Βιβλιο

Νάπολη και άλλες ιστορίες: μια συλλογή διηγημάτων και οι αθηναϊκές γειτονιές

Το δεύτερο βιβλίο του ψυχολόγου Κίμωνα Καλαμάρα

A.V. Team
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το βιβλίο «Νάπολη και άλλες ιστορίες» του Κίμωνα Καλαμάρα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη

Στη συλλογή διηγημάτων «Νάπολη και άλλες ιστορίες» του Κίμωνα Καλαμάρα (Εκδόσεις Γκοβόστη) δεν πρωταγωνιστεί η ιταλική πόλη· αν και αναφέρεται στην ομότιτλη ιστορία, πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι η Αθήνα μαζί με τη Νέα Σμύρνη, την Καλλιθέα και το Φάληρο. Πρόκειται για μια λεπτομερή και τρυφερή παρατήρηση της πόλης και των προαστίων της, όπως τη βλέπει ένας Νεοσμυρνιώτης ψυχολόγος και ψυχοθεραπευτής. Το βιβλίο περιλαμβάνει δεκαπέντε ιστορίες, μερικές από τις οποίες φαίνονται αυτοβιογραφικές· ο συγγραφέας στρέφεται γύρω από ζητήματα όπως οι οικογενειακές σχέσεις, η φιλία, η αστική ζωή, η παιδική ηλικία, η εγκατάλειψη και η μοναξιά. Καθώς ο Κίμων Καλαμάρας γεννήθηκε το 1976, στα διηγήματα απαντούν θραύσματα μουσικών αναμνήσεων από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 κι από τα χρόνια του ’90 μαζί με εικόνες από την έσχατη εποχή της αθηναϊκής γειτονιάς, μια χαρτογράφηση των νότιων προαστίων στη φάση της μεταμόρφωσής τους.

Το «Νάπολη και άλλες ιστορίες» είναι το δεύτερο βιβλίο του Κίμωνα Καλαμάρα που γνωρίσαμε το 2020 από την επιστολική νουβέλα «Γράμματα σε έναν νέο συγγραφέα». Το ύφος μοιάζει, η στοχαστική ματιά μοιάζει· αλλά εδώ αναπτύσσεται μια μορφή αστικού ρεαλισμού, όχι χωρίς κάποια νοσταλγία. Όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο «Σε ένα δεύτερο επίπεδο, μέσα στα σπίτια, έβλεπες ή φανταζόσουν τις ανθρώπινες σκιές, να σέρνουν τα βήματά τους, να περιφέρονται πάνω-κάτω στο χολ· την τηλεόραση που βολιδοσκοπούσε με μια μπλε και άσπρη φλόγα το σαλόνι, την οικογενειακή εστία· τα πολύχρωμα λαμπιόνια από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα που χόρευαν πάνω στις θλιμμένες αυτές σιωπηρές φιγούρες. Άλλοτε αργά, άλλοτε γρήγορα. Πότε-πότε, τρεμόσβηναν απαλά. Κι όπως στεκόσουν απ' έξω, κοίταζες όλα αυτά τα χρώματα να ταλαντεύονται στον αέρα. Τα έβλεπες πίσω απ' τις αραχνοΰφαντες κουρτίνες, σε άπειρες παραλλαγές, ίδιες σχεδόν και απαράλλαχτες, σ' όλα τα σπίτια, τραβηγμένες, μα και ανήμπορες να κρύψουν κάποιο μυστικό. Και η αντανάκλαση όλων αυτών των χρωμάτων σου μετέδιδε μια αίσθηση βάθους· μια ψευδαίσθηση πως το κάθε σπίτι είχε ψυχή· ή κάτι σαν ψυχή, κάτι σαν ζωντανός οργανισμός. Εξέπεμπε κάποια αύρα. Και αυτή η αύρα, φανέρωνε πόσο κοντά ήταν μια οικογένεια. Πόσο δεμένη. Πόση αγάπη υπήρχε. Έτσι είχαμε αποκωδικοποιήσει με τον φίλο μου την πραγματικότητα».