Βιβλιο

«Ο λευκός ελέφαντας» της Αγνής Ιωάννου

15 κεφάλαια περιπλάνησης για την κατανόηση του εαυτού και τη δυσκολία του να ενηλικιωθεί και να (συν)υπάρξει

Κωνσταντίνος Ματσούκας
ΤΕΥΧΟΣ 914
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Ο λευκός ελέφαντας» της Αγνής Ιωάννου: Παρουσίαση του βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα

Μια αξιοσημείωτη αρετή του «Λευκού ελέφαντα» της Αγνής Ιωάννου (εκδ. Διόπτρα) είναι η μεθοδικότητα με την οποία ξεδιπλώνει μια πορεία δεκαετιών και μας ξεναγεί στα δωμάτια του οίκου της: στα πρώτα οκτώ κεφάλαια έχουμε τα παιδικά και σχολικά χρόνια, την πολιτικοποίηση στη νεολαία της ΚΝΕ, τον πρώτο κεραυνοβόλο έρωτα· ακολουθεί η κατάβαση στον κόσμο των σκληρών ναρκωτικών (κεφάλαια 9-14) και, τέλος, η ανέλπιστη «συγκυρία» που την έφερε στην ανάρρωση, στο πρόγραμμα 12 Βημάτων του ΝΑ ή των Ναρκομανών Ανωνύμων (κεφάλαιο 15).

Περιπλάνηση, κατάβαση και ανάβαση, μάλλον άνισα μοιρασμένα, με τα πρώτα να ξεδιπλώνονται σε 14 κεφάλαια, ενώ το τελευταίο πραγματώνεται στο καταληκτικό 15ο. Αυτό συμβαίνει για καλό λόγο. Ο χάρτης που εξυφαίνεται είναι αναγνωριστικός, ένα πέρασμα από κομβικά σημεία, μια ιχνηλασία, το κυνήγι ενός θησαυρού που δεν είναι άλλος από την κατανόηση του εαυτού και της δυσκολίας του να ενηλικιωθεί και να (συν)υπάρξει. 

Σε αντίθεση με το πιο γνωστό πρόγραμμα ανάρρωσης 12 Βημάτων, τους Αλκοολικούς Ανώνυμους, το οποίο αφορά μια συγκεκριμένη ουσία, το αλκοόλ, στο ΝΑ η χρήση ουσιών δεν είναι το καθαυτό πρόβλημα, αλλά μάλλον το σύμπτωμα μιας προϋπάρχουσας συνθήκης που ονομάζει εθισμό. Μερικά αντιπροσωπευτικά χαρακτηριστικά της είναι η αίσθηση διαφορετικότητας, η έντονη διάθεση φυγής από την πραγματικότητα, η υπερβολική ενασχόληση με τον εαυτό… Η χρήση ναρκωτικών είναι κατά κανόνα μια απόπειρα να ανακουφιστεί κανείς από τέτοιου τύπου δυσκολίες, που ενώ βραχυπρόθεσμα λειτουργεί με επιτυχία, σε βάθος χρόνου τις επιτείνει δυσανάλογα. Ο εθισμός ριζώνει πλέον σε σωματικό επίπεδο και βαθμιαία διεκδικεί και συρρικνώνει ολόκληρο τον ψυχισμό του ανθρώπου.

Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα χνάρια που ακολουθεί ο «Άσπρος ελέφαντας» καθώς διασχίζει τον χρόνο για να αφηγηθεί την ιστορία «ενός κοριτσιού κανονικής ελληνικής οικογένειας, που κυριεύεται από την ηρωίνη στα καλά καθούμενα ή στα όχι-πολύ-καλά καθούμενα», όπως δηλώνει υπαινικτικά στο οπισθόφυλλο η Μανίνα Ζουμπουλάκη. Στα καθόλου καλά καθούμενα θα λέγαμε, δεδομένης της ιδρυτικής συνθήκης για το συγκεκριμένο κορίτσι, που αφορά την εξωτερική της ομορφιά, δώρο και κατάρα μαζί, γιατί δεν ανήκει στην ίδια αλλά στους άλλους και καθορίζει τόσο αυτήν όσο και τις σχέσεις της μαζί τους.

Γιατί η ομορφιά είναι μοιραία. Είναι κάτι που ανήκει στη μορφή και τραβάει το βλέμμα και την προσοχή, θες δεν θες. Όποιος την αντικρίζει αναγκάζεται να αντιδράσει σε αυτή. Να τη θαυμάσει, να την επιθυμήσει, να την κατακτήσει, να τη φθονήσει, να τη λατρέψει, να την αμφισβητήσει ή και να την καταστρέψει.

Εδώ, η συγγραφέας είναι σε σύμπνοια με τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας και την ηρωίδα του (μέλος της «Αδελφότητας των Φρικτά Παραμορφωμένων») στο «Infinite Jest», που κυκλοφορεί μόνιμα φορώντας βέλος, ακριβώς για να κρύψει την έκπαγλη ομορφιά της που για εκείνη μεταφράζεται σε διά βίου αιχμαλωσία στο βλέμμα των άλλων.

Το άγχος του σύγχρονου ανθρώπου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που νομίζει πως έχουν οι άλλοι από εκείνον, οι επικίνδυνες στροφές που αναγκάζεται να πάρει ο νους σε επώδυνες και οριακές καταστάσεις, η προσχώρηση, τέλος, στην «έρημο» της χρήσης, δηλαδή στο στάδιο της συντήρησης, όπου η ουσία είναι απαραίτητη για την οποιαδήποτε καθημερινή λειτουργία και όπου έχει πλέον παγιωθεί η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή: όλα αυτά είναι παρόντα σε γλώσσα καθημερινή, σχεδόν προφορική, που χωρίς να εγείρει λογοτεχνικές αξιώσεις, προάγει τη ροή της ιστορίας στον μέγιστο βαθμό. 

Οι πιο γόνιμες, επίπονες, αλλά και απελευθερωτικές αποκαλύψεις αφορούν την αυτo-αποστροφή, δηλαδή τη σύμπραξη του εθισμού με προϋπάρχοντα συναισθήματα ντροπής και ενοχής, εδραιώνοντας έτσι μια σχέση με τον εαυτό ως αυταπόδεικτα ανάξιο να αγαπηθεί, να χαρεί, να συμμετέχει στη ζωή και να την καρπωθεί. Όπως ούτε και να διεκδικήσει, να βάλει όρια, να πάρει ευθύνες και ρίσκα, να δεχτεί ματαιώσεις, με λίγα λόγια, να ζήσει.

Το μεγάλο πλεονέκτημα του βιβλίου είναι, φυσικά, η θέση από την οποία λέγεται η ιστορία, δηλαδή η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη συγγραφέα και την κεντρική της ηρωίδα, που αποτελούν δύο διαφορετικές εποχές του ίδιου προσώπου: η ηρωινομανής και η ψυχοθεραπεύτρια.

Για να μπορέσω να τα γράψω όλα αυτά, χρειάστηκε να κάνω μια αναδρομή τύπου ολικής επαναφοράς… Αρχικά, νόμιζα πως η θεραπεία θα ήταν ο τρόπος μου να γίνω ένα άλλο άτομο, να αποποιηθώ τελείως τον εαυτό μου, που πάντα μισούσα… Γράφοντας, είδα ξεκάθαρα πως ο στόχος δεν ήταν ποτέ να γίνω κάποια άλλη. Ο στόχος μου ήταν να γίνω αυτή που θα γινόμουν αν δεν είχα εμποδιστεί από τους δαίμονές μου…