- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Είδα τον Ξένο του Καμί , ή τον Ξένο του Οζόν, όπως το πάρει κανείς. Για άλλους ήταν ταινία. Για μένα ήταν ταξίδι
Η σχέση μου με τον Ξένο του Αλμπέρ Καμί ξεκινάει στα δεκαέξι μου. Μα δεν έχει σημασία η ηλικία, σημασία έχει το πλαίσιο. Σε ένα τόσο μικρό χωριό, πλάι σε μια τόσο μικρή πόλη, διαβάζεις ένα βιβλίο, σκαλώνεις, αλλά είναι αδύνατον να το ανοίξεις παραπάνω, δηλαδή να εξηγήσεις αυτόν τον άνθρωπο, τον Μερσώ. Είσαι δεκαέξι χρονών, είσαι κορίτσι, έχεις φάει στο δόξα πατρί το πακέτο που σου αντιστοιχεί (Ασημένιο Διδυμοτείχου, έτος 1981): «μαζέψου», αλλά και «στολίσου», και «τι διαβάζεις πάλι», και κάπου εκεί κάποιες φίλες σου να παντρολογιούνται, κι εσύ να τρέμεις τα τρένα που περνούν, μήπως δεν τα προλάβεις.
Και κρατάς τον Ξένο σφιχτά, σαν την Τερέζα του Κούντερα στην Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι, τότε που φεύγει από την επαρχία και πάει να βρει τον Τόμας στην πρωτεύουσα. Όχι πως τον καταλαβαίνεις ακριβώς τον Ξένο, αλλά και πάλι μια χαρά διαβατήριο είναι, δηλωτικό μιας κάποιας συγγένειας με κάποιον που δεν ξέρεις τι ακριβώς σου λέει, αλλά σκοντάφτει στον κόσμο, το ίδιο παράταιρος με σένα. Δεν ξέρεις τι να κάνεις για τούτο που κλωτσάει μέσα σου και σε διαχωρίζει. Χαμογελάς λίγο παραπάνω επειδή δεν ξέρεις τι άλλο να κάνεις. Βασικά, στα πιο πολλά απ’ όσα συμβαίνουν κοντά σου δεν μπορείς να συντονιστείς.
Να τος ξανά ο Ξένος. Που δεν χαμογελά. Κι εσύ τρομάζεις. Δεν τον νοιάζει, κι αυτό παγώνει τον ιδρώτα που σε λούζει. Τα πόδια πρώτα· ιδρώνουν οι πατούσες. Κακό σημάδι, άγχος υπαρξιακό. Δεν θέλεις να γίνεις έτσι. Να μη σε νοιάζει, εννοώ. Άμα δε σε νοιάζει, είσαι ικανός για τα πάντα. Για το καλό και το κακό. Να γίνεις ήρωας, να γίνεις δολοφόνος.
Πώς το είπε ο Τρούμαν Καπότε για τον Πέρι Σμιθ, τον δολοφόνο του Εν Ψυχρώ, με τον οποίο συνδέθηκε παραπάνω απ’ όσο τον βόλευε; «Είμαστε αδέρφια. Μόνο που εγώ βγήκα από την μπροστά πόρτα και εκείνος από την πίσω». Έξω από το συναίσθημα και την ηθική, ο κόσμος είναι ένας παραλογισμός.
Υπήρξα σημαδεμένη από τον Ξένο. Τον έβαλα σε ένα βιβλίο μου. Στο Μέρες και Νύχτες που δεν Ήταν Δικές μας, ένας στρατιώτης, ένα μεσημέρι που η μέρα τρίζει από τη ζέστη, που τρεμουλιάζει ο ορίζοντας λες κι από κάτω καίει φωτιά, ένας στρατιώτης, ένας ξένος, περνάει στην αυλή του κοριτσιού και ακουμπάει πλάι στο πηγάδι τον Ξένο.
Πέρασαν τα χρόνια, πήγα πανεπιστήμιο, κι ο Ξένος ακόμα κλειστός, ανερμήνευτος μέσα μου. Υπέθεσα ότι σε κάποια πανεπιστήμια, σε κάποιες αίθουσες, κάποιοι έβαλαν τον Ξένο πάνω σ’ ένα τραπέζι και του έκαναν ανατομία κανονική. Τον άνοιξαν, του έβγαλαν τα σωθικά, ύστερα τον μπούκωσαν με βαμβάκια και φορμόλη και τον ξανάκλεισαν. Να υποθέσω ότι οι επόμενες γενιές έτσι θα τον παραλάβουν τον Ξένο, χωρίς τον τρόμο που προκάλεσε σε μένα, τότε που τον κουβαλούσα κατάσαρκα. Ένα βιβλίο που μου έτρωγε την καρδιά με προμηθεϊκό τρόπο. Δεν είχα δώσει τη φωτιά, μα έπαιζα μαζί της και καιγόμουν.
Τώρα πια κανείς δεν φοβάται τα βιβλία, ούτε τη φωτιά τους. Τα βιβλία νομίζω δεν καίνε πλέον τους ανθρώπους. Κανείς δεν τα παίρνει τόσο σοβαρά. Ήταν τα χρόνια τέτοια, ήμασταν οι άνθρωποι έτσι, δεν ξέρω να πω.
Ρώτησα τα νέα παιδιά που είδαν τον Ξένο του Αλμπέρ Καμί, σκηνοθετημένο από τον Οζόν.
«Αριστούργημα η φωτογραφία», μου είπαν.
Σωστά. Ο κόσμος τους είναι εικόνα.
Για τον Μερσώ, τι γνώμη έχετε για τον Μερσώ;
«Έχει κάποια ψυχιατρική πάθηση».
Γιατί όχι; Μπορεί να έχουν δίκιο. Τόση απόσταση από τον κόσμο τι νόημα έχει;
Το σκέφτηκα πολύ. Αν ζούσε ο Καμί , σε τούτους τους καιρούς, δεν θα ξανάγραφε τον Ξένο. Τώρα οι περισσότεροι του μοιάζουν. Οι έφηβοι ειδικά, ο καθένας τους κι ένας Μερσώ. Τους λες, θα συμβεί αυτό, θα συμβεί το άλλο, και σηκώνουν τους ώμους. Όλα σχετικά. Έμαθαν να αποδέχονται έναν κόσμο που δεν τους αρέσει. Μ’ ένα σήκωμα των ώμων, με μια απάθεια.
Τώρα νομίζω πως ο Καμί θα έγραφε άλλα πράγματα. Εξάλλου ήταν αυτός που έγραψε: «Ακόμα και στην καρδιά του χειμώνα φυλάω ένα αήττητο καλοκαίρι».