Βιβλιο

Αναζητώντας την Ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού

Για το βιβλίο του Tamim Ansary, «Η επινόηση του χθες» (μετάφραση Μιχάλης Λαλιώτης, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια)

Κυριάκος Αθανασιάδης
11’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Tamim Ansary, «Η επινόηση του χθες» (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια): Η ιστορία 50.000 ετών ανθρώπινης κουλτούρας, σύγκρουσης και διασύνδεσης

Αυτό το βιβλίο είναι η καλύτερη δυνατή εισαγωγή στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού που μπορούμε να σκεφτούμε. Όχι απλώς αποστρέφεται την ψυχρή καταχώριση χρονολογιών, ημερομηνιών, ονομάτων βασιλέων και μαχών, αλλά σαρώνει μία μακρά περίοδο πενήντα χιλιετιών με την οπτική που θα είχε —όπως διαβάσαμε κάπου— ένας εξωγήινος, και σοφός, επισκέπτης του πλανήτη μας, στον νου του οποίου το καθετί συνδέεται κατ’ ανάγκην με όλα τα άλλα. Ή, με άλλα λόγια, είναι η λιγότερο εθνοκεντρική ιστορία του πολιτισμού μας. Επιπλέον δε, το ωραίο, μεστό, λογοτεχνικό ύφος του Ανσάρι είναι ιδανικό για να μας ταξιδέψει στο παρελθόν, την ίδια στιγμή που η ματιά του αγκαλιάζει μεγάλες επιφάνειες, έθνη, αυτοκρατορίες, και την κίνησή τους στον χρόνο, με έναν τρόπο που, απλώς, σε συναρπάζει. Αν μη τι άλλο, ποτέ κανείς συγγραφέας δεν θα επινοήσει μια τόσο δραματική πλοκή για το βιβλίο του: η ιστορία είναι ωραίο να διαβάζεται ακριβώς έτσι.

Ο αναγνώστης θα γοητευτεί από τα πρώτα βήματα του ανθρώπου, από τη γλώσσα, τη γεωγραφία, το εμπόριο και τα συστήματα πίστης, τις θρησκείες του, θα δει πώς συγκροτήθηκαν και αναπτύχθηκαν οι πρώτες μεγάλες αυτοκρατορίες κατά τη διάρκεια της ιστορίας —πέντε παράγοντες ήταν πρωταρχικοί εδώ: το χρήμα, τα μαθηματικά, τα μηνύματα, η διαχείριση και η ισχύς—, θα του κοπεί η ανάσα με την ανάδυση της Ευρώπης, τον «τελευταίο βρυχηθμό των νομάδων» και το αφήγημα της προόδου, και βέβαια θα ενθουσιαστεί με την ανακάλυψη της Αμερικής, τη γέννηση του σύγχρονου κόσμου, την έκρηξη της βιομηχανοποιημένης γης και την είσοδο στην ψηφιακή εποχή. Μαζί με όλα αυτά, θα πάρουμε πάρα πολλές πληροφορίες, έναν πλούτο, για πράγματα που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνονται ίσως τόσο επιδραστικά στην πορεία της εξέλιξής μας — μα που είναι, βέβαια: ο καπνός, ο καφές και το αλκοόλ, απέναντι στον χρυσό, το ασήμι και το βαμβάκι. Και από δίπλα θέματα που σαγηνεύουν, όπως για παράδειγμα η προέλευση των χριστιανικών εορτών. Ένα συναρπαστικό ταξίδι που απλώνεται σε πάνω από 400 σελίδες.

Πρόκειται για ένα καθηλωτικό δοκίμιο για την ανθρώπινη ιστορία, που απαντά σε ένα πλήθος ερωτήσεων —ακόμα και αν δεν τις είχαμε σκεφτεί—, είναι εύκολο στην κατανόησή του, και πιστεύουμε πως πρέπει να διαβαστεί από όσους αγάπησαν το «Sapiens» του Χαράρι: είναι διαφορετικό και συμπληρωματικό ως προς εκείνο.

* * *

Tamim Ansary: Αποσπάσματα από το βιβλίο «Η επινόηση του χθες» (μετάφραση Μιχάλης Λαλιώτης, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια)

Το πρώτο είναι από την Εισαγωγή (σελ. 16-18) και αφορά το σκάκι, και το δεύτερο είναι το υποκεφάλαιο με τίτλο «Η ανάδυση της επιστήμης» (σελ. 250-52):

1. Σκεφτείτε ένα μικρό παράδειγμα. Το σκάκι παίζεται σήμερα σε όλο τον κόσμο, αλλά τον 6ο αιώνα παιζόταν μόνο στην Ινδία, όπου επινοήθηκε. Σύμφωνα με το θρύλο, εκείνο τον καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που πίστευε ακράδαντα στην ελεύθερη βούληση. Τα παιχνίδια με ζάρια τον ενοχλούσαν· ήθελε ένα παιχνίδι στο οποίο οι παίχτες θα ελέγχουν οι ίδιοι τη μοίρα τους. Ένας σοφός που λεγόταν Σίσα κατάφερε να τον ικανοποιήσει επινοώντας ένα παιχνίδι που βασιζόταν αποκλειστικά στη στρατηγική σκέψη, τη σκέψη που φέρνει την επιτυχία στον πόλεμο. Ο βασιλιάς ήταν τόσο ευχαριστημένος, που πρόσφερε χρυσάφι στο σοφό, αλλά ο Σίσα ζήτησε σαν ανταμοιβή μόνο σιτάρι: ένα σπυρί στο πρώτο τετράγωνο του παιχνιδιού, δύο στο επόμενο, τέσσερα στο επόμενο και ούτω καθεξής. Το παιχνίδι παιζόταν πάνω σε έναν άβακα χωρισμένο σε εξήντα τέσσερα τετράγωνα, κι όταν ο βασιλιάς προσπάθησε να ικανοποιήσει το αίτημα του Σίσα, διαπίστωσε ότι ο διπλασιασμός των σπυριών του σιταριού από τετράγωνο σε τετράγωνο ισοδυναμούσε με περισσότερο από την ετήσια παραγωγή του βασιλείου – πράγμα που ο Σίσα γνώριζε πολύ καλά, αφού ήταν μαθηματικός και τα μαθηματικά ήταν ένα από τα λαμπρά πεδία του ινδικού πολιτισμού εκείνης της εποχής.

Το δημιούργημα του Σίσα αντανακλούσε το πολιτιστικό του πλαίσιο από πολλές απόψεις, περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές. Ήταν ένα παιχνίδι για τέσσερις παίχτες, που ο καθένας είχε οχτώ κομμάτια. Το ένα αντιπροσώπευε το βασιλιά και το άλλο τον αρχιστράτηγό του. Τα υπόλοιπα κομμάτια αντιπροσώπευαν τα τέσσερα σώματα στα οποία χωριζόταν κατά κανόνα ο ινδικός στρατός εκείνη την εποχή: άρματα, ιππικό, ελέφαντες και, φυσικά, πεζικό. Το παιχνίδι λεγόταν τσατουράνγκα, που σημαίνει «τέσσερις κλάδοι ή μέλη». Στην κατακερματισμένη πολιτικά Ινδία, ο πόλεμος ανάμεσα σε τέσσερις αντιμαχόμενους ταυτοχρόνως άγγιζε μια ευαίσθητη χορδή.

Από την Ινδία, ωστόσο, το παιχνίδι πέρασε στην Περσία, μια μονολιθική κοινωνία καθηλωμένη σε μια επική διαμάχη με την εξίσου μονολιθική Ρώμη. Στην Περσία επικρατούσε μια κοσμοαντίληψη που ως θεμελιώδη αρχή της πραγματικότητας έβλεπε την πολικότητα: φως εναντίον σκότους, νύχτα εναντίον μέρας, καλό εναντίον κακού, ζωή εναντίον θανάτου – έτσι είναι ο κόσμος, έλεγαν οι Πέρσες, κι ο κόσμος που φαντάζονταν υπήρχε μόνο στην κουλτούρα τους, σε αυτό το κοινωνικά κατασκευασμένο πεδίο.

Όπως ήταν φυσικό, το τσατουράνγκα στην Περσία έγινε παιχνίδι για δύο παίχτες, που ο καθένας είχε δεκαέξι κομμάτια. Η σκακιέρα ξανασχεδιάστηκε ώστε να περιλαμβάνει εναλλασσόμενα τετράγωνα φωτός και σκότους. Και το παιχνίδι προσέλαβε και διάφορα στοιχεία με τοπικό χρώμα. Το ίδιο το όνομα τσατουράνγκα μετατράπηκε στην παρεμφερή περσική λέξη σατράντζ, «εκατό ανησυχίες». Ο στρατηγός έγινε βεζίρης, ανώτατος πολιτικός σύμβουλος – κάθε Πέρσης μονάρχης είχε το βεζίρη του. Στον πόλεμο δεν χρησιμοποιούσαν πια άρματα, κι έτσι το άρμα του ινδικού παιχνιδιού έγινε ροκ, το γιγάντιο, άγριο πουλί των περσικών μύθων.

Το Μεσαίωνα, το παιχνίδι είχε φτάσει, μέσω της Ισπανίας, στη Δυτική Ευρώπη. Και δείτε τι έγινε εκεί. Ο βεζίρης έγινε βασίλισσα. Το ιππικό έγινε ιππότες. Οι ελέφαντες έγιναν αξιωματικοί. Η Ευρώπη δεν είχε κάποιο μυθικό πουλί όπως το ροκ, αλλά η λέξη ακουγόταν ίδια με τη λέξη roq, που στα γαλλικά σήμαινε «πέτρα», κι έτσι τα σχετικά κομμάτια έγιναν πέτρινοι πύργοι.

Ωστόσο, μπορεί τα επιφανειακά χαρακτηριστικά να άλλαζαν, αλλά η εσωτερική δομή του παιχνιδιού παρέμενε: η διάταξη των στοιχείων του, το καλούπι, θα λέγαμε. Ο αριθμός των κομματιών παρέμεινε ίδιος και συνέχισαν να κινούνται με τον ίδιο τρόπο. Οι ελέφαντες ήταν τώρα αξιωματικοί, αλλά ήταν ακόμα δύο και κινούνταν διαγώνια. Τα άρματα έγιναν πύργοι, αλλά τα άρματα μπορούσαν να κινηθούν, επομένως το ίδιο έκαναν και οι πύργοι. Ο βασιλιάς παρέμεινε το πιο σημαντικό κομμάτι στη σκακιέρα, κι ο σκοπός του παιχνιδιού συνέχισε να είναι η προστασία ενός τύπου ο οποίος δεν κάνει σχεδόν τίποτα. Το σαχ συνέχισε να είναι σαχ και το ματ ματ. Τα πιόνια παρέμειναν πιόνια επειδή, όπως φαίνεται, κάθε κοινωνία έχει πολλά τέτοια. Και οι στρατηγικές που δούλευαν στην Ινδία συνέχισαν να δουλεύουν εξίσου καλά στην Περσία και στην Ελλάδα. Ο Σίσα έχει πεθάνει από καιρό (πιθανότατα αποκεφαλισμένος επειδή προσπάθησε να ιδιοποιηθεί την ετήσια παραγωγή σιταριού του βασιλείου), αλλά οι μαθηματικές ιδέες της Ινδίας του 6ου αιώνα παρέμειναν γερά στηρίγματα στο κατασκεύασμα της ανθρώπινης γνώσης σήμερα.

Αυτό που συνέβη με το σκάκι συμβαίνει λίγο-πολύ με τα πάντα στην ανθρώπινη κουλτούρα. Είμαστε η ίδια ανθρωπότητα, αλλά δεν σταματάμε ποτέ να δημιουργούμε δίνες αποκλεισμού. Καθώς αλληλεπιδρούμε, κυματισμοί περνάνε από τη μία δίνη στην άλλη και στη διαδικασία αυτή κάποια πράγματα αλλάζουν, κάποια μένουν ίδια και ορισμένες φορές εμφανίζεται κάτι καινούργιο – σε γενικές γραμμές κάτι μεγαλύτερο.

H εικόνα είναι φτιαγμένη με το πρόγραμμα Copilot.

2. Στο μεταξύ, μέσα στο ετοιμόρροπο πλαίσιο της παλιάς αφήγησης γεννιόταν ένα ακόμα βρέφος. Οι τιτάνες του πνεύματος που συνδέονται με τις απαρχές της επιστήμης δεν ήταν επιστήμονες. Δεν θα μπορούσαν άλλωστε να είναι, αφού τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε ακόμα. Οι σκαπανείς της επιστήμης ήταν άνθρωποι της εκκλησίας, όλοι ανεξαιρέτως. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Κοπέρνικο, τον αστρονόμο του 15ου αιώνα που έλυσε τη διαρκώς αυξανόμενη ασυναρτησία των πτολεμαϊκών αστρονομικών διαγραμμάτων με μια τολμηρή νέα θεωρία: υποστήριξε ότι ο ήλιος ήταν ακίνητος κι όλα τα υπόλοιπα, μεταξύ των οποίων και η Γη, περιστρέφονταν γύρω του. Ο εμπνευστής αυτής της θεμελιώδους αναδόμησης του κόσμου έζησε όλη του τη ζωή στη θερμή αγκάλη της Μητέρας Εκκλησίας. Ο Κοπέρνικος ήταν διάσημος ακαδημαϊκός της εποχής του και είχε διδακτορικό, ναι, στο κανονικό δίκαιο. Όταν έγραψε το βιβλίο στο οποίο περιέγραφε την ηλιοκεντρική του θεωρία, στους θαυμαστές αναγνώστες του συμπεριλαμβανόταν κι ο Πάπας.

Ο Κοπέρνικος είχε ένα μαθητή που λεγόταν Κέπλερ, έναν ακόμα γίγαντα της πρώιμης επιστήμης. Ο Κέπλερ ήταν κι εκείνος ευσεβής άνθρωπος της εκκλησίας. Μόχθησε για να ολοκληρώσει το έργο που είχε ξεκινήσει ο Κοπέρνικος επειδή στο πνεύμα των σχολαστικών –άνθρωποι της εκκλησίας, όλοι ανεξαιρέτως– πίστευε ότι η δημιουργία του Θεού έπρεπε να αντανακλά την τελειότητά του, και στο ηλιοκεντρικό μοντέλο του δασκάλου του υπήρχαν ακόμα ορισμένες ατέλειες. Οι νεοσχολαστικοί είχαν προσπαθήσει να δημιουργήσουν μια σύνδεση ανάμεσα στα μαθηματικά και τη φύση· ο Κέπλερ ήταν ο άνθρωπος που το πέτυχε για τα καλά. Απέδειξε ότι το μοντέλο του Κοπέρνικου λειτουργούσε τέλεια αν πρόσθετε σε αυτό μία κομψή υπόθεση: ότι οι τροχιές των πλανητών γύρω από τον ήλιο δεν ήταν αναγκαστικά κυκλικές, αλλά ήταν πάντα ελλειπτικές. Κι εφόσον υπάρχουν τύποι για τον υπολογισμό της περιμέτρου μιας έλλειψης, η θέση κάθε πλανήτη που περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο μπορούσε να υπολογιστεί με μαθηματική ακρίβεια ανά πάσα στιγμή.

Επιτεύγματα όπως αυτό αναδείκνυαν μία σχεδόν ανείπωτα σπουδαία δυνατότητα: Μήπως μπορεί να εξηγηθεί όλος ο κόσμος; Μήπως όλα όσα ήταν άγνωστα μπορούν να γίνουν γνωστά; Οι φυσικοί φιλόσοφοι (που αργότερα ονομάστηκαν επιστήμονες) άρχισαν να ψάχνουν στον φυσικό κόσμο για μαθηματικά πρότυπα στον τρόπο με τον οποίο διαστέλλονταν τα αέρια, κυλούσαν οι πέτρες, ψυχραίνονταν τα υλικά και σχημάτιζαν νέα μείγματα οι ενώσεις υλικών. Προσπάθησαν να εκφράσουν ποσοτικά πώς επιδρούν οι δυνάμεις στην ύλη, γιατί τα αντικείμενα κινούνται όπως κινούνται και τι κάνει τα ζωντανά σώματα να μεγαλώνουν και να πεθαίνουν. Η επιστήμη απέκτησε κύρος ως κοινωνικό εγχείρημα, το οποίο κορυφώθηκε τον 18ο αιώνα με τον σπουδαίο Ισαάκ Νεύτωνα, ο οποίος αποκωδικοποίησε τη σωματιδιακή φύση του φωτός, αναγνώρισε τη βαρύτητα ως διάχυτη δύναμη στο σύμπαν και κατάφερε να αναγάγει κάθε παρατηρήσιμη κίνηση σε τρεις εκπληκτικά απλούς νόμους της κίνησης.

Αυτό που έδινε νόημα σε αυτές τις προσπάθειες δεν ήταν η παλιά φεουδαρχική καθολική αφήγηση. Δεν ήταν αυτό το πλαίσιο μέσα στο οποίο έβγαζαν νόημα. Στην Ευρώπη, και ιδίως στη Δυτική Ευρώπη, είχε αρχίσει να συγκροτείται μια νέα μεγάλη αφήγηση: ένα αντίβαρο στην αφήγηση της αποκατάστασης που υπήρχε στην Ανατολή. Η καθοριστική αφήγηση του δυτικού πολιτισμού κατά τους επόμενους αιώνες δεν θα ήταν ο υλισμός. Ναι, οι άνθρωποι εστίαζαν στα υλικά φαινόμενα περισσότερο απ’ ό,τι πριν, αλλά οι περισσότεροι συνέχισαν να ασπάζονται με ευλάβεια μια θρησκευτική πίστη – και στην Ευρώπη η πίστη αυτή, σχεδόν σε κάθε περίπτωση, ήταν κάποια εκδοχή του χριστιανισμού.

Κι ενώ ο χριστιανισμός διακλαδιζόταν, η κυρίαρχη νέα αφήγηση δεν θα ήταν ούτε η προτεσταντική πίστη. Αφενός, δεν υπήρχε μια ενιαία προτεσταντική πίστη. Οι ίδιοι οι προτεστάντες διαρκώς διακλαδίζονταν. Το κοινό τους στοιχείο δεν ήταν μια πίστη, αλλά η ακόρεστη δίψα για μια αλήθεια που να τη νιώθουν πιο αληθινή, η προθυμία να δοκιμάσουν το καινούργιο. Και αφετέρου, η ίδια η εκκλησία δεν ήταν σε καμία περίπτωση νεκρή· η Καθολική Εκκλησία συνέχιζε να έχει δεκάδες εκατομμύρια πιστούς.

Ούτε όμως η νέα αφήγηση θα μπορούσε να περιγραφεί ως απλά κοσμική. Η αναδυόμενη αφήγηση αντιμετώπιζε με σεβασμό κοσμικές ιδέες και ασχολίες, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι συνέχιζαν να πηγαίνουν τακτικά στην εκκλησία, να αισθάνονται μέλη της ίδιας κοινότητας πίστης και να εκτελούν θρησκευτικές τελετουργίες στο σπίτι τους. Η επιστήμη ήταν ένα από τα καύσιμα και τους καρπούς της νέας μεγάλης αφήγησης, αλλά ήταν επίσης και μία μόνο από τις όψεις της.

Το κοινό που είχαν όλες αυτές οι κοινωνικές κατευθύνσεις και τα πολιτιστικά ρεύματα ήταν η τάση να βλέπουν τον κόσμο με όρους προόδου και οπισθοδρόμησης. Σε αυτή την αφήγηση, ο χρόνος ήταν γραμμικός, αλλά δεν είχε τέλος. Η ορμή της κίνησης της ιστορίας ήταν προς τα εμπρός, αλλά μερικές φορές μπορεί να γυρνούσε προς τα πίσω. Όταν οπισθοχωρούσε, η ανθρωπότητα έπρεπε να ανακόψει την πτώση, να της αλλάξει κατεύθυνση και να την βάλει να κινείται πάλι προς τα μπροστά. Το τι συνιστούσε οπισθοδρόμηση και τι κίνηση προς τα μπροστά μπορεί να ήταν κάτι ανοιχτό σε συζήτηση, αλλά ο τελικός στόχος της ανθρώπινης προσπάθειας ήταν η πρόοδος. Και δεν υπήρχε κάποιος τελικός προορισμός – το αύριο μπορούσε πάντα να είναι καλύτερο από το σήμερα· πάντα. Η πρόοδος βρισκόταν στον πυρήνα της πίστης που άρχιζε να συνθέτει έναν νέο πολιτισμό στο δυτικό άκρο της Ευρώπης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλοί πίστευαν ακόμα ειλικρινά ότι θα υπήρχε μια ημέρα της κρίσης – όταν κάθονταν να το σκεφτούν. Αλλά πόσοι τη σκέφτονταν σαν φυσιολογικό κομμάτι της καθημερινής τους ζωής; Όλο και λιγότεροι, υποψιάζεται κανείς. Ενώ την πρόοδο; Ουσιαστικά όλοι ήταν αφοσιωμένοι στο να προοδεύσουν, όλη μέρα, κάθε μέρα – και στο να ανακόψουν την οπισθοδρόμηση όταν ένιωθαν ότι γινόταν.

Η αφήγηση της προόδου –η βαθιά πεποίθηση ότι πάντα γίνεται «καλύτερα»– οδήγησε στην αναζήτηση αρχών με ολοένα και μεγαλύτερη ερμηνευτική ισχύ. Τελικά δημιούργησε την πεποίθηση ότι το να εξηγηθεί κάτι σήμαινε ακριβώς να εξηγηθεί επιστημονικά. Με το πέρασμα του χρόνου, η αφήγηση της προόδου ωθούσε σε μια σταθερή, εμμονική βελτίωση των ανθρώπινων εργαλείων. Πολύ αργότερα θα άλλαζε την ίδια τη σχέση των ανθρώπων με τα εργαλεία τους.

Όλα αυτά όμως θα έρχονταν αργότερα. Τον 15ο αιώνα, οι δυνάμεις που έφερναν στη ζωή την επιστήμη και τροφοδοτούσαν τη θρησκευτική ανανέωση άνοιγαν επίσης την όρεξη για εξερευνήσεις. Οι Μεγάλες Σταυροφορίες είχαν φανερώσει στους Ευρωπαίους μια κατηγορία προϊόντων που αφθονούσαν στην ανατολική Ασία, προϊόντων που ερέθιζαν την ανθρώπινη λαχτάρα για απόλαυση, πολυτέλεια, αναψυχή και έκσταση. Με λίγα λόγια, η Ευρώπη είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται έντονα για τα μπαχαρικά και οι ευρωπαίοι τυχοδιώκτες ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν δυσκολίες και κινδύνους για να εξασφαλίσουν τα θαυμάσια αυτά προϊόντα. Η δίψα για τα μπαχαρικά ήταν εκείνη που οδήγησε σε ένα από τα ορόσημα της ιστορίας.

* * *

Tamim Ansary, «Η επινόηση του χθες» - Σύνοψη του βιβλίου

Διασχίζοντας χιλιετίες, υφαίνοντας εμπειρίες και κοσμοαντιλήψεις υπαρκτών όσο και εξαφανισμένων πολιτισμών, Η επινόηση του χθες δείχνει ότι ο κινητήρας της ιστορίας δεν είναι κατά κύριο λόγο ηρωικός (κερδισμένες μάχες), γεωγραφικός (αγροτική ακμή) ή ανθρωπογενής (οι άνθρωποι αλλάζουν τον πλανήτη), αλλά αφηγηματικός. Πριν από πολλές χιλιάδες χρόνια, όταν ήμασταν ακόμη αμέτρητες μικρές και αυτόνομες ομάδες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών διάσπαρτες στην άγρια φύση, αρχίσαμε να επινοούμε ιστορίες – για να οργανώσουμε την επιβίωσή μας, να βρούμε σκοπό και νόημα στα πράγματα, να εξηγήσουμε το απροσμέτρητο. Αυτές οι ιστορίες παρείχαν εντέλει τις βάσεις σε αυτοκρατορίες, πολιτισμούς και κουλτούρες. Κι όταν οι διάφορες αφηγήσεις άρχισαν να συγκρούονται και να αλληλεπικαλύπτονται, οι επαφές τους είχαν κάθε είδους αποτελέσματα, από σύγχυση, χάος και πόλεμο μέχρι πολιτισμική άνθηση, θρησκευτική αφύπνιση και διανοητικές καινοτομίες. Μέσα από αλλεπάλληλες ζωηρές ιστορίες διορατικά σχολιασμένες, ο Ταμίμ Ανσάρι φωτίζει τις κοσμοϊστορικές συνέπειες αυτής της μοναδικής ανθρώπινης ικανότητας να επινοούμε και να μεταδίδουμε ιδέες. Ταυτόχρονα εξηγεί το ολοένα και πιο πυκνά συνυφασμένο παρόν μας: τις αφηγήσεις που μας διαμορφώνουν σήμερα, τους λόγους για τους οποίους δεν παύουμε να πολεμάμε μεταξύ μας και το μέλλον που έχουμε να δημιουργήσουμε ακόμα.

Tamim Ansary: Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Tamim Ansary

Ο Tamim Ansary γεννήθηκε στην Καμπούλ του Αφγανιστάν και μετεγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες όταν ήταν στο γυμνάσιο. Ζει στο Σαν Φρανσίσκο με τη γυναίκα του και έχουν δύο κόρες. Η κουλτούρα και οι διαφορετικές πολιτισμικές προοπτικές είναι το σταθερό πεδίο ενδιαφέροντός του. Το 2001, ένα ιμέιλ του, απάντηση στην αμερικανική απειλή βομβαρδισμών που θα γύριζαν το Αφγανιστάν στη Λίθινη Εποχή, κατήγγελλε τους Ταλιμπάν, αλλά προειδοποιούσε ότι η επίθεση κατά του Οσάμα Μπιν Λάντεν θα μπορούσε να πυροδοτήσει έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Το μήνυμα λέγεται ότι έγινε το πρώτο ιότροπο (viral) φαινόμενο της εποχής του Διαδικτύου καθώς, σταλμένο αρχικά σε είκοσι φίλους, έφτασε μέσα σε μερικές μέρες να αναπαραχθεί εκατομμύρια φορές σε όλο τον κόσμο. Το 2008 ο Ανσάρι έδωσε σειρά διαλέξεων στο Osher Lifelong Learning Institute (συμβεβλημένο με το San Francisco State University) με θέμα την ιστορία και την ανάπτυξη του ισλάμ. Για πάνω από δύο δεκαετίες διηύθυνε το San Francisco Writers Workshop. Δημοσίευσε τα βιβλία «West of Kabul, East of New York» (2008), ένα λογοτεχνικό υπόμνημα της διπολιτισμικής οπτικής του στις σύγχρονες παγκόσμιες συγκρούσεις· «Snapshots: This Afghan American Life» (2008), μια συλλογή δοκιμίων νεαρών Αφγανών την οποία επιμελήθηκε· «The Widow’s Husband» (2009), ένα μυθιστόρημα για τη βρετανική εισβολή στο Αφγανιστάν τον 19ο αιώνα· «Destiny Disrupted: A History of the World ThroughIslamic Eyes» (2009 – βραβείο μη λογοτεχνικού βιβλίου βόρειας Καλιφόρνιας για το 2010)· «Road Trips, Becoming an American in the vapor trail of The Sixties» (2016), με ιστορίες από την αμερικάνικη αντικουλτούρα των δεκαετιών του 1960 και ’70· και το υπό συζήτηση βιβλίο («The Invention of Yesterday: A 50,000-Year History of Human Culture, Conflict, and Connection», 2019).