Βιβλιο

7 +1 ποιήματα της Ποιητικής

Ο Χάρης Βλαβιανός μας συστήνει 6 ποιητές

A.V. Guest
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το εξαμηνιαίο περιοδικό «Ποιητική», το οποίο διευθύνει ο ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και καθηγητής Ιστορίας, Πολιτικής Θεωρίας και Διεθνών Σχέσεων στο Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδας Χάρης Βλαβιανός, δίνει φωνή σε σημαντικές νεότερες ελληνικές και ξένες ποιητικές φωνές που ανανεώνουν με ουσιαστικό τρόπο το τοπίο της ποίησης. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης συγκέντρωσε και μας συστήνει 7 ποιήματα της Ποιητικής σε δική του μετάφραση (καθώς και ένα δικό του).

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

ΠΟΙΟΣ;

Όπως το έθεσε ο Μπλανσό

Έρχομαι στο φως τη στιγμή που αυτoπροσδιορίζομαι ως ερώτημα.

Το ερώτημα αυτό

που δεν ταυτίζεται με τo άγχος ή τις αμφιβολίες σου

και που διαρκώς σε πολιορκούσε όσο έγραφες

(είτε είχες συνείδηση αυτής της πολιορκίας είτε όχι)

είναι τώρα παρόν,

κείτεται σιωπηλό ανάμεσα στις γραμμές μου

περιμένοντας υπομονετικά αυτόν

που θα επιχειρήσει τη λύση του.

Το ερώτημα

(που πλέον τίθεται ερήμην σου)

έχει ως αποδέκτη εμένα

και διατυπώνεται με λέξεις

που έχουν στο μεταξύ

«ως δια μαγείας»

μεταμορφωθεί σε τέχνη.

Η προσήλωση που δείχνω στον εαυτό μου

μπορεί να θεωρηθεί νοσηρός ναρκισσισμός.

Ωστόσο υπερασπίζομαι την τιμή μου

θέτοντάς τη διαρκώς υπό αίρεση.

Επιβεβαιώνομαι μέσω μιας ανάκρισης

που πολλές φορές οδηγεί στο διασυρμό μου.

Η ιστορία μου δεν είναι παρά το χρονικό αυτής της ανάκρισης.

Το ερώτημα λοιπόν δεν μπορεί ν’ απαντηθεί

γιατί μόλις τεθεί

μετατρέπεται αυτόματα σε κατηγορητήριο

ενάντια στα μέσα και τους σκοπούς μου.

Το βασίλειό μου οικοδομείται πάνω στα ερείπιά μου.

Αν έχω κάποια δύναμη

την αντλώ απ’ αυτήν ακριβώς

την ατέρμονη διαδικασία ερήμωσης και ανοικοδόμησης.

Κάθε ποίημα που διεκδικεί μια θέση στην ιστορία μου

οφείλει να την αφηγηθεί εκ νέου

με τρόπους όμως που δεν είναι εκ των προτέρων γνωστοί.

Αν το παρελθόν μου οφείλει να το προϋποθέτει

το μέλλον μου πρέπει ήδη να το περιέχει.

Όμως ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει το μέλλον;

Εσύ;

 JOHN ASHBERY

Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Καθισμένος ανάμεσα στην θάλασσα και τα κτήρια

Χαιρόταν να ζωγραφίζει το πορτραίτο της θάλασσας.

Αλλά όπως τα παιδιά φαντάζονται ότι η προσευχή

Είναι απλώς σιωπή, έτσι κι αυτός περίμενε το θέμα του

Να βγει στην παραλία, και, αρπάζοντας ένα πινέλο,

Ν’ αποτυπώσει το πορτραίτο του στον καμβά.

Έτσι ο καμβάς του παρέμενε λευκός χωρίς χρώματα

Ώσπου οι άνθρωποι που ζούσαν στα κτήρια

Τον έβαλαν να δουλέψει: «Δοκίμασε να χρησιμοποιήσεις το πινέλο

Σαν μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού. Διάλεξε, για πορτραίτο,

Κάτι λιγότερο οργισμένο και ευρύ, που να σχετίζεται περισσότερο

Με τις διαθέσεις του ζωγράφου, ή, έστω, με την προσευχή.

Πώς μπορούσε να τους εξηγήσει ότι στην προσευχή του

Ζητούσε η φύση, όχι η τέχνη, να σφετεριστεί τον καμβά;

Επέλεξε για νέο θέμα τη γυναίκα του,

Κάνοντάς την πελώρια, σαν κατεστραμμένο κτήριο,

Λες, και ξεχνώντας τον εαυτό του, το πορτραίτο

Είχε αναπαραστήσει τον εαυτό του χωρίς πινέλο.

Με κάποια αυτοπεποίθηση βούτηξε το πινέλο του

Στη θάλασσα, ψιθυρίζοντας μια βαθιά προσευχή:

«Ψυχή μου, όταν ζωγραφίσω το επόμενο πορτραίτο

Εύχομαι να είσαι εσύ αυτή που θα καταστρέψει τον καμβά».

Τα νέα απλώθηκαν σαν άγρια φωτιά μέσα στα κτήρια:

Είχε επιστρέψει στη θάλασσα για να βρει το θέμα του.

Φανταστείτε έναν ζωγράφο σταυρωμένο από το ίδιο του το θέμα!

Μη μπορώντας από την εξουθένωση ούτε το πινέλο να σηκώσει,

Προκάλεσε τα κακόβουλα σχόλια καλλιτεχνών

Που έγερναν στις κουπαστές: «Δεν μπορούμε να προσευχηθούμε πια

Παρακαλώντας να μπει ο εαυτός μας στον καμβά

Ή να ποζάρει η θάλασσα για ένα πορτραίτο».

Άλλοι δήλωσαν ότι επρόκειτο για αυτοπροσωπογραφία.

Τέλος κάθε ένδειξη θέματος

Άρχισε να σβήνει, αφήνοντας τον καμβά

Εντελώς λευκό. Άφησε κάτω το πινέλο.

Με μιας ένα ουρλιαχτό, που ήταν επίσης και προσευχή,

Υψώθηκε από τα γεμάτα κόσμο κτήρια.

Τον πέταξαν, το πορτραίτο, από το πιο ψηλό κτήριο·

Και η θάλασσα καταβρόχθισε τον καμβά και το πινέλο

Λες και το θέμα του είχε αποφασίσει να παραμείνει προσευχή.

E. E. CUMMINGS

οι ώρες ανατέλλουν σβήνοντας στ’ αστέρια και

ξημέρωσε

στον δρόμο τ’ ουρανού το φως βαδίζει σκορπώντας ποιήματα

στη γη ένα κερί

σβήνει η πόλη

ξυπνά

μ’ ένα τραγούδι στα

χείλη της με τον θάνατο στα μάτια της

και ξημέρωσε

και ο κόσμος

ετοιμάζεται να δολοφονήσει όνειρα…

κοιτάζω στον δρόμο όπου δυνατοί

άντρες σκάβουν ψωμί

και βλέπω τα κτηνώδη πρόσωπα των

ανθρώπων ικανοποιημένα αποτρόπαια απελπισμένα βάναυσα ευτυχισμένα

και είναι μέρα,

στον καθρέφτη

βλέπω έναν αδύναμο

άνθρωπο

που ονειρεύεται

όνειρα

όνειρα μες στον καθρέφτη

και είναι

σούρουπο στη γη

ένα κερί ανάβει

και είναι σκοτάδι.

οι άνθρωποι είναι στα σπίτια τους

ο αδύναμος άνθρωπος είναι στο κρεβάτι του

η πόλη

κοιμάται με τον θάνατο στα χείλη της μ’ ένα τραγούδι στα μάτια της

οι ώρες κατεβαίνουν

ανάβοντας τ’ αστέρια…

στον δρόμο του ουρανού η νύχτα βαδίζει σκορπώντας ποιήματα

CZESLAW MILOSZ

ΑΦΙΕΡΩΣΗ

Εσύ που δεν μπόρεσα να σώσω

Άκουσέ με.

Προσπάθησε να καταλάβεις αυτόν τον απλό λόγο γιατί θα ντρεπόμουν να προφέρω άλλον.

Ορκίζομαι, δεν έχω την ικανότητα να μαγεύω τις λέξεις.

Σου μιλώ με σιωπή όπως το σύννεφο ή το δέντρο.

Ό,τι μου έδωσε δύναμη, για σένα στάθηκε μοιραίο.

Μπέρδεψες το τέλος μιας εποχής με την αρχή μιας νέας,

Την έμπνευση του μίσους με τη λυρική ομορφιά,

Την τυφλή βία με την πραγματωμένη μορφή.

Εδώ είναι η κοιλάδα των ρηχών ποταμών της Πολωνίας. Και μια πελώρια γέφυρα

Που χάνεται στη λευκή ομίχλη. Εδώ είναι μια κατεστραμμένη πόλη,

Και ο άνεμος την ώρα που σου μιλώ

Εξακοντίζει τις κραυγές των γλάρων πάνω στον τάφο σου.

Τι είναι η ποίηση που δεν σώζει

Έθνη ή λαούς;

Συνενοχή με τα επίσημα ψεύδη,

Τραγούδι μεθυσμένων που ο λαιμός τους όπου να ’ναι θα κοπεί,

Ανάγνωσμα για φοιτητριούλες.

Ότι ήθελα την αληθινή ποίηση χωρίς να το γνωρίζω,

Ότι ανακάλυψα, αργά, τον ευεργετικό σκοπό της,

Σ’ αυτό και μόνο σ’ αυτό βρίσκω τη λύτρωση.

Συνήθιζαν να ρίχνουν κεχρί στους τάφους ή σπόρους παπαρούνας

Για να ταίσουν τους νεκρούς που θα έρχονταν μεταμφιεσμένοι σε πουλιά.

Αφήνω το βιβλίο αυτό εδώ για σένα, εσένα που κάποτε έζησες

Έτσι που πια να πάψεις να μας επισκέπτεσαι.

MICHAEL LONGLEY

ΤΟ ΑΧΛΑΔΙ

για τον John Montague

Κάποιος άφησε τρία πορτοκάλια κι ένα αχλάδι

στον τάφο του Μπωντλαίρ. Οπωρώνας από ταφόπετρες.

Το αχλάδι κρέμεται στη μνήμη σαν από κλαδί.

Ή μήπως είναι σύμβολο, ποιητικό λαχείο,

σημάδι τύχης; Το βάζεις στην τσέπη σου.

Προδώσαμε ο ένας τον άλλο, συμφωνούμε σ’ αυτό.

Όπως ο Πέτρος, λέω εγώ, όχι όπως ο Ιούδας—όχι.

Μ’ αρέσει όταν πλέκεις το μπράτσο σου με το δικό μου.

Τρως το μισό αχλάδι και μου δίνεις το υπόλοιπο.

Ο νεκρός ποιητής συγχωρεί στους κλέφτες την πείνα τους.

SEAMUS HEANEY

«ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟ»

Οι άντρες διαφωνούσαν για τους αγκαθωτούς θάμνους με τα λαμπερά κίτρινα λουλούδια στις πλαγιές: ήταν κολλιτσίδες ή σπάρτα; «Κάτι μου θυμίζει αυτό», είπε ο Γιώργος. «Δεν ξέρω…»

Εκείνη η πρασινάδα στα πόδια σου

είναι ασφόδελος και σωστά

αλλά γιατί σκέφτομαι τα seggans;

και μια ανοιξιάτικη μέρα

των δικών σου ημερών του 71: ο Ποσειδώνας

σηκώνοντας κύματα και αέρα

γύρω από το ακρωτήριο του Σουνίου, το ίδιο του το όνομα

όλο θαλασσινή αύρα και βουητό σπηλιάς,

υπερβολικά εγκόσμιο, Γιώργο, για σένα

που είσαι προσηλωμένος σε μια αλλόκοσμη σκηνή

κάπου μόλις πέρα

από την κορυφογραμμή, το μεταίχμιο

της λησμοσύνης.

Αναθεματισμένο φως. Στο διάβολο να πάει.

Κλείσε τα μάτια και συγκεντρώσου.

Όχι αγκάθινο στεφάνι, όχι σκήπτρο από καλάμι

ούτε αυλή του Ηρώδη, αλλά να!

το βρήκες! Μια κάθοδος, ναι, στον Άδη:

οι βελόνες

που ο Πλάτων αναφέρει, η μοίρα του τυράννου

σε περικοπή που έμελλε να παραθέσεις:

«τον έδεσαν χειροπόδαρα

τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν,

τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν

απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους

και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».

Όπως ήταν δίκαιο

για τύραννο. Όμως για σένα, ίσως

παραήταν δίκαιο, παραήταν μαύρο-άσπρο,

η ευκαιρία σου, ωστόσο,

να χτυπήσεις τη φάρα του,

μια τελευταία λέξη που σκοπό είχε

να σπάσει την διαφιλονικούμενη σιωπή σου.

Και για μένα ευκαιρία να δοκιμάσω την αιχμηρότητα

των seggans – λεπίδα, σε διάλεκτο

κοφτερή και πιο σκληρή και πιο απτή

από την καθομιλουμένη των καιρών μας:

χόρτο— ζαχαρωμένη λέξη, πλαστικό σπαθί.

[Σ.τ.Μ.: Το ποίημα αυτό που περιέχεται στη συλλογή του νομπελίστα Σέιμους Χήνυ, District and Circle, (κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2006) συνομιλεί ευθέως με το τελευταίο που συνέθεσε ο Σεφέρης, το ευρύτατα σχολιασμένο «Επί ασπαλάθων», το οποίο αν και γράφτηκε τον Μάρτιο του 1971 δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο «Βήμα», στις 23/9/71, τρεις μέρες μετά τον θάνατό του, μεσούσης της δικτατορίας. Στηρίζεται σε μια περικοπή του Πλάτωνα («Πολιτεία» 616, κ.ε.) που αναφέρεται στη μεταθανάτια τιμωρία του πατροκτόνου και αδελφοκτόνου τυράννου Αρδιαίου, και είναι αναμφισβήτητα ένα από τα πλέον «πολιτικά» ποιήματα του Σεφέρη, αφού σ’ αυτό καταδικάζεται απροκάλυπτα το καθεστώς των απριλιανών συνταγματαρχών. Όπως ο Σεφέρης θυμάται «τον Αρδιαίο εκείνον» μέσω μιας λέξης «χαμένης στου μυαλού τ’ αυλάκια» έτσι και ο Χήνυ, στοχάζεται τη δική του ιρλανδική ταυτότητα, φέρνοντας στον νου την κέλτικη λέξη seggan—σπαθόχορτο, ξιφάρα στα ελληνικά—την οποία και αντιπαραθέτει με τις αντίστοιχες απονευρωμένες αγγλικές που επικρατούν στην καθημερινή ομιλία. Από την άσκηση βίας στο πολιτικό πεδίο μεταφερόμαστε σ’ εκείνη που επικρατεί στο γλωσσικό.

Στο ποίημα αυτό ο Χήνυ συναντά, κατά τη γνώμη μου, όλους όσοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αμφισβήτησαν την περίφημη σιωπή του Σεφέρη και έμμεσα φαίνεται να τον μέμφεται για την καθυστέρηση με την οποία αποφάσισε να τη σπάσει, με την δήλωσή του το 1969. Όμως η τρυφερή αυτή αντιπαράθεσή του με τον Έλληνα ποιητή, δεν φανερώνει παρά πόσο βαθιά και ουσιαστική είναι η σχέση τους, σχέση που χωρεί και τη διαφωνία και την κριτική, χωρίς να αναιρεί τον θαυμασμό και την εκτίμηση.]

SYLVIA PLATH

ΛΕΞΕΙΣ

Τσεκούρια.

Που με τον χτύπο τους το δάσος αντηχεί.

Και οι αντίλαλοι!

Οι αντίλαλοι που ταξιδεύουν

Φυγόκεντρα σαν άλογα.

Ο χυμός

Αναβλύζει σαν δάκρυα, σαν το

Νερό που αγωνίζεται

Να αποκαταστήσει το κάτοπτρό του

Πάνω στον βράχο

Που στάζει και περιστρέφεται

Λευκό κρανίο,

Φαγωμένο από τ’ αγριόχορτα.

Χρόνια αργότερα

Τις συναντώ στον δρόμο —

Λέξεις άνυδρες και χωρίς αναβάτη,

Ο ακατάβλητος καλπασμός.

Καθώς

Από τον βυθό της λίμνης, απλανή αστέρια

Κυβερνούν μια ζωή.

[1 Φεβρουαρίου 1963]

ANNE CARSON

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΒΙΔΙΟ

Τον βλέπω εκεί μια νύχτα σαν κι αυτή αλλά δροσερή, καθώς το φεγγάρι αντηχεί σε μαύρα δρομάκια. Παίρνει το δείπνο του και επιστρέφει στο δωμάτιό του. Το ραδιόφωνο είναι στο πάτωμα. Το φωτεινό πράσινο ταμπλό αντηχεί ελαφρά. Κάθεται στο τραπέζι∙ οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εξορία γράφουν τόσες πολλές επιστολές. Τώρα ο Οβίδιος κλαίει. Κάθε νύχτα, τέτοια ώρα, φοράει τη θλίψη σαν ένδυμα και αρχίζει να γράφει. Στον ελεύθερο χρόνο του διδάσκει στον εαυτό του την τοπική γλώσσα (Γετικά) ώστε να συνθέσει σ’ αυτήν ένα επικό ποίημα που κανείς ποτέ δεν θα διαβάσει.