικό νόμο». Και οι νόμοι από πού προκύπτουν; Από τη γεωμετρία των επιπλέον διαστάσεων, απαντά. «Μέσα από τη θεωρία των χορδών δεν ζούμε σε τέσσερις διαστάσεις - ζούμε σε δέκα».

«Οι έξι επιπλέον συμπαγοποιούνται και ο ίδιος ο τρόπος που συμπαγοποιούνται βγάζει τους φυσικούς νόμους». Το σύμπαν, υπογραμμίζει, εμφανίζεται στις τέσσερις διαστάσεις ήδη «οπλισμένο» με τους νόμους που θα φτιάξουν όλα όσα βλέπουμε γύρω μας - «την τάξη και την αταξία μαζί». Και συνεχίζει: «Το μηδέν που λέμε, δηλαδή το τίποτα, δεν είναι τίποτα. Είναι ένα μεγάλο άθροισμα δυνατοτήτων. Είναι δυνατότητα». 

Και τότε φέρνει στην κουβέντα τον Πυθαγόρα. Μίλησε για τη μουσική, για την αισθητική των μαθηματικών. «Και είχε πει κάτι που δεν μας το μαθαίνουν συνήθως: όπως με τη λύρα και με τις χορδές μπορούμε και παίζουμε πολλά πράγματα». Από εκεί κάνει το άλμα στη σύγχρονη φυσική. «Όταν παίζεις κιθάρα, δεν χρειάζεται να έχεις άλλη κιθάρα για κάθε τραγούδι - πατάς τις χορδές. Έτσι μπορεί και όλο το σύμπαν να έχει δημιουργηθεί από ταλαντούμενες χορδές». «Να η θεωρία. Δηλαδή έχει βγει η θεωρία των υπερχορδών αιώνες των αιώνων πριν». Σπεύδει όμως να διευκρινίσει: «Το γράφω ξεκάθαρα στο βιβλίο και δεν είμαι γνωστός αρχαιολάτρης. Δεν πιστεύω ότι τα βρήκαν όλα οι αρχαίοι».

Μήπως η τυχαιότητα είναι αναγκαιότητα;

Αυτή η τυχαιότητα ήταν, ακριβώς, το σημείο όπου κόλλησε ο Αϊνστάιν. «Έλεγε "δεν πιστεύω ότι ο Θεός παίζει ζάρια". Αυτό ήταν το βασικό του λάθος», λέει ο Νανόπουλος για την κβαντική μηχανική. «Γι' αυτό λέμε τώρα: η φύση παίζει ζάρια».

Τον ρωτάω αν, μήπως, η τυχαιότητα είναι απλώς μια άλλη μορφή αναγκαιότητας; Ο Νανόπουλος δεν την προσπερνά - την αναγνωρίζει ως το ίδιο το ζεύγος του Ζακ Μονό, «τύχη και αναγκαιότητα», το βιβλίο του 1970 που τον σημάδεψε. 

Για να το δείξει, καταφεύγει στο παράδειγμα μιας κατσαρόλας. «Πάρτε μια χύτρα που βράζει. Αρχίζουν και δημιουργούνται φυσαλίδες. Οι πολλές εξαφανίζονται, μερικές όμως γλιτώνουν. Έτσι είναι και τα σύμπαντα - εμφανίζονται και εξαφανίζονται· μερικά είναι τυχερά και επιβιώνουν». Γι' αυτό, επιμένει, το «τίποτα» από το οποίο ξεκινούν όλα δεν είναι κενό, αλλά πλήθος: «Πρέπει να έχει πολλές τέτοιες φυσαλίδες, ούτως ώστε μερικές να μπορούν να επιβιώσουν». 

Καθώς το εξηγεί, πιάνει μια χαρτοπετσέτα από το τραπέζι και αρχίζει να τη διπλώνει. Το ίδιο φύλλο, λέει, μπορεί να πάρει διαφορετικά σχήματα. Έτσι εξηγεί ο ίδιος και τις επιπλέον διαστάσεις: ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο συμπαγοποιούνται, είναι αυτός που καθορίζει τους φυσικούς νόμους και τις ιδιότητες των σωματιδίων. «Το ηλεκτρόνιο "καταλαβαίνει" ότι πρέπει να περάσει από εδώ - κι αυτό του δίνει τις ιδιότητες που πρέπει να έχει».

Η πιο αγαπημένη του εικόνα, όμως, είναι ένας εξωγήινος. «Φανταστείτε ότι κατεβαίνει στη Γη και βλέπει τα σπίτια. Θα καταλάβει, από τη διάσταση των σπιτιών, ποια είναι η διάσταση των όντων που ζουν εδώ».

Δεν μπορώ να πιστέψω ότι είμαστε μόνοι

Το θέμα των εξωγήινων με βάζει σε πειρασμό: «Είμαστε μόνοι;», ρωτάω. «Δεν έχει αποδειχτεί τίποτα, άρα δεν μπορούμε να πούμε τίποτα». Κι όμως: «Ότι είμαστε μόνοι στο σήμερα, δεν μπορώ να το πιστέψω. Εκατό δισεκατομμύρια αστέρια ανά γαλαξία, εκατό δισεκατομμύρια γαλαξίες - μου φαίνεται πάρα πολύ δύσκολο να υπήρξε ζωή μόνο εδώ».

Του ζητώ να σχολιάσει τα σχέδια του Έλον Μασκ και άλλων να αξιοποιήσουν τη Σελήνη και άλλους πλανήτες. «Η Γη κάποια στιγμή δεν μπορεί να μας χωρέσει. Ή θα την καταστρέψουμε ή θα καταστραφεί. Άρα σίγουρα θα κάνουμε αποικισμό».

Και δεν το βλέπει ως καινοτομία, αλλά ως το παλιότερο ένστικτο. «Αυτό έχει ξεκινήσει με τον Δαίδαλο και τον Ίκαρο. Πάντοτε ο άνθρωπος είχε την τάση να πάει κάπου αλλού».

Μόνο που τώρα δεν είναι ζήτημα τάσης - είναι αναγκαιότητα, προσθέτει.

Η AI λύνει εξισώσεις, δεν γεννά ιδέες

Στη θεωρητική φυσική και την κοσμολογία η τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει μπει για τα καλά - «δεν την έχουν αφήσει αυτοί οι ειδικοί, ή την έχουν αφήσει έξω από το παιχνίδι». Ο ίδιος δεν τη χρησιμοποιεί· ανήκει σε μια γενιά που λύνει τις εξισώσεις μόνη της. «Αλλά η ΑΙ βοηθάει τους νέους να τις λύνουν άπειρα πιο γρήγορα».

«Ο δικός μας τομέας θέλει πρωτότυπες ιδέες, μεγάλη εικόνα. Και γι' αυτό χρειάζεται φαντασία, κριτική σκέψη και διαίσθηση».

Επικαλείται δύο ονόματα. «Ο Φάινμαν έλεγε ότι το χαρακτηριστικό της φυσικής είναι η διαίσθηση. Και ο Γαλιλαίος έλεγε ότι η φύση είναι γραμμένη με μαθηματικά - είτε το θέλουμε είτε όχι».

Η μηχανή μπορεί να επιταχύνει τη διαδρομή· το τελικό μοντέλο, το άλμα, μένει αλλού. Και το μήνυμά του προς τους νεότερους συναδέλφους είναι κατηγορηματικό: «Τη διαίσθηση δεν πρέπει να τη σταματήσουμε».

© Athens Voice

Να αυτοκτονήσω ή να φτιάξω καφέ

Φτάνουμε σε ένα εμβληματικό δίλημμα του Καμύ: Να αυτοκτονήσω ή να φτιάξω καφέ; Ο Νανόπουλος το είχε λύσει. «Προτιμάς να φτιάξεις καφέ παρά να αυτοκτονήσεις». Και θυμίζει την άλλη φράση του Καμύ: «Το να δημιουργείς είναι σαν να ζεις δύο φορές».

Πώς, όμως, βγαίνει νόημα; Εδώ αντιστρέφει το ερώτημα. «Επειδή το σύμπαν είναι σιωπηλό απέναντί μας, εμείς πρέπει να βγάλουμε τον σκοπό. Ο καθένας πρέπει να βγάλει τον δικό του. Δεν υπάρχει κανένας δοσμένος σκοπός». Και δίνει την ιστορική διαδρομή: παλιά, «βλέπανε έναν κεραυνό και λέγανε "Δίας"». Όσο καταλαβαίναμε καλύτερα ότι επρόκειτο για ηλεκτρομαγνητικές εκκενώσεις, «τόσο ελαττωνόταν το πεδίο του σκοπού».

Στο τέλος του βιβλίου, ορίζει μια δική του αρχή - παραλλαγή της αρχής της αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ. «Την ονομάζω αρχή της απροσδιοριστίας του Καμύ: δομή και νόημα. Όσο περισσότερο καταλαβαίνουμε τη δομή, τόσο το νόημα χάνεται». Αυτό μας οδηγεί στο προσωπικό νόημα.

Κι εδώ κλείνει το τόξο που ξεκίνησε από το πράσινο βιβλιαράκι. «Η φύση μάς κάνει ελεύθερους. Η τυχαιότητα, το σιωπηλό σύμπαν, είναι ακριβώς η ελευθερία που μας δίνει. Μας λέει: διάλεξε τον σκοπό σου εσύ. Αυτή είναι η απόλυτη ελευθερία». Η κβαντική φυσική «σου δίνει την ελευθερία σου - αλλιώς όλα θα ήταν προκαθορισμένα, θα είχαμε τελειώσει».

Τον ρωτάω στο τέλος: είναι ευτυχισμένος, όπως ο Σίσυφος που ο Καμύ μας ζητάει να φανταστούμε ευτυχισμένο; «Είμαι γεμάτος» Μιλάει για το πρώτο μοντέλο τελικής θεωρίας «που έχει μπει στο τραπέζι», φτιαγμένο με δύο Έλληνες συναδέλφους, τον Ιγνάτιο Αντωνιάδη και τον Γιάννη Ρίζο· μιλάει για τη δουλειά του στην κοσμολογία. Νιώθει το αποτύπωμά του. Και ξέρει ήδη πώς θέλει να τον θυμούνται.

Το έχει πει στη γυναίκα του, την Όλγα: «Άμα φύγω, να μην στεναχωριέσαι - να γελάς. Γιατί εγώ ξέρω μέσα μου, χοντρικά, τι θα βγει. Θα χαμογελάω. Να το ξέρεις».

***

Την Τετάρτη (15/7) στις 20:30, στα Public Συντάγματος, ο Δημήτρης Νανόπουλος παρουσιάζει το νέο του βιβλίο «Ο Κβαντικός Μύθος του Σισύφου», σε συζήτηση με τον Ηλία Μαγκλίνη.