- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Στίβεν Μπλούμπεργκ: Ο κλέφτης των βιβλίων
Η εκπληκτική ιστορία τού πιο παραγωγικού κλέφτη βιβλίων στην ιστορία
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας. Ημερολογιακές καταχωρίσεις για κάθε χρήση
Εισαγωγικά: Από το Παρίσι στα Εξάρχεια
Ο πρώτος, και πιο κοντινός μας, βιβλιοκλέφτης που γνωρίσαμε όλοι ήταν βέβαια ο Κωστής Παπαγιώργης. Στους «Βιβλιολάτρες», ένα από τα δοκίμιά του που περιλαμβάνονται στον τόμο «Σιαμαία και Ετεροθαλή (Εκδόσεις Ροές, 1987), μιλά για τον καιρό που ζούσε στο Παρίσι και απαλλοτρίωνε βιβλία στα μαγικά βιβλιοπωλεία της Αριστερής Όχθης. Η ανάγκη του για διάβασμα ήταν επιτακτική, χρήματα δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα, και έτσι, κινούμενος από μια ιερή ανάγκη, έκλεβε βιβλία που θεωρούσε ότι του ήταν απαραίτητα. Έκλεψε κάμποσες χιλιάδες, και τα διάβασε όλα — από εξώφυλλο σε εξώφυλλο:
Στο Παρίσι που πήγα το ’68 έγινα ψιλοκλεφτάκος για να εξασφαλίζω τα βιβλία μου. Αυτό, βέβαια, με βοήθησε γιατί μ’ έκανε συγγραφέα, αλλά μου μπέρδεψε και άσχημα τη ζωή. Αποφάσισα να γίνω επαγγελματίας αναγνώστης για να μάθω. […] Είχα μια σοφίτα-βιβλιοθήκη που αριθμούσε χιλιάδες τόμους.
Ο Παπαγιώργης είναι ο πρώτος, και πιο κοντινός μας, βιβλιοκλέφτης που γνωρίσαμε όλοι —και για κάμποσους από εμάς ένας ατίμητος φίλος—, αλλά η περίπτωσή του ωχριά μπροστά σε έναν επαγγελματία κλέφτη βιβλίων που έγινε παγκοσμίως διάσημος λίγα χρόνια μετά την έκδοση των «Σιαμαίων».
Ο διαβόητος κύριος Στίβεν Μπλούμπεργκ
Στις 20 Μαρτίου 1990, στις 02:00 τα ξημερώματα, πράκτορες του FBI χτύπησαν την πόρτα ενός τριώροφου κτηρίου βικτωριανής αρχιτεκτονικής στη μικρή πόλη Ατάμγουα της Άιοβα. Πίσω από εκείνη την πόρτα, στο σπίτι του Στίβεν Κάρι Μπλούμπεργκ, σαράντα ενός ετών, τους περίμενε ένα θέαμα που θα άλλαζε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο οι βιβλιοθήκες αντιμετωπίζουν την ασφάλεια των συλλογών τους. Σε 17 δωμάτια, από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι, σε διαδρόμους, ντουλάπες, ακόμα και στα μπάνια, βρίσκονταν σε ράφια, βιβλιοθήκες, ερμάρια, ντουλάπες, ή τακτοποιημένα σε στοίβες, περί τα 23.600 σπάνια βιβλία και χειρόγραφα — τα περισσότερα από αυτά, κλεμμένα. Για την ακρίβεια, επρόκειτο για τη μεγαλύτερη κλοπή βιβλίων στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, και πιθανότατα του κόσμου.
Η αρχική εκτίμηση της αξίας τους ανήλθε στα 20 εκατομμύρια δολάρια. Ωστόσο, οι βιβλιοθηκάριοι που εξέτασαν τη συλλογή συμφώνησαν ότι, στην πραγματικότητα, ήταν απλούστατα ανεκτίμητη. Ο Μπλούμπεργκ, ο αυτοαποκαλούμενος «φύλακας» σπάνιων βιβλίων, είχε κλέψει βιβλία από 268 βιβλιοθήκες και μουσεία σε 45 πολιτείες, αλλά και από δύο καναδικές επαρχίες. Η υπόθεσή του θα κατέληγε να συνιστά το, μακράν, πιο εμβληματικό κεφάλαιο στα χρονικά της βιβλιοκλοπής — και, μαζί, μια συγκλονιστική μελέτη πάνω στα όρια μεταξύ πάθους και παράνοιας.
Τα πρώτα σημάδια
Ο Στίβεν Κάρι Μπλούμπεργκ (Stephen Carrie Blumberg) γεννήθηκε στις 8 Ιουλίου 1948 στο Σεντ Πολ της Μινεσότα, μοναχοπαίδι σε μια εύπορη οικογένεια. Ο πατέρας του, Χένρι Μπλούμπεργκ, ήταν γιατρός, και θα χαρακτήριζε αργότερα τον γιο του «εκκεντρική ιδιοφυΐα», προσθέτοντας: «Είναι ο πιο παράξενος άνθρωπος στον κόσμο, για να πω την αλήθεια».
Από μικρός, ο Μπλούμπεργκ ήταν πράγματι κάπως «παράξενος». Γιατί δεν ήταν απλώς ένα μοναχικό παιδί που απέφευγε τις πολλές-πολλές κοινωνικές συναναστροφές. Κάθε άλλο: είχε από τότε την τάση να μαζεύει αντικείμενα — καπάκια μπουκαλιών, παλιά νομίσματα, χαρτάκια που ανταλλάσσουν μεταξύ τους τα παιδιά… ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Με τη διαφορά ότι εκείνος δεν αντάλλασσε τίποτε. Συνέλεγε τα πάντα. Συσσώρευε τα πάντα.
Και κατόπιν άρχισε και να κλέβει τα πάντα.
Έφηβος ακόμη, άρχισε να αφαιρεί —συστηματικά— πόμολα, βιτρό, φωτιστικά και κλειδαριές από παλιά κτίρια που προορίζονταν για κατεδάφιση. Ο ίδιος πίστευε ότι στην πραγματικότητα δεν τα έκλεβε — τα διέσωζε από μια βέβαιη καταστροφή.
Αυτή η λογική —η λογική της διάσωσης— θα αποτελούσε αργότερα τον πυρήνα ολόκληρου του παραληρήματός του, ένα αφήγημα που θα εφάρμοζε με θρησκευτική ζέση και στα σπάνια βιβλία.
Ένα ταραγμένο εσωτερικό τοπίο
Σε ηλικία 15 ετών, ο Μπλούμπεργκ διαγνώστηκε με σχιζοειδή διαταραχή προσωπικότητας. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας του, νοσηλεύτηκε πολλές φορές σε ψυχιατρικά ιδρύματα, όπου δώδεκα διαφορετικοί ψυχίατροι τον διέγνωσαν εναλλακτικά ως ψυχαναγκαστικό, παρανοϊκό, ακόμη και σχιζοφρενή. Κατά τη δίκη του μάλιστα, πολλά χρόνια μετά, θα γινόταν γνωστό ότι διάφορες ψυχικές ασθένειες μάστιζαν όλη την οικογένεια Μπλούμπεργκ. Ήταν κληρονομικό θέμα, αλλά στον ίδιο είχε πάρει γιγάντιες διαστάσεις.
Μετά τη δραπέτευσή του από ένα ψυχιατρικό ίδρυμα στο Σικάγο, ο νεαρός Μπλούμπεργκ στράφηκε ψυχή τε και σώματι στην κλοπή — αρχικά μικρών αρχιτεκτονικών και διακοσμητικών αντικειμένων, και σύντομα σπάνιων βιβλίων. Η πρώτη σύλληψή του για κλοπές έγινε όταν ήταν 19 χρονών: είχε κλέψει μία σειρά από πόμολα-αντίκες. Το 1970, στα 22 του, τον έπιασαν για παράνομη εισβολή σε ένα υπό κατεδάφιση κτίριο. Δεν άντεχε στην ιδέα ότι όλα εκείνα τα αντικείμενα που ο ίδιος λάτρευε θα κατέληγαν στα μπάζα, είπε στην αστυνομία.
Και ήταν ακριβώς το ενδιαφέρον του για τη βικτωριανή αρχιτεκτονική που τον οδήγησε σταδιακά στα σπάνια βιβλία. Πηγαίνοντας στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Μινεσότα για να μελετήσει τα κτίρια που ήθελε να σώσει, ανακάλυψε τον κόσμο των σπάνιων βιβλίων — και η εμμονή του μεταμορφώθηκε, κλιμακώθηκε, διογκώθηκε… και τον κατάπιε ολόκληρο.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 μέχρι τη σύλληψή του το 1990, επί μία ολόκληρη εικοσαετία ουσιαστικά, ο Μπλούμπεργκ μετατράπηκε στον πιο μεθοδικό κλέφτη βιβλίων που υπήρξε ποτέ. Ταξίδευε σε ολόκληρη την Αμερική με μια παλιά Κάντιλακ, συνήθως άλουστος και άπλυτος, ή τέλος πάντων ατημέλητος, φορώντας πάντα τα ίδια (χειμωνιάτικα) ρούχα, αγόραζε βιβλία από παλαιοβιβλιοπώλες —πάντα αγόραζε, ποτέ του δεν πούλησε τίποτε— και, κυρίως: έκλεβε.
Τα θέματα που τον γοήτευαν περισσότερο ήταν η πρώιμη αμερικανική ιστορία (Americana), η αρχιτεκτονική και η πολεοδομία, οι σιδηρόδρομοι, και ο πολιτισμός των γηγενών Αμερικανών. Μάλιστα, τα βιβλία στο σπίτι του, μολονότι κάτι παραπάνω από πολυάριθμα, ήταν καλά οργανωμένα κατά θέμα, κατά είδος, κατά χρονολογία έκδοσης, και κατά γεωγραφική προέλευση. Κάθε τόμος, όπως διαβάζουμε στα σχετικά δημοσιεύματα, είχε την ακριβή θέση του στα ράφια ή στις προθήκες που είχε παραγγείλει να του φτιάξουν. Και μόνο ο ίδιος μπορούσε να βρει ποιο βιβλίο βρισκόταν πού. Είχε μια πυξίδα για βιβλία στο κεφάλι του.
Ο μετρ της μεταμφίεσης
Ο Μπλούμπεργκ δεν ήταν απλώς ένας κλέφτης — ήταν ένας εξαιρετικά μεθοδικός κλέφτης, που δεν άφηνε τίποτε στην τύχη. Πρώτα απ’ όλα, έκανε συστηματική αναγνώριση στόχου δύο και τρεις εβδομάδες πριν το χτύπημα. Μελετούσε τις κατόψεις των κτιρίων, τα συστήματα ασφαλείας, τα ωράρια του προσωπικού, τις «αδύναμες» κλειδαριές, και τα πλημμελώς φυλασσόμενα σημεία εισόδου.
Μάλιστα, είχε γίνει και ο ίδιος κλειδαράς. Χρησιμοποιούσε αυτοσχέδια κλειδιά που έφτιαχνε μόνος του, αλλά και οδοντιατρικά εργαλεία, κόφτες γυαλιού και οτιδήποτε άλλο απαιτούνταν —και σκαρφιζόταν— κάθε φορά για να κάνει τις διαρρήξεις του χωρίς να αφήνει εμφανή ίχνη παραβίασης. Μπορούσε επίσης να σκαρφαλώνει με τρομερή άνεση, να μπαίνει μέσα σε παλιούς ανελκυστήρες τροφίμων ή να γλιστράει μέσα από εντοιχισμένους αγωγούς απορριμμάτων. Ένας από τους συνεργούς του —γιατί ενίοτε χρησιμοποιούσε και τρίτους για να τον βοηθούν— δήλωσε ότι οι γνωστοί του τον φώναζαν Σπάιντερμαν.
Ωστόσο, αν και είχε πολλά χαρίσματα, εκεί που ήταν πραγματικά ειδικός ήταν στις μεταμφιέσεις. Μπορούσε να παριστάνει καθηγητές πανεπιστημίων με πρωτοφανή άνεση και θράσος — ειδικά αν του έμοιαζαν κάπως. Είχε επίσης στην κατοχή του διάφορες ταυτότητες καθηγητών —τις οποίες βέβαια είχε κλέψει και παραποιήσει— που του παρείχαν ελεύθερη είσοδο σε μία σειρά πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες: δεν χρειαζόταν πάντα να κάνει διάρρηξη! Έδειχνε την ταυτότητα του, έλεγε πως ήταν ερευνητής ή καθηγητής, και, φορώντας το παλτό του με τις πελώριες εσωτερικές τσέπες, έμπαινε σαν κύριος σε βιβλιοθήκες όπου υπήρχαν εκατοντάδες σπάνιοι και πανάκριβοι τόμοι.
Και, φεύγοντας, τους έπαιρνε μαζί του.
Η «Συλλογή Μπλούμπεργκ»
Ο Μπλούμπεργκ δεν ήταν ένας τυχαίος κλέφτης. Ήταν γνώστης. Ένας ειδικός.
Η συλλογή του περιλάμβανε μερικά από τα πιο σημαντικά τυπωμένα κειμήλια της αμερικανικής, και όχι μόνο, ιστορίας: μια πρώτη έκδοση της «Καλύβας του μπαρμπα-Θωμά» της Χάριετ Μπίτσερ Στόου, αίφνης, και μια επίσης πρώτη έκδοση του «Απολεσθέντος Παραδείσου» του Τζον Μίλτον. Ακόμη και μία χειρόγραφη Βίβλο από το 1480, αλλά και ένα σπανιότατο αντίτυπο του «Χρονικού της Νυρεμβέργης» («Liber Chronicarum», 1493), ένα από τα σημαντικότερα και πιο πλούσια εικονογραφημένα αρχέτυπα στην ιστορία της τυπογραφίας, με δέσιμο από εξαιρετικής ποιότητας δέρμα και φίλντισι.
Αλλά είχε και πολλούς τόμους, ταυτόχρονα, από τη συλλογή… αλιευτικών βιβλίων του Χάρβαρντ. Γιατί; Όπως δήλωσε ο ίδιος, «Γιατί δεν υπήρχε ούτε ένας σε ολόκληρο Χάρβαρντ που να τα εκτιμούσε».
Η προδοσία, η σύλληψη, και η δίκη
Ο Μπλούμπεργκ προδόθηκε από έναν φίλο και συνεργό του, κάποιον Κένεθ Ρόουντς. Ο Ρόουντς ήρθε σε επαφή με το FBI το 1989, και διαπραγματεύτηκε μία καλή αμοιβή. Η υπόθεση απασχολούσε τις Αρχές για πολλά χρόνια, και είχε εξαντλήσει καμιά δεκαριά ειδικούς πράκτορες — αλλά αρκούσε τελικά μια προδοσία εκ των έσω.
Μόνο για τη συσκευασία των αποδεικτικών στοιχείων (τα κλεμμένα βιβλία!) χρειάστηκαν 17 άτομα, 48 ώρες και 879 κιβώτια. Το συνολικό βάρος; Ούτε λίγο, ούτε πολύ, 19 τόνοι…
Η δίκη του Στίβεν Μπλούμπεργκ, που έγινε τον Ιανουάριο του 1991, δέκα μήνες μετά τη σύλληψή του, στο Ντε Μόιν της Άιοβα, αποτέλεσε ιστορικό δικαστικό προηγούμενο: ήταν η μοναδική περίπτωση στην αμερικανική δικαιοσύνη όπου η βιβλιομανία χρησιμοποιήθηκε ως υπερασπιστική βάση. Ο ίδιος ο Μπλούμπεργκ δεν κατέθεσε στο δικαστήριο, γιατί η ομάδα υπεράσπισής του θεώρησε ότι δεν θα φαινόταν αρκούντως διαταραγμένος στους ενόρκους. Αντ’ αυτού, παρουσιάστηκε η μακρά ψυχιατρική ιστορία του με τις δεκάδες νοσηλείες, τις παρανοϊκές ψευδαισθήσεις, την πεποίθησή του ότι ορθώς «απελευθέρωνε» τα βιβλία, ότι οι βιβλιοθηκάριοι —τους οποίους ο Μπλούμπεργκ μισούσε παθολογικά— ήταν στην πραγματικότητα… δεσμοφύλακες των βιβλίων, ότι το κράτος συνωμοτούσε για να αποκλείσει τον απλό πολίτη από τα σπάνια βιβλία κλπ. κλπ.
Οι ένορκοι δεν πείστηκαν από όλα αυτά, οπότε κηρύχτηκε παμψηφεί ένοχος, και καταδικάστηκε σε πρόστιμο 200.000 δολαρίων και 6 χρόνια φυλάκιση…
Χρειάστηκε πάνω από ένας μήνας δουλειάς σε εικοσιτετράωρη βάση και 50 εθελοντές βιβλιοθηκονόμοι από όλη τη χώρα για να καταλογογραφηθούν τα βιβλία του Μπλούμπεργκ, ώστε να επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. Καθώς το Πανεπιστήμιο Creighton στην Όμαχα αποτέλεσε τη βάση της επιχείρησης, το FBI ονόμασε την επιχείρηση The Omaha Project.
Τελικά, μόνο περίπου 3.000 βιβλία μπόρεσαν να επιστραφούν σε βιβλιοθήκες. Άλλοι 11.500 τόμοι παρέμειναν αδέσποτοι και στάλθηκαν στον πατέρα του Μπλούμπεργκ.
Εμμονή χωρίς τέλος
Πριν τον Μπλούμπεργκ, κανένας, ποτέ, βιβλιοθηκάριος δεν ήθελε να γίνει γνωστό ότι η συλλογή του είχε πληγεί. Η παράδοση στις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες ήταν η σιωπή. Έτσι και κάποιος Φαντομάς —ή ένας φοιτητής— έκλεβε ένα βιβλίο, κανείς δεν επιτρεπόταν να φωνάξει την αστυνομία, να ασκήσει δίωξη κατ’ αγνώστων, ή έστω να δημοσιοποιήσει το γεγονός.
Μετά τον Μπλούμπεργκ, όλο αυτό άλλαξε ριζικά.
Αυτός που δεν άλλαξε ήταν ο ίδιος ο Μπλούμπεργκ. Εξέτισε 4,5 χρόνια και αποφυλακίστηκε στις 29 Δεκεμβρίου του 1995. Ανάμεσα στους όρους της αποφυλάκισής του, ήταν και ένας απολύτως πρωτότυπος: κάθε φορά που θα έμπαινε σε βιβλιοθήκη ή βιβλιοπωλείο, έπρεπε να παρουσιάζει ένα σημείωμα που εξηγούσε με πάσα λεπτομέρεια την υπόθεση και την καταδίκη του, και να συναινεί σε ενδελεχή σωματική έρευνα κατά την αναχώρησή του.
Παρά ταύτα, κάτι παραπάνω από έναν χρόνο μετά, άρχισε και πάλι να συλλαμβάνεται. Έμπαινε σε παλιά σπίτια και αφαιρούσε πόμολα και χερούλια, έκλεβε πίνακες και βιβλία — τα γνωστά. Ταλαιπώρησε τη δικαιοσύνη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οπότε και, ξαφνικά, χάθηκαν τα ίχνη του. Έκτοτε, αγνοείται. Γεννημένος το 1948, ο Στίβεν Μπλούμπεργκ, εφόσον ζει, σήμερα είναι 77 ετών.
Και κατά πάσα βεβαιότητα εξακολουθεί να κλέβει βιβλία.
Στο Γκίνες, φυσικά
Η ιστορία του Μπλούμπεργκ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για κάποια από τα σημαντικότερα κείμενα στον χώρο τού σχετικού με τα βιβλία true crime. Ιδού τρία από αυτά:
- Nicholas A. Basbanes, A Gentle Madness (1995). Θεωρείται η Βίβλος της βιβλιομανίας, και αφιερώνει πάνω από 50 σελίδες στον Μπλούμπεργκ.
- Philip Weiss, «The Book Thief: A True Tale of Bibliomania» (Harper’s Magazine, Ιανουάριος 1994). Ένα εκτενές ρεπορτάζ βασισμένο σε προσωπική συνέντευξη με τον Μπλούμπεργκ στη φυλακή. Κλασικό true crime κείμενο για τον κόσμο των βιβλίων.
- Christopher Reed, «Biblioklepts» (Harvard Magazine, Μάρτιος-Απρίλιος 1997). Εκτενές αφιέρωμα στην κλοπή βιβλίων στο Harvard, με μία ενότητα αφιερωμένη στις μεθόδους του Μπλούμπεργκ — ιδιαίτερα, δε, στον τρόπο με τον οποίο παραβίασε τα συστήματα ασφαλείας ενός από τα πιο θωρακισμένα σε κάθε επιβουλή πανεπιστήμια στον κόσμο.
Τα Ρεκόρ Guinness αναγνώρισαν επίσημα τον Μπλούμπεργκ ως τον «πιο παραγωγικό κλέφτη βιβλίων» στην παγκόσμια ιστορία.
ΥΓ. Είναι απίθανο που δεν έχει γυριστεί ταινία η ζωή και η δράση του Μπλούμπεργκ. Τουλάχιστον ξέρουμε όλοι πως, όταν με το καλό γίνει, θα τον υποδυθεί ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο.
* * *
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Τρίτη και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.