- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Η ποιητική, μουσική και θεραπευτική οντολογία στο έργο του Θανάση Δρίτσα
Οι «Θεραπευτικές ιστορίες» δεν είναι ένα απλό ποιητικό βιβλίο. Είναι μια άτυπη, λεκτική παρτιτούρα, γραμμένη από έναν homo universalis της εποχής μας
Το βιβλίο «Θεραπευτικές ιστορίες: Τετράδιο ασκήσεων ποιητικού λόγου» του Θανάση Δρίτσα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος (Αθήνα 2026).
Στο σύγχρονο πνευματικό και επιστημονικό γίγνεσθαι, η περίπτωση του Θανάση Δρίτσα αναδύεται ως ένα αδιαμφισβήτητο αρχέτυπο του σύγχρονου homo universalis. Κορυφαίος καρδιολόγος, συνθέτης και μουσικός, ευαίσθητος υπηρέτης δύο (τουλάχιστον) αφεντάδων, ο Δρίτσας διαρρηγνύει διαρκώς τα στεγανά μεταξύ επιστήμης και τέχνης, μετουσιώνοντας την ιατρική του ιδιότητα μέσα από ένα πολυεδρικό καλλιτεχνικό πρίσμα. Ως συνθέτης, πιανίστας, διανοητής, πεζογράφος και ποιητής με εικαστικές παράλληλες ενασχολήσεις, εγκαθιδρύει μια ιδιάζουσα διαλεκτική σχέση μεταξύ τέχνης και ίασης. Η ενασχόλησή του με τη μουσική ιατρική δεν συνιστά απλώς μια επικουρική ενασχόληση ή μία παρηγορητική πρακτική, αλλά τον ίδιο τον οντολογικό πυρήνα της θεραπευτικής του παρέμβασης. Ο Δρίτσας, εν τοις πράγμασι, «χειρουργεί» με τη μουσική, αξιοποιώντας την αισθητική εμπειρία και την ακουστική αρμονία ως πρωτογενή ιαματική δύναμη. Σε αυτή τη χορεία των πολλαπλών του ταλέντων, ο ποιητικός του λόγος έρχεται να λειτουργήσει ως ο συνεκτικός ιστός, ένας επιπλέον κρίκος σε μια αλυσίδα αδιάλειπτης δημιουργικής και θεραπευτικής ώσμωσης.
Η εναρκτήρια επαφή με το πρόσφατο πόνημά του «Θεραπευτικές ιστορίες-Τετράδιο ασκήσεων ποιητικού λόγου» επιτελείται πρωτίστως μέσω της οπτικής σημειολογίας του εξωφύλλου. Φέροντας την υπογραφή του ιδίου του δημιουργού, το εξώφυλλο επιβεβαιώνει περίτρανα τις αξιοσημείωτες εικαστικές του ανησυχίες. Η κεντρική εικονογραφική επιλογή μιας ανδρείκελης φιγούρας που καταδιώκει μια ιπτάμενη, αποδομημένη «μούσα» (ενδεχομένως μια άρπυια), παραπέμπει συνειρμικά και μορφολογικά σε σαφείς υπερρεαλιστικές καταβολές. Το φόντο είναι βαθύ, σχεδόν impasto, μπλε, χρώμα το οποίο λειτουργεί σταθερά ως το μαγικό, απολύτως προσωπικό «κλειδί» του «δρίτσειου» συναισθητικού κόσμου. Η αχνή, πλην ευδιάκριτη, συνομιλία με την αισθητική και το παράδοξο σύμπαν του Νίκου Εγγονόπουλου προσδίδει στο εξώφυλλο μια μεταφυσική και συνάμα μια ειρωνική διάσταση, προοικονομώντας με οπτικούς όρους την εσωτερικότητα, τον βαθύ υπαρξιακό αναστοχασμό και την αιχμηρή κοινωνική κριτική που διαπνέουν το ποιητικό σώμα της συλλογής.
Εισερχόμενοι στον πυρήνα του κειμένου, η συλλογή, κατατεθειμένη ως ιερός φόρος τιμής στη μνήμη της μητέρας του, χαρακτηρίζεται από μια υποβόσκουσα, ελεγειακή αύρα. Το σημείο τομής αυτής της μνημονικής αναπόλησης εντοπίζεται στο ποίημα «Απουσίες» (London 1987), με προμετωπίδα στίχους του Εγγονόπουλου. Εκεί, η πανέμνοστη μνήμη της μητρικής φιγούρας αναδύεται όχι ως παθητική νοσταλγία, αλλά ως ενεργό, δομικό στοιχείο της συγκινησιακής τοπογραφίας του υποκειμένου. Η απουσία της, εν προκειμένω, μετουσιώνεται σε μια διαρκή, σχεδόν απτή παρουσία που καθοδηγεί και νοηματοδοτεί τον υπόκωφο λυρικό στοχασμό του δημιουργού.
Ευρύτερα, τα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως οιονεί αυτοβιογραφικά τεκμήρια, συγκροτώντας μια αυστηρά βιωματική χαρτογράφηση που εκτείνεται σε ένα ευρύ χρονικό άνυσμα της ζωής του Θανάση Δρίτσα. Μέσα από αυτές τις ποιητικές «ασκήσεις», ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας της εξελικτικής προσωπικής διαδρομής και της οντολογικής διαμόρφωσης του συγγραφέα. Ιδιαίτερη βαρύτητα —και χωροχρονική εστίαση— αποδίδεται στα χρόνια της παραμονής του στο Λονδίνο, μια περίοδο απολύτως κομβική για τις ιατρικές του σπουδές και την επαγγελματική του σμίλευση. Στο αστικό, ενίοτε ομιχλώδες τοπίο της βρετανικής μητρόπολης, τα πρώιμα προσωπικά βιώματα, η αυστηρότητα της επιστημονικής παρατήρησης, η λατρεία της μουσικής και οι νεανικές υπαρξιακές αναζητήσεις συμπλέκονται άρρηκτα, σφυρηλατώντας ταυτόχρονα και εν παραλλήλω τόσο τον επιστήμονα-θεραπευτή όσο και τον ευαίσθητο ποιητή.
Η συλλογή εκκινεί με μια ισχυρή προγραμματική δήλωση: το εναρκτήριο ποίημα φέρει ως προμετωπίδα ένα απόσπασμα από τα «Παιδικά Χριστούγεννα στην Ουαλία» του Ντύλαν Τόμας, ενός ήρωα (μαζί με τον Μίλτο Σαχτούρη, στον όποιο επίσης αφιερώνει ένα ποίημα) της προσωπικής μυθολογίας του Δρίτσα. Εδώ, ο Τόμας μετουσιώνεται σε μια σχεδόν αρχαϊκή, ημιθεϊκή φιγούρα, ένα άγαλμα που στέκει αγέρωχο στο κέντρο της προσωπικής μυθολογίας του ποιητή.
Μέσω αυτής της επίκλησης, ο Δρίτσας κατασκευάζει μια οξεία ελεγειακή αντίθεση. Τα «Παιδικά Χριστούγεννα» λειτουργούν ως ο χαμένος Παράδεισος, η εποχή της αθωότητας, του ανόθευτου θαύματος και της συμπαγούς, παιδικής πίστης. Σε ευθεία αντιπαραβολή με αυτό το μυθικό, φωτεινό παρελθόν, τοποθετείται το σκοτεινό, εκφυλισμένο παρόν. Το ποίημα καταγράφει την απόλυτη απομάγευση της σύγχρονης εποχής: η αγάπη περιγράφεται ως δραπέτις από το αστικό τοπίο, αφήνοντας πίσω της ένα κενό που πληρούται ασφυκτικά από την ανθρώπινη μικροπρέπεια, τη συναισθηματική στειρότητα και τον κυνισμό. Ο Ντύλαν Τόμας, ως άγαλμα, στέκει ως μάρτυρας μιας άλλης εποχής όπου η ποίηση και η ζωή ταυτίζονταν, υπενθυμίζοντας στο λυρικό υποκείμενο το τεράστιο ηθικό και αισθητικό χάσμα που χωρίζει το «τότε» από το «τώρα».
Αυτή η αίσθηση του αστικού εγκλωβισμού κορυφώνεται στα ποιήματα της λονδρέζικης περιόδου, όπου ο Δρίτσας υφαίνει μια ιδιοφυή διακειμενική γέφυρα με την εμβληματική μορφή του Τ.Σ. Έλιοτ και, συγκεκριμένα, με το «Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ» στο ποίημα «London underground 1988».
Η σκηνογραφία του Λονδίνου στο έργο του Δρίτσα αποβάλλει κάθε γραφικότητα και μετατρέπεται σε αυτό που ο ίδιος ο Έλιοτ ονόμαζε «αντικειμενική συστοιχία» της εσωτερικής ερήμωσης. Η κίτρινη λονδρέζικη ομίχλη —που στον Προύφροκ, θυμίζουμε, τρίβει τη μουσούδα της στα τζάμια— εισβάλλει στα ποιήματα του Δρίτσα ως σύμβολο μιας διάχυτης οντολογικής παράλυσης. Ο νεαρός τότε ιατρός-καλλιτέχνης, περιπλανώμενος στον υπόγειο σιδηρόδρομο της βρετανικής μητρόπολης, βιώνει την ίδια προυφροκική μελαγχολία: την αδυναμία επικοινωνίας, το βάρος των αναπάντητων ερωτημάτων απέναντι στη ζωή και τον θάνατο (ζητήματα που, λόγω της ιατρικής του ιδιότητας, τέμνουν βίαια την καθημερινότητά του) και την ασφυξία του σύγχρονου ατόμου που μετρά τη ζωή του «με κουταλάκια του καφέ».
Το Λονδίνο του Δρίτσα είναι μία ελιοτική «έρημη χώρα». Μέσα από αυτή τη διακειμενική αναφορά, ο ποιητής εντάσσει το προσωπικό του, βιωματικό άχθος (οι σπουδές, η ιατρική ευθύνη, ο διαψευσμένος έρωτας, η αποξένωση) μέσα στο παγκόσμιο κάδρο της μοντερνιστικής αλλοτρίωσης. Έτσι, το πρόσωπο του ποιητικού υποκειμένου συγχωνεύεται με τη μάσκα του Προύφροκ, επιβεβαιώνοντας πως η αγωνία της ύπαρξης παραμένει η πιο ανίατη νόσος.
Η έννοια του φαρμάκου συνιστά τον απόλυτο εννοιολογικό και μεταγλωσσικό πυρήνα για την κατανόηση της διττής ιδιότητας του Θανάση Δρίτσα ως ιατρού και ποιητή. Εδώ, η επιστήμη και η τέχνη δεν τέμνονται απλώς, αλλά ταυτίζονται μέσα από τη ριζική αμφισημία της ίδιας της λέξης. Η προσέγγιση της ποίησής του μέσα από τη γενεαλογία του φαρμάκου —από τον Όμηρο στον Πλάτωνα και, τελικά, στη μεταστρουκτουραλιστική αποδόμηση του Derrida— αποκαλύπτει μια βαθιά αρχιτεκτονική του τραύματος και της ίασης. Στον Φαίδρο, ο Πλάτων αφηγείται τον μύθο του Θευθ, ο οποίος προσφέρει την εφεύρεση της γραφής στον βασιλιά Θαμούς ως «μνήμης και σοφίας φάρμακον». Ο Θαμούς, ωστόσο, το απορρίπτει ως «δηλητήριο», υποστηρίζοντας ότι η γραφή θα φέρει τη λήθη, αφού οι άνθρωποι θα βασίζονται στα εξωτερικά σημάδια και όχι στην εσωτερική τους μνήμη.
Στις Θεραπευτικές ιστορίες, ο Δρίτσας ανατρέπει τον πλατωνικό φόβο. Το ποιητικό του έργο του είναι κυριολεκτικά ένα «φαρμακείο» αναμνήσεων. Η γραφή του δεν στοχεύει στη λήθη (παρά το ότι φλερτάρει επίκινδυνα και ηθελημένα μαζί της, αλλά στην ανάκληση. Ο ποιητικός λόγος γίνεται το πλατωνικό φάρμακον που διασώζει την εσωτερική ζωή από τη φθορά του χρόνου, μετατρέποντας τις προσωπικές «απουσίες» σε απτές, γλωσσικές παρουσίες.
Η λογοτεχνική κριτική οφείλει να αναγνωρίσει τον Θανάση Δρίτσα ως έναν σύγχρονο φαρμακέα. Ως καρδιολόγος, χορηγεί την υλική ουσία για τη διάσωση του βιολογικού ρυθμού (της καρδιάς). Ως μουσικός και ποιητής, χορηγεί την άυλη ουσία (τον ρυθμό του λόγου και του ήχου) για τη διάσωση της ψυχής. Η συλλογή του δεν τιτλοφορείται τυχαία Θεραπευτικές ιστορίες. Ο ποιητικός του λόγος, εμποτισμένος από την αμφισημία και την ειρωνεία, αρνείται να ωραιοποιήσει τον κόσμο. Αποδέχεται ότι η γραφή και η τέχνη είναι ταυτόχρονα το τραύμα (η επίπονη υπενθύμιση) και η μόνη δυνατή θεραπεία. Το ποίημα είναι η τομή και το ράμμα μαζί.
Εν κατακλείδι, οποιαδήποτε κριτική αποτίμηση του ποιητικού έργου του Θανάση Δρίτσα θα παρέμενε ελλιπής, αν δεν κατέληγε στον θεμέλιο λίθο της καλλιτεχνικής και επιστημονικής του ιδιοσυστασίας: τη μουσική. Για τον Δρίτσα, η μουσική δεν συνιστά απλώς ένα παράλληλο πεδίο δράσης ή μια επικουρική ενασχόληση, αλλά τον αόρατο αρχιτέκτονα ολόκληρου του διανοητικού του οικοδομήματος. Αποτελεί τη μήτρα μέσα από την οποία γεννιέται η ιατρική του πρακτική και η ποιητική του έκφραση.
Ως διακεκριμένος καρδιολόγος, ο δημιουργός έχει εκπαιδευτεί να αφουγκράζεται τον πρωταρχικό ρυθμό της ζωής — τον χτύπο της καρδιάς, την παύση, την αρρυθμία. Αυτή η βιολογική ακρόαση μεταφράζεται απευθείας στο πιάνο του ως συνθετική αρμονία και, εν τέλει, μεταγγίζεται στο χαρτί ως ποιητική στιχουργία. Υπάρχει μια αδιάσπαστη, οντολογική τριάδα στο έργο του: καρδιακός ρυθμός – μουσικός ρυθμός – ποιητικός ρυθμός. Υπό αυτό το πρίσμα, η πίστη του στη «μουσική ιατρική» —στην ιαματική δύναμη των ήχων— αποτελεί μια βαθιά ενατένιση του κόσμου. Όταν η επιστήμη της ιατρικής φτάνει στα όριά της απέναντι στο τραύμα και τον πόνο, η μουσική και η δίδυμη αδερφή της, η ποίηση, αναλαμβάνουν ως το έσχατο, αναμάρτητο φάρμακον, να επανασυντονίσουν το κατακερματισμένο ανθρώπινο υποκείμενο.
Οι «Θεραπευτικές ιστορίες» δεν είναι, επομένως, ένα απλό ποιητικό βιβλίο. Είναι μια άτυπη, λεκτική παρτιτούρα, γραμμένη από έναν homo universalis της εποχής μας. Έναν δημιουργό που, κρατώντας το στηθοσκόπιο στο ένα χέρι, τοποθετεί το άλλο στα πλήκτρα του πιάνου και, με το βλέμμα στραμμένο στο μαγικό μπλε της ονειροφαντασίας του, μας υπενθυμίζει διαρκώς ότι η υψηλότερη μορφή ίασης επιτυγχάνεται μόνο όταν ο Λόγος και ο Ήχος, η Επιστήμη και η Μουσική, η Ποίηση και η Ιατρική, γίνουν ένα.