Βιβλιο

Γκρέγκορι Τζουσντάνις: Στον κόσμο του Κωνσταντίνου Καβάφη

Μια συζήτηση για τον άνθρωπο, τον μύθο και την ποίηση του μεγάλου Αλεξανδρινού
Δήμητρα Γκρους
ΤΕΥΧΟΣ 991
13’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συναντώντας τον Γκρέγκορι Τζουσντάνις, συγγραφέα της πρόσφατης βιογραφίας του Αλεξανδρινού, «Κωνσταντίνος Καβάφης: Ο άνθρωπος και ο ποιητής» (εκδ. Μεταίχμιο)

Αναρωτιέμαι αν μαθαίνουμε τον Καβάφη στο σχολείο ως έναν από τους μεγάλους μας ποιητές, δίπλα στον Παλαμά, τον Σεφέρη και τον Ελύτη. Στην πραγματικότητα, η περίπτωσή του είναι αρκετά διαφορετική. Ο Καβάφης δεν εντάχθηκε ποτέ στο λογοτεχνικό σύστημα της Αθήνας. Έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή στην Αλεξάνδρεια, σε μια πόλη όπου συναντιούνταν διαφορετικοί πολιτισμοί, γλώσσες, θρησκείες. Ίσως γι’ αυτό έγραψε μια ποίηση παγκόσμια, που έχει μεταφραστεί σε όλες τις γλώσσες – από τους πιο μεταφρασμένους ποιητές διεθνώς, δίπλα σε ονόματα όπως ο Όμηρος, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής.

Ποιητής της διασποράς, αλλά και της Ιστορίας, επιστρέφει συχνά στον κόσμο που δημιουργήθηκε μετά τον Μέγα Αλέξανδρο μιλώντας για πράγματα που ξεπερνούν τα όρια μιας εθνικής λογοτεχνίας ή μιας ιστορικής περιόδου και αγγίζουν την ανθρώπινη ψυχή – την απώλεια, τη φιλοδοξία, τη μνήμη, την παρακμή, τη νεότητα και το γήρας, τον ερωτισμό των σωμάτων. Με το υλικό της ζωής του έκανε ποίηση ο Καβάφης, με όσα έζησε και όσα φαντάστηκε. Και δεν συνειδητοποιούμε ίσως το δώρο που μας έκανε, να γράψει στην ελληνική γλώσσα, αυτός που σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της νεότερης ποίησης.

Τέτοιες σκέψεις κάνω τελειώνοντας τη νέα βιογραφία του Κωνσταντίνου Καβάφη που συνέγραψαν ο Γκρέγκορι Τζουσντάνις και ο Πίτερ Τζέφρις, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά πριν από λίγους μήνες.

Διαβάζοντάς τη βυθίζεσαι σε έναν κόσμο τόσο ζωντανό, που νομίζεις πως θα τον έχεις μέσα σου για πάντα. Δεν περιγράφει μόνο τα γεγονότα της ζωής του Κωνσταντίνου – όπως αναφέρεται ο ποιητής απ' την αρχή μέχρι το τέλος του βιβλίου, μια επιλογή που έχει τη σημασία της στη σχέση οικειότητας που χτίζει ο αναγνώστης. Ρίχνει άπλετο φως στον εσωτερικό του κόσμο: στους φόβους και τις ανησυχίες του, τις εσωτερικές του συγκρούσεις.

Επιχειρώντας να εξηγήσει ένα φοβερό παράδοξο: πώς ένας άνθρωπος που δεν είχε καταφέρει τίποτα ιδιαίτερο ως ποιητής μέχρι τη μέση ηλικία, ζώντας σε μια μικρή, περιφερειακή πόλη όπως η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, κατάφερε να δημιουργήσει ένα έργο που βρήκε θέση στην κορυφή της ποιητικής δημιουργίας.

Με μια υποσημείωση που οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν: Ο Καβάφης όσο ζούσε δεν εξέδωσε ποτέ βιβλίο ποίησης, ενώ μέχρι τα σαράντα του χρόνια δεν είχε ακόμη καταφέρει κάτι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο στην ποίηση. Κυκλοφορούσε τα ποιήματά του σε μονόφυλλα ή σε μικρές, αυτοσχέδιες εκδόσεις, τις οποίες διένειμε ο ίδιος σε ανθρώπους που επέλεγε. Ο Καβάφης ως «παγκόσμιο φαινόμενο» άρχισε σε έναν βαθμό να οργανώνεται από τον ίδιο, με μια σχεδόν ψυχαναγκαστική επιμέλεια της υστεροφημίας του, που καθόριζε από ένα σημείο και μετά ακόμα και τις προσωπικές του σχέσεις. Πήρε όμως τον δικό του δρόμο μετά τον θάνατό του, μέσα από διαδικασίες που κίνησαν οι κληρονόμοι του έργου του, ο Αλέκος και η Ρίκα Σεγκοπούλου, εκτελεστές της λογοτεχνικής του διαθήκης.

Η ζωή του Καβάφη μέσα από μια νέα βιογραφία

Ο Γκρέγκορι Τζουσντάνις, καθηγητής Τεχνών και Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο, έχει έρθει στην Αθήνα για να μιλήσει στην κατάμεστη αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής για τον Καβάφη, όπως κάνει σε πολλές πόλεις ανά τον κόσμο. Όταν συναντιόμαστε στα γραφεία των εκδόσεων Μεταίχμιο, τον ρωτάω για την προσωπική του διαδρομή, που, όπως μαρτυρά και το όνομά του, ξεκινάει κι αυτή σαν μια ιστορία της ελληνικής διασποράς. Γεννήθηκε στο χωριό Κλειδί, κοντά στο Αμύνταιο, και σε ηλικία δέκα ετών έφυγε με την οικογένειά του για τον Καναδά. Θυμάται ακόμη να κατεβαίνουν με τα γαϊδουράκια στον σταθμό για να πάρουν το τρένο προς τον Πειραιά κι από κει το καράβι για το μεγάλο ταξίδι. Στράφηκε στις ελληνικές σπουδές και έγραψε τη διδακτορική διατριβή του για τον Καβάφη, όταν ακόμα μάθαινε να μιλά σωστά την ελληνική γλώσσα. 

«Όταν αφηγούμαι την ιστορία μου σε ανθρώπους στην Ελλάδα, τη βρίσκουν συνήθως ενδιαφέρουσα. Έφυγα δέκα χρονών από ένα μικρό χωριό της Φλώρινας — ένα αγροτόπαιδο που μετανάστευσε στον Καναδά. Από τον αγροτικό κόσμο πέρασα στην εργατική τάξη και βρέθηκα να αντιμετωπίζω τις δυσκολίες της μετάβασης από μια προ-βιομηχανική κοινωνία σε μια καπιταλιστική. Πήγα σχολείο και ήδη στα δώδεκά μου χρόνια είχα το υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης στην οικογένειά μου.

Είναι μια ιστορία μετανάστευσης και κοινωνικής μετακίνησης — από τον αγροτικό κόσμο στην εργατική τάξη και αργότερα στη μεσαία τάξη — αλλά και μια ιστορία απώλειας γλώσσας και πολιτισμού. Στην πραγματικότητα δεν συνάντησα μορφωμένους Έλληνες μέχρι τα είκοσι τέσσερά μου, όταν πήγα στη Γερμανία με υποτροφία. Και κάπως έτσι η διαδρομή αυτή καταλήγει σήμερα να με φέρνει πίσω στην Αθήνα, αυτή τη φορά ως συγγραφέα.

Ο Γκρέγκορι Τσουσντάνις ήταν ο συγγραφέας πέντε ακόμη βιβλίων, το πρώτο εκ των οποίων «The Poetics of Cavafy», όταν ένας διακεκριμένος Αμερικανός καβαφολόγος τού πρότεινε να συνεργαστούν σε ένα εγχείρημα που έλειπε από τη βιβλιογραφία. Μου μιλάει για την ιδέα πίσω από το βιβλίο.

«Η τελευταία βιογραφία του Liddell, πριν από 50 χρόνια, ήταν πλέον ξεπερασμένη, καθώς υπήρχε νέο υλικό από το αρχείο Καβάφη το οποίο αγόρασε το Ίδρυμα Ωνάση και άνοιξε στους ερευνητές. Αυτό που θέλαμε να κάνουμε, ήταν να δώσουμε στον αναγνώστη μια εικόνα για το τι άνθρωπος ήταν ο Καβάφης, να μιλήσουμε για τις αντιφάσεις του. Δεν θέλαμε μια αγιογραφία, αλλά να δώσουμε μια αληθινή ιστορία, βασισμένη στην ανάγνωση και στα στοιχεία που υπάρχουν στο αρχείο και στη βιβλιογραφία».

Το «Κωνσταντίνος Καβάφης: Ο άνθρωπος και ο ποιητής» είναι ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα. Επιπλέον, λειτουργεί και ως κλειδί για να πλησιάσουμε την ποίηση του Καβάφη, να αισθανθούμε το μεγαλείο της. Και να αναγνωρίσουμε κομμάτια του εαυτού μας ανάμεσα στις γραμμές της – στη λεπτή ειρωνία, τον διδακτισμό, τη λακωνικότητα και την ακρίβεια των λέξεων, στο φιλοσοφικό, ιστορικό και ψυχολογικό της βάθος.

Οι τελευταίες μέρες του Καβάφη

Αρχές Απριλίου του 1933 ο Κωνσταντίνος Καβάφης εισήχθη στο ελληνικό νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας και πέθανε στις 29 Απριλίου από καρκίνο του στον λάρυγγα. Το βιβλίο, ακολουθώντας μια κυκλική αφήγηση, ξεκινά και τελειώνει με τις τελευταίες του στιγμές. Τότε αποκαλύπτεται η πιο τρωτή πλευρά του, μπροστά στη Ρίκα Σεγκοπούλου – «επιμελήτρια, κριτικό, γραμματέα, νοσοκόμα και θεληματάρη του», μοναδική γυναίκα της ζωής του.

Στην εισαγωγή, παρακολουθούμε τον Κωνσταντίνο την ώρα που ετοιμάζει τη βαλίτσα του για το νοσοκομείο να γράφει στο μπλοκάκι, μην μπορώντας να μιλήσει: «Αυτή τη βαλίτσα την αγόρασα πριν από τριάντα χρόνια, ένα βράδυ για να πάω στο Κάιρο για διασκέδαση. Τότε ήμουν υγιής, νέος και όχι άσχημος». Από εκείνη τη σκηνή, μέχρι τις τελευταίες του στιγμές με τη Ρίκα στον επίλογο του βιβλίου, λίγο πριν φύγει από τη ζωή, τον έχουμε γνωρίσει τόσο βαθιά από όσα έχουν προηγηθεί, που η συγκίνηση του αναγνώστη είναι σχεδόν πραγματική. Εκεί φαίνεται πόσο βαθιά έχει μπει η βιογραφία στον άνθρωπο πίσω από τον ποιητή, λέω στον βιογράφο του.

1. Αντίγραφο φωτογραφίας του Καβάφη στο διαμέρισμά του. Απεικονίζεται καθισμένος σε έναν καναπέ, στο σαλόνι του. Η πρωτότυπη φωτογραφία τραβήχτηκε από τον φωτογράφο Racine γύρω στο 1930. Στην πίσω πλευρά υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις.

2. Αχρονολόγητο φωτογραφικό πορτρέτο του Καβάφη, όπου τον βλέπουμε να φορά παλτό και κασκόλ. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο εργαστήριο του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου στην Αθήνα, το 1932. Ο ποιητής βρίσκεται στη φάση ανάρρωσης από την τραχειοστομία στην οποία είχε υποβληθεί.

«Χαίρομαι πολύ που το λέτε», απαντά. «Ο επίλογος είναι γραμμένος σχεδόν σαν διήγημα. Περιγράφουμε τις τελευταίες του στιγμές, πηγαίνουμε στην κηδεία και μετά στο τέλος της νεκρώσιμης τελετής, όπου εκφωνούνται οι επικήδειοι λόγοι για τον ποιητή, όπως και οι λόγοι στο φιλολογικό μνημόσυνο που ακολούθησε. Η αφήγηση τελειώνει με την ιστορία της Ρίκας Σεγκοπούλου, η οποία είχε αρχίσει να γράφει ένα βιβλίο που θα λεγόταν “Ο Καβάφης με παντόφλες”. Είχε κρατήσει σημειώσεις, λεπτομέρειες της καθημερινότητάς του, μια σειρά παρατηρήσεων για τη βιογραφία που ετοίμαζε. Το βιβλίο το αφιερώσαμε στη Ρίκα, η οποία τελικά δεν ολοκλήρωσε ποτέ αυτή τη βιογραφία. Ίσως επειδή χώρισε με τον Αλέκο Σεγκόπουλο κι έχασε την πρόσβαση στο αρχείο. Ίσως επειδή απομακρύνθηκε από το περιβάλλον του Καβάφη. Ίσως γιατί ένιωσε ότι δεν μπορούσε να το ολοκληρώσει…»

Μιλώντας με τον βιογράφο του Καβάφη, Γκρέγκορι Τζουσντάνις

—Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 1863 στην Αλεξάνδρεια, αλλά στο πρώτο κομμάτι της ζωής του έζησε σε πολύ σημαντικές πόλεις της εποχής του. Ταξιδέψατε κι εσείς σε αυτούς τους τόπους;

Την πρώτη φορά που επισκέφθηκα την Αλεξάνδρεια και το σπίτι του Καβάφη ήμουν ακόμη φοιτητής, τότε που λειτουργούσε ως πανσιόν. Αργότερα επέστρεψα για τις ανάγκες της έρευνας. Πήγα επίσης στο Λονδίνο και στο Λίβερπουλ, όπου είχε ζήσει η οικογένεια του Καβάφη μετά τον θάνατο του πατέρα του και τη χρεοκοπία της οικογένειας, καθώς και στην Κωνσταντινούπολη, όπου άρχισε να ερευνά τη γενεαλογία της οικογένειας της μητέρας του, που έφτανε μέχρι τους Φαναριώτες. Ο συνάδελφός μου ταξίδεψε επίσης στα ίδια μέρη, αλλά και στη νότια Γαλλία, όπου πέθανε ο αδελφός του Καβάφη, ο Παύλος.

Βέβαια δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για εκείνη την περίοδο της ζωής του, όπως πού πήγε σχολείο ή πού ακριβώς βρισκόταν το σπίτι του παππού του. Όταν γράφεις μια βιογραφία, είναι πολύ σημαντικό να μπορέσεις να τοποθετήσεις τον αναγνώστη μέσα στον χώρο. Στο κεφάλαιο για την Αλεξάνδρεια προσπαθήσαμε να δείξουμε έναν ζωντανό Καβάφη: να βγαίνει από το διαμέρισμά του, να περπατά στην πόλη, να πηγαίνει στο γραφείο του, στα βιβλιοπωλεία, να συναντά φίλους στα καφέ. Αυτό δεν μπορείς να το κάνεις μόνο από περιγραφές άλλων· πρέπει να βρεθείς ο ίδιος στον τόπο για να μεταφέρεις αυτή την αίσθηση του χώρου και της καθημερινότητας.

Όταν τελειώσει ένας αναγνώστης το βιβλίο, θα ήθελα να αισθάνεται ότι έχει καταλάβει καλύτερα τον άνθρωπο. Δεν λέω βέβαια ότι όλα όσα γράφουμε είναι απολύτως ακριβή — κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί σε καμία βιογραφία.

Είχατε αμφιβολίες για το αν όλες αυτές οι ψυχολογικές ερμηνείες είναι ακριβείς; Ο Καβάφης δεν μιλούσε για την προσωπική του ζωή. Μπορεί να αισθανθεί κανείς ότι είναι τολμηρό να προσπαθήσει να τον ψυχογραφήσει κανείς τόσο βαθιά.

Πάντα έχεις αμφιβολίες. Αυτό που λέμε είναι ότι αυτή είναι η δική μας ερμηνεία και εξήγηση. Κάποιος άλλος μπορεί να έχει μια διαφορετική. Έχουμε συνθέσει μια εικόνα βασισμένη στα κείμενα, στα αρχεία και σε όλα τα στοιχεία που υπάρχουν. Τίθεται βέβαια και ένα άλλο ερώτημα: έχουμε το δικαίωμα να ψάξουμε τόσο βαθιά την προσωπική ζωή ενός ανθρώπου; Το γεγονός ότι έχει πεθάνει και δεν ανήκει πια μόνο στον εαυτό του — είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο— μας επιτρέπει να ψάξουμε αυτά που είναι κρυμμένα και να αναδείξουμε μια εικόνα του που ίσως ο ίδιος κρατούσε ιδιωτική. Και προσωπικά πιστεύω ότι ο ίδιος ο Καβάφης ήθελε να γραφτεί η βιογραφία του. Αλλιώς γιατί να είχε κρατήσει κάθε εισιτήριο, κάθε σημείωμα, όλες αυτές τις λεπτομερείς λίστες της καθημερινής ζωής του για το πότε και πόσο συχνά γινόταν η διανομή του ψωμιού και για ένα σωρό άλλα πράγματα; (σ.σ. εκτός από επιστολές, ημερολόγια, φωτογραφίες, σχεδιάσματα ποιημάτων, αποκόμματα από τον Τύπο κ.λπ.)

Άποψη του εσωτερικού του διαμερίσματος του Καβάφη. Απεικονίζεται το σαλόνι, με καρέκλες, ένα γραφείο και μια κονσόλα με καθρέφτη. Υπάρχουν επίσης αρκετές κορνίζες, τόσο στον τοίχο όσο και πάνω στο τραπέζι, με οικογενειακές φωτογραφίες. Δύο αντίτυπα. Στην πίσω πλευρά του ενός υπάρχει χειρόγραφη σημείωση. Εκεί ο Κ. καβάφης υποδεχόταν τους πιο επίσημους καλεσμένους του.

— Στη βιογραφία παρουσιάζετε δύο διαφορετικούς Καβάφηδες: έναν πριν και έναν μετά τα σαράντα του χρόνια. Μέχρι τότε δεν είχε κάνει τίποτα ιδιαίτερο στην ποίηση. Ποιος είναι αυτός ο πρώτος Καβάφης; Πώς διαμορφώνεται;

Ο Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, σε μια από τις πιο εύπορες ελληνικές οικογένειες της Μέσης Ανατολής. Όταν πέθανε ο πατέρας του, η οικογένεια έχασε μεγάλο μέρος της περιουσίας της, γιατί τα αδέλφια του δεν είχαν ταλέντο στο εμπόριο. Η μητέρα πήρε τότε τα παιδιά και μετακόμισαν πρώτα στο Λίβερπουλ και μετά στο Λονδίνο. Εκεί τελειοποίησε τα αγγλικά του. Γι’ αυτό μιλούσε πάντοτε ελληνικά με μια ελαφρά αγγλική προφορά – κάτι που συχνά ξένιζε τους άλλους. Νομίζω μάλιστα ότι μερικές φορές το καλλιεργούσε και λίγο, σαν τρόπο να ξεχωρίζει.

Αυτή η εμπειρία τού έδωσε μια πιο ανοιχτή, κοσμοπολίτικη νοοτροπία. Όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, έγινε ο βομβαρδισμός της πόλης από τους Βρετανούς το 1882 και η οικογένεια αναγκάστηκε να φύγει ξανά, αυτή τη φορά για την Κωνσταντινούπολη, στο σπίτι των συγγενών της μητέρας του, της οικογένειας Φωτιάδη. Εκεί άρχισε να ερευνά τη γενεαλογία των προγόνων του και να αναπτύσσει το ενδιαφέρον του για την Ιστορία. Αργότερα επέστρεψε οριστικά στην Αλεξάνδρεια. Έκανε μόνο δύο ταξίδια στην Αθήνα και από τότε σπάνια έφευγε από την πόλη. Λέμε συχνά ότι η ζωή του εκτυλισσόταν μέσα σε μια ακτίνα δεκαπέντε λεπτών. Η Αλεξάνδρεια ήταν ο κόσμος του. Και ίσως ακριβώς αυτό να του έδωσε τη μεγάλη του έμπνευση.

1. Φωτογραφία των τριών αδελφών Καβάφη, του Ιωάννη, του Παύλου και του Κωνσταντίνου, ντυμένων με κοστούμια. Ο ποιητής είναι ο πρώτος από δεξιά. Στο επάνω μέρος υπάρχει χειρόγραφη χρονολογία από τον ίδιο τον Καβάφη. Στην πίσω πλευρά διακρίνεται το λογότυπο του φωτογραφικού στούντιο στο Λίβερπουλ. Συνοδεύεται από ένα πολύ μεταγενέστερο αντίτυπο, στο οποίο η μορφή του ποιητή έχει μεγεθυνθεί.

2. Αχρονολόγητο φωτογραφικό πορτρέτο του Καβάφη από το φωτογραφείο Fettel & Bernard στην Αλεξάνδρεια, σε τρία αντίτυπα. Ο ποιητής φέρει μουστάκι, φορά κοστούμι με γραβάτα και γυαλιά. Ακουμπά και τα δύο του χέρια σε ένα βιβλίο τοποθετημένο πάνω σε ένα περίτεχνο έπιπλο. Πίσω του διακρίνεται ένα κάθισμα. Στην πίσω πλευρά υπάρχει το λογότυπο του φωτογραφικού εργαστηρίου. Η φωτογραφία θα μπορούσε να χρονολογηθεί γύρω στο 1896, λόγω της εντυπωσιακής ομοιότητας με μια άλλη παρόμοια φωτογραφία που ο ίδιος ο Καβάφης έχει χρονολογήσει σε εκείνη τη χρονιά.

— Στο βιβλίο επιμένετε πολύ στο αίσθημα της ντροπής από την πτώση που βίωσε η οικογένειά του, όταν έχασε την περιουσία της. Σε ποιο βαθμό αυτή η εμπειρία επηρέασε την ποίησή του;

Η απώλεια της περιουσίας και της κοινωνικής θέσης, ήταν μια βαθιά προσωπική εμπειρία. Μια εμπειρία που τον ώθησε να αναζητήσει πρότυπα στην ιστορία και να δει την οικογενειακή απώλεια σε σχέση με την παρακμή του ελληνισμού μετά την επικράτηση των Ρωμαίων. Εκεί λοιπόν θεωρούμε ότι ανακάλυψε την Ελληνιστική Περίοδο. Πρέπει να θυμόμαστε ότι πριν από εκατόν πενήντα χρόνια, όταν ζούσε ο Καβάφης, δεν υπήρχε η ιστοριογραφία που υπάρχει σήμερα για τον Μέγα Αλέξανδρο και τον ελληνιστικό κόσμο. Βρήκε λοιπόν μια συμβολική σχέση ανάμεσα στη σύγχρονη Αλεξάνδρεια, όπου ζούσε, και την ελληνιστική Αλεξάνδρεια. Έτσι δημιουργεί μια μεταφορά για τον άνθρωπο, για την ιστορία και για τη ζωή – για το τι σημαίνει να χάνεις κάτι.

1. Άποψη του εσωτερικού του διαμερίσματος του Καβάφη στην οδό Λεψίου. Απεικονίζεται ένας διάδρομος με βιβλιοθήκες και καθίσματα, στο τέλος του οποίου διακρίνονται ένα παράθυρο, ένα γραφείο και ένα παραβάν. Τον σκοτεινό μακρύ διάδρομο που έβγαζε στα οκτώ δωμάτια του διαμερίσματος, γεμάτο έπιπλα και συλλεκτικά αντικείμενα, οι επισκέπτες τον περιγράφουν συχνά σαν ένα υποβλητικό προθάλαμο που τους μετέφερε από τον μεσογειακό ήλιο της Αλεξάνδρειας στον καβαφικό κόσμο. 

2. Άποψη του εσωτερικού του διαμερίσματος του Καβάφη. Απεικονίζεται το υπνοδωμάτιο του ποιητή, με το κρεβάτι του, καρέκλες, ένα γραφείο και άλλα έπιπλα.

— Οι συνθήκες της ζωής του φαίνεται ότι τον ανάγκασαν να στραφεί προς τον εαυτό του. Ήταν και η σεξουαλικότητά του, δύσκολο κι αυτό…

Έπρεπε να καταλάβουμε τι σημαίνει να είσαι ομοφυλόφιλος σε μια εποχή όπου ο όρος ουσιαστικά δεν χρησιμοποιούνταν. Όταν γράφαμε το βιβλίο είχαμε μεγάλη συζήτηση για το ποια λέξη να χρησιμοποιήσουμε, γιατί ο ίδιος δεν χρησιμοποιούσε τέτοιους όρους. Στα ημερολόγιά του γράφει μερικές φορές ότι «έπεσα σε αυτές τις αμαρτίες». Σε άλλα κείμενα της εποχής βρίσκεις χαρακτηρισμούς όπως «ανώμαλος». Την ίδια εποχή συγκλόνισε την Ευρώπη η δίκη του Όσκαρ Ουάιλντ, που κατέληξε στη φυλάκισή του. Ο Καβάφης είχε παρακολουθήσει εκείνη την υπόθεση και αυτό δείχνει πόσο θαρραλέος ήταν να μιλάει ανοιχτά για άνδρες ερωτευμένους με άνδρες. Ο ίδιος δεν το έκρυβε –πολλοί γνώριζαν– αλλά δεν μπορούσε και να ζήσει ανοιχτά. Αν ήθελε να ανήκει στον κοινωνικό κύκλο της ελληνικής αστικής τάξης της πόλης, έπρεπε να κρατά αυτή την πλευρά της ζωής του ιδιωτική. Μετά τα σαράντα του χρόνια αρχίζει να μιλά πιο ανοιχτά γι’ αυτό στην ποίησή του, ενώ μέχρι τότε εκμεταλλευόταν ένα χαρακτηριστικό της ελληνικής γλώσσας: ότι το ρήμα δεν χρειάζεται αντωνυμία. Έτσι γράφει «έφυγε», «αγάπησε» χωρίς να δηλώνεται αν πρόκειται για άνδρα ή γυναίκα. Μετά το 1920 γίνεται πιο άμεσος, απεθευθερώνεται.

— Παρ’ όλα αυτά υπάρχει μια αντίφαση: ένας άνθρωπος με τόσο έντονο εσωτερικό κόσμο να ενδιαφέρεται τόσο πολύ για την κοινωνική αποδοχή;

Ναι, αυτή είναι μια μεγάλη αντίφαση. Ο Καβάφης φοβόταν όλη του τη ζωή την κοινωνική απόρριψη και είχε διαρκώς την ανάγκη για κοινωνική αποδοχή από την υψηλή κοινωνία. Του άρεσε να προσκαλείται σε γάμους, σε δεξιώσεις, σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Ήθελε να ανήκει σ’ εκείνη την τάξη. Και χρησιμοποιούσε την καταγωγή της οικογένειάς του για να διατηρεί αυτή τη θέση. Αλλά όλοι έχουμε αντιφάσεις.

Φωτογραφία που απεικονίζει τον Καβάφη να φτάνει, μαζί με άλλους καλεσμένους, στον γάμο του Κωνσταντίνου Μ. Σαλβάγου (που τελέστηκε στις 27/2/1927 στον ναό του Ευαγγελισμού, στην Αλεξάνδρεια). Στην πίσω πλευρά υπάρχει σφραγίδα της φωτογραφικής εφημερίδας Ελληνική του Α. Σ. Μηλιώνη.

— Εντυπωσιακός είναι και ο τρόπος με τον οποίο οργάνωσε την υστεροφημία του. Γράφετε και στο βιβλίο ότι από ένα σημείο και μετά ο κύριος στόχος στη ζωή του ήταν να φτάσει στην κορυφή της «σκάλας της ποιήσεως», πολλές φορές και σε βάρος των ανθρώπινων σχέσεων. Πείτε μας λίγο για αυτό…

Ο Καβάφης έβλεπε τον εαυτό του ως ποιητή από πολύ νωρίς. Έγραφε ήδη πριν φύγει για την Κωνσταντινούπολη, αλλά αυτά τα πρώτα ποιήματα χάθηκαν όταν βομβαρδίστηκε το σπίτι της οικογένειας. Στην αρχή έγραφε με έναν πιο παραδοσιακό τρόπο, επηρεασμένο από την ποίηση της εποχής. Το ίδιο έκανε και ο μεγαλύτερος αδελφός του, Τζον. Όταν όμως είδε πως το βιβλίο του αδελφού του δεν είχε καμία επιτυχία, ο Καβάφης κατάλαβε ότι έπρεπε να αλλάξει πορεία. Αποκήρυξε σχεδόν όσα είχε γράψει μέχρι τότε και ξεκίνησε μια εντελώς νέα κατεύθυνση. Αν δεν είχε κάνει αυτή τη στροφή, πιθανότατα σήμερα ο Καβάφης θα ήταν απλώς μια υποσημείωση στην ελληνική λογοτεχνία. Και βέβαια είχε έναν βασικό στόχο στη ζωή του: να γίνει μεγάλος ποιητής. Για να το πετύχει αφιερώθηκε ολοκληρωτικά σ’ αυτό. Ένας δημιουργός που θέλει να φτάσει πολύ ψηλά συχνά δεν σκέφτεται την προσωπική του ευτυχία όπως τη σκεφτόμαστε οι περισσότεροι. Αφοσιώνεται στο έργο του και δίνει μια μεγάλη μάχη.  Ο Κωνσταντίνος ζούσε για την ποίησή του, συχνά εις βάρος και τνω προσωπικών του σχέσεων.

— Για να κατανοήσει κανείς την ποίησή του Καβάφη χρειάζεται κάποια γνώση της ελληνιστικής Ιστορίας, νομίζω. Έτσι δεν είναι; Και, τελικά, τι πιστεύετε ότι είναι αυτό που κάνει τον Καβάφη να παραμένει τόσο σύγχρονος;

Σε κάποιο βαθμό, ναι. Στα ιστορικά ποιήματα υπάρχει ένα ολόκληρο ιστορικό υπόβαθρο. Όταν έχεις αυτό το κλειδί, καταλαβαίνεις καλύτερα τον κόσμο που δημιουργεί. Νομίζω όμως ότι ο λόγος που παραμένει πάντα σύγχρονος είναι πως στα ποιήματά του υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος. Παίρνει μικρές στιγμές της ιστορίας –έναν αξιωματούχο, έναν στρατηγό, έναν νεαρό που θυμάται έναν έρωτα– και μέσα από αυτές μιλά για κάτι βαθύτερο: για την επιθυμία, τη φιλοδοξία, την απώλεια, τη ματαίωση. Αυτά δεν αλλάζουν ποτέ. Επίσης ο Καβάφης γράφει για εποχές μετάβασης. Για κόσμους που αλλάζουν, για αυτοκρατορίες που παρακμάζουν, για ανθρώπους που βρίσκονται στο περιθώριο της ιστορίας. Και νομίζω ότι κι εμείς σήμερα ζούμε σε μια εποχή μετάβασης. Γι’ αυτό τον καταλαβαίνουμε τόσο καλά. Τέλος, υπάρχει η γλώσσα του. Είναι απλή, σχεδόν καθημερινή, αλλά ταυτόχρονα πολύ ακριβής. Δεν χρειάζεται πολλά λόγια για να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο. Και αυτή η οικονομία τον κάνει να μοιάζει πάντα σύγχρονος. Και ίσως γι’ αυτό τα ποιήματά του εξακολουθούν να μας μιλούν σήμερα. Γιατί μέσα από εκείνον τον κόσμο βλέπουμε και κάτι από τον δικό μας.

Αχρονολόγητο φωτογραφικό πορτρέτο του Καβάφη από το φωτογραφείο Fettel & Bernard στην Αλεξάνδρεια, σε έξι αντίτυπα. Ο ποιητής φέρει μουστάκι, φορά κοστούμι με γραβάτα και γυαλιά. Στην πίσω πλευρά υπάρχει το λογότυπο του φωτογραφικού εργαστηρίου. Οι φωτογραφίες φυλάσσονται μέσα σε χειροποίητο φάκελο από χαρτόνι, πάνω στον οποίο ο ίδιος ο ποιητής έχει γράψει την ένδειξη της χρονολογίας: «1901 or 1903».

***

Το Αρχείο Καβάφη φιλοξενεί το προσωπικό αρχείο του Αλεξανδρινού ποιητή, μαζί με 966 βιβλία από τη βιβλιοθήκη του, τεκμήρια της ζωής και του έργου του, αλλά και σύγχρονες δημιουργίες καλλιτεχνών με διεθνή παρουσία, από τη Νέα Υόρκη μέχρι την Αθήνα. Ένα ζωντανό αρχείο που εξελίσσεται συνεχώς. Μετά τη δημοσίευση της ψηφιακής συλλογής του Αρχείου Καβάφη τον Μάρτιο του 2019, που έκανε το αρχείο ελεύθερα προσβάσιμο σε όλους, το Ίδρυμα Ωνάση προχώρησε στη δημιουργία ενός φυσικού χώρου αφιερωμένου στον ποιητή, εγκαινιάζοντας το Αρχείο Καβάφη στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 2023.

Ο χώρος φιλοξενεί τα γραπτά και τα βιβλία του Καβάφη, προσωπικά του αντικείμενα και έπιπλα, πλαισιωμένα από έργα τέχνης που φωτίζουν την ολοένα αυξανόμενη επίδρασή του σε καλλιτέχνες – από την εποχή του έως και σήμερα. Τον Δεκέμβριο του 2024, το Αρχείο επεκτάθηκε με δύο επιπλέον αίθουσες, οι οποίες παρουσιάζουν περισσότερα τεκμήρια της βιβλιοθήκης του, έργα σύγχρονών του καλλιτεχνών εμπνευσμένα από τον ίδιο.

Αρχείο Καβάφη, Φρυνίχου 16B, Πλάκα, 10558 | Ωράριο λειτουργίας: Τρίτη, Πέμπτη & Σάββατο, 11:00-18:00 | Είσοδος ελεύθερη. Τ. 2103713000