Βιβλιο

«Δημήτρη»

Ένα βιβλίο του Ευθύμη Φιλίππου για τον Δημήτρη Μητροπάνο

Γιάννης Νένες
ΤΕΥΧΟΣ 510
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Δημήτρης Μητροπάνος γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1948 και πέθανε στις 17 Απριλίου του 2012. Μία μέρα μετά, ξεκίνησε μία συζήτηση ανάμεσα σε ανθρώπους που τον ήξεραν, τον αγαπούσαν, τον ακολουθούσαν με τον ένα ή άλλο τρόπο. Γνώριζαν λεπτομέρειες, τι του άρεσε να τρώει, τι τον θύμωνε, πώς τραγουδούσε, τι σήμαινε η κάθε κίνησή του. Οι δικοί του άνθρωποι και οι ξεχωριστές τους αναμνήσεις. Η συζήτηση κράτησε πολύ. Έμπαιναν κι έβγαιναν οι ρόλοι και η σχέση τους μαζί του. Αντάλλασσαν αναμεταξύ τους φλασμπάκ, θραύσματα σκηνών, εικόνων, στιγμιότυπα, παλιές φωτογραφίες, ιδέες και εντυπώσεις. Όλα ήταν για τον Δημήτρη.

Έτσι, σαν προσφώνηση: «Δημήτρη» είναι και ο τίτλος του βιβλίου που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις mnp για λογαριασμό της Minos EMI, τον περασμένο Δεκέμβριο. Ο Ευθύμης Φιλίππου μάζεψε τις εξομολογήσεις και τις κουβέντες αυτών των ανθρώπων, τις συνέταξε σε ένα ενιαίο κείμενο σε μορφή διαλόγων και δημιούργησε μία έκδοση που έχει το ειδικό βάρος – αυτό που απαιτεί η εικόνα και το ιδιαίτερο εκτόπισμα του Μητροπάνου.

Στην εισαγωγή υπάρχει η σημείωση: «Στους χώρους που έγινε η συζήτηση υπήρχε πάντα κρύο νερό, μικροί πλαστικοί αναπτήρες και κρέας». Κλασικός Φιλίππου.

Οι mnp δημιουργούν προσεγμένες εκδόσεις, τα βιβλία τους είναι σαν αντικείμενα ξεχωριστά που θέλεις να τα προφυλάξεις σε ταχτοποιημένα ράφια, κάπου κοντά σου, εκεί που κάθεσαι. Το βιβλίο για τον «Δημήτρη» είναι τυπωμένο σε όμορφο, βαρύ χαρτί MUNKEN LYNX 120 gr με μία ελαφριά απόχρωση ώχρας, στρέιτ και τίμιο, σε φαρδιά, ανοιχτόκαρδη, αντρίκια διάσταση. Δεν είναι βιβλίο για να κρύβεται σε messenger bags. Είναι για να το κρατάς στο χέρι. Οι λέξεις του είναι τυπωμένες σε κλασικά, ειλικρινή στοιχεία Times New Roman ενώ οι τίτλοι και οι υπότιτλοι σε κοντά, κοφτά και σαφή Gill Sans. Το εξώφυλλο, σε βαρύ, γκρι της άμμου χαρτί CURIOUS/MATTER ANDINA GREY 135 gr. Τραχύ και ουσιαστικό, το αγγίζεις και νιώθεις την αλήθεια του, σαν τη φωνή του Μητροπάνου.

Στις πρώτες σελίδες, μόνο φωτογραφίες σαν συγκινητικά χαϊκού. Μόνο χέρια. Τα χέρια του Δημήτρη. Ανασηκωμένα μανίκια σε λευκό πουκάμισο. Χούφτες τετράγωνες γεμάτες με γαρίφαλα. Μια χούφτα μέσα σε έναν κήπο κρατάει δυο-τρεις καρπούς ενώ ένα μικρό κορίτσι πλησιάζει να μυρίσει. Ένα νεογέννητο που το κρατάει τρυφερά η αγκαλιά του πατέρα. Μια υπογραφή. Μια βέρα. Ένα τσιγάρο. Χέρι που αγκαλιάζει ένα φιλικό ώμο. Το δεξί χέρι του υψωμένο, γεμάτο δύναμη, κρατώντας το μικρόφωνο σε γροθιά, η κλασική του κίνηση στο φινάλε των τραγουδιών.

Ο Ευθύμης Φιλίππου δημιουργεί ρόλους σε αυτό το, ας πούμε μονόπρακτο, με το να μη φανερώνει την ταυτότητα των συνομιλούντων. Δεν έχουμε επώνυμους, σαν να πρόκειται για προσχέδιο βιογραφίας, αλλά λόγια γεμάτα αγάπη, ζωντάνια και τρυφερότητα, από ανθρώπους που είχαν σχέση μαζί του. Οι αφηγήσεις συνδέονται αναμεταξύ τους με μικρές ατάκες διαλόγου, έτσι που κάνουν το κείμενο να θυμίζει τα προηγούμενα βιβλία του Φιλίππου ή και τα διαλογικά hiccups των σεναρίων του στον «Κυνόδοντα», τις «Άλπεις» κλπ. Κι επειδή ο Ευθύμης Φιλίππου αγαπάει τις λέξεις για αντικείμενα, αναδεικνύει με έναν απολαυστικό τρόπο αυτά ακριβώς που χαρακτηρίζουν τις αναμνήσεις για τον Μητροπάνο: τα πουκάμισά του, το κινητό του (δεν είχε), είχε όμως GameBoy, τα παγάκια και το πώς κροτάλιζαν στο βαρύ ποτήρι του, τα σουτζουκάκια και ποιο ήταν το σωστό τους μέγεθος, τα ρολόγια, την κολόνια, τα γαρίφαλα. Χαρίζει στο κείμενο έναν πανέμορφο ρεαλισμό – κάνει τις αναμνήσεις ανάγλυφες, τρισδιάστατες.

«…Αυτή η κίνηση με το δεξί του χέρι που το σήκωνε όταν τελείωνε το τραγούδι. Που το ανέβαζε προς τα πάνω και μετά το έφερνε με δύναμη, με μίσος σχεδόν, προς τα κάτω πολύ γρήγορα. Και όταν τελείωνε και το τελευταίο τραγούδι έφευγε από την πίστα κοκκινισμένος και με ιδρώτα στο πρόσωπό του και κάθε, μα κάθε φορά φεύγοντας έκανε ένα μικρό φου, ένα μικρό ξεφύσημα. Κάθε φορά. Σαν να είχε ακουμπήσει κάτι βαρύ, σαν να είχε μόλις τελειώσει κάτι βαρύ πίσω. Και σαν να μην έχει τίποτα άλλο μέσα του πια. Δεν θυμάμαι τι καφέ έπινε. Δηλαδή θυμάμαι ότι έπινε γαλλικό αλλά δεν θυμάμαι αν έβαζε ζάχαρη ή γάλα. Αυτός όμως θυμόταν τι καφέ πίνω εγώ. Όταν πήγαινα σπίτι του έλεγε, φτιάξτε του Γιάννη έναν καφέ με λίγη ζάχαρη και γάλα. Έχω πολλά πράγματα στο κεφάλι μου μέσα που έχουν να κάνουν με αυτόν και που τον αφορούν, οπότε αν με ρωτήσει κανείς δεν μπορώ να του πω τίποτα. Όταν κάποιος με ρωτάει για αυτόν νιώθω ότι μέσα στο κεφάλι μου είναι ένα δωμάτιο γεμάτο με ανθρώπους και όταν ανοίγει η πόρτα στριμώχνονται όλοι και δεν μπορεί να βγει κανένας. Μας γνώρισε ο Νικολόπουλος.

Την επόμενη μέρα πήγα από το σπίτι του να μου δώσει υλικό για να περάσω το ρεπερτόριό του. Μου είπε καλημέρα και μετά μου έδωσε ένα τεράστιο πάκο με κασέτες και cd. Τόσο περίπου. Τα πρώτα χρόνια δεν ήμουνα επίσημα το μπουζούκι του. Απλά με έπαιρνε μαζί του όπου τραγουδούσε. Σεζόν με σεζόν, χειμώνα με χειμώνα, ήμουνα εκεί. Έτσι, χωρίς να έχουμε πει κάτι μεταξύ μας. Πάντα μαζί του προσπαθούσα να κρατάω ισορροπίες. Ήμουνα κοντά του αλλά όχι παραπάνω από όσο έπρεπε. Δεν είμαι από τους τύπους που θα πέρναγα έξω από το σπίτι του και θα σταμάταγα να πιω έναν καφέ. Φοβόμουνα να πλησιάσω πολύ. Ζούσαμε μία παράλληλη ζωή κατά κάποιο τρόπο, προχωράγαμε μαζί. Όταν αγόρασε το πρώτο του σπίτι αγόρασα κι εγώ το πρώτο μου σπίτι, όταν γεννήθηκε η πρώτη του κόρη γεννήθηκε ο γιος μου. Τέτοια. Μπορεί να είναι και ιδέα μου, μπορεί να είναι και βλακεία αυτό που λέω, αλλά μέσα μου ένιωθα ότι πηγαίναμε μαζί προς τα κάπου. Κούναγε τον ώμο του και σήκωνε το δεξί του χέρι. Αυτή ήταν η κίνησή του και ήταν σαν να μας διευθύνει, εκείνη την ώρα λειτουργούσε σαν διευθυντής ορχήστρας. Αν τον ήξερες καταλάβαινες ότι όταν έπαιρνε ανάσα ετοιμαζόταν να μπει, πότε έπρεπε να τραβήξεις δυο τρία μέτρα παραπάνω, και από το χέρι του το δεξί, τις κινήσεις του χεριού του, πότε θα έβγαινε, πότε θα έκοβε.

Καθόταν πάντα στο κέντρο της σκηνής και δεν ήθελε καπνούς τεχνητούς. Ή καπνούς από πούρα. Τον εκνεύριζε όταν κάπνιζαν πούρα μπροστά του. Ήθελε να φωτιζόμαστε, ήθελε να φωτίζονται οι μουσικοί γιατί του άρεσαν οι εκφράσεις που κάνουμε όταν παίζουμε, θεωρούσε ότι είχε ενδιαφέρον να βλέπει κανείς κάποιον την ώρα που παίζει μουσική. Και έλεγε πάντα κάτι λίγο στο κοινό και σχεδόν πάντα το ίδιο. Κάτι σαν “Καλωσήρθατε. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ που είστε κοντά μας. Εύχομαι να περάσετε ένα ωραίο βράδυ”. Μπορεί να άλλαζε καμιά λέξη αλλά πάνω κάτω αυτό ήτανε. Σπάνια έλεγε κάτι περισσότερο από αυτό και όταν συνέβαινε του λέγαμε να κόψει την πολυλογία. Του άρεσε όταν οι μουσικοί κάναμε λάθη, γέλαγε. Αυτό που έκανε πολύ καλύτερα από όλους τους άλλους ήταν να γελάει. Γέλαγε ωραία».

Το βιβλίο κλείνει και πάλι με λόγια του ίδιου μουσικού: «Τον έχω δει στον ύπνο μου πολλές φορές. Και αυτόν και τον αδερφό μου. Τις προάλλες τους είδα μαζί. Φοράγανε σορτσάκια και άσπρα μπλουζάκια και οι δυο και καθόντουσαν σε έναν καναπέ. Καλά είσαστε; τους ρώτησα. Καλά είμαστε, είπανε».

➜ (panikoval500@gmail.com)