Βιβλιο

Van Of Fame: Ο MC Φάνης Αφανής αποτύπωσε 250 graffiti φορτηγά της Αθήνας

Μια συζήτηση με τον άνθρωπο πίσω από την έκδοση - τεκμήριο της αθηναϊκής graffiti σκηνής
Δημήτρης Αθανασιάδης
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Van Of Fame: Ο ράπερ Φάνης Αφανής μιλάει στην Athens Voice για το βιβλίο του στο οποίο κατέγραψε τα γκράφιτι φορτηγά της Αθήνας.

430 σελίδες σε μία πολύ προσεγμένη DIY έκδοση γεμάτες φορτηγά που κυκλοφορούν στην Αθήνα. Φορτηγά που κυκλοφορούν στην Αθήνα γεμάτα χρώμα και σχέδια από writers. Αν το γκράφιτι είναι τέχνη του δρόμου, τότε τα «χτυπημένα» βαν είναι η μεγαλύτερη κινούμενη γκαλερί για να διαδώσει το μήνυμα. Ο Φάνης Αφανής που πολλοί γνώρισαν κάποτε από το mixtape «Δεν έχουν στιλ» του DJ ALX, ο Φάνης Ξενόπουλος, κατέγραψε για μια δεκαετία τα graffiti φορτηγά και βανάκια της Αθήνας. Και το 2023 παρέδωσε ένα έργο – τεκμήριο για την ελληνική graffiti σκηνή. Αφιερωμένο σε όλους τους καλλιτέχνες, στους δρόμους, τις πόλεις και το κίνημα του graffiti σε όλο τον κόσμο. Επιμελημένο με μεράκι και κέφι. Τυπωμένο μετά από ζόρια. Van Of Fame. Με έναν καφέ στο κέντρο της πόλης κι ένα χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό του, ο Φάνης Αφανής μιλάει για πρώτη φορά για την ιδέα που έγινε πάθος και αξίζει να βρεθεί στις βιβλιοθήκες.

Πώς ξεκίνησα; Το 2013, δουλεύοντας σε ένα λογιστικό γραφείο, κάνοντας εξωτερικές δουλειές, άρχισα να τα παρατηρώ. Έναν χρόνο μετά η γυναίκα μου, μου πήρε δώρο ένα smart phone και ξεκίνησα να φωτογραφίζω με αυτό, έχοντας, όμως, στο μυαλό μου ήδη την ιδέα ότι, εάν ξεκινήσω και έχω μία τέτοια συσκευή, θέλω να κάνω ένα Instagram account, όχι απαραίτητα το Van of Fame, τότε δεν υπήρχε σαν ιδέα στο μυαλό μου, αλλά θα ήθελα να φωτογραφίζω πράγματα που είναι στο περιβάλλον μου, και όχι να αναλωθώ σε selfies. Οπότε, έχοντας ήδη τον ένα χρόνο που έκανα τη βόλτα και έβλεπα, με το που πήρα το κινητό, ξεκίνησα να φωτογραφίζω. Άρχισα να φωτογραφίζω δυο πράγματα· παλιά, διατηρητέα κτίρια του Κεραμεικού, που άρχισα να τα βάζω με hashtag «όμορφα ερείπια», και τα βανάκια τα βαμμένα, που άρχισα να τα βάζω με hashtag «Van of Fame» στον προσωπικό μου λογαριασμό, προτού σκεφτώ ότι μπορούσα να κάνω έναν δεύτερο λογαριασμό και να το ονομάσω «Van of Fame». Ο Kebzer είναι υπεύθυνος υποσυνείδητα σε μένα για το «Van of Fame», γιατί μου έλεγε ιστορίες με γκράφιτι στη γενέτειρά του τη Μυτιλήνη, μου έλεγε «Wall of Fame» και σκέφτηκα το «Van of Fame», καθαρά από τον Kebzer. Και αυτό του το δίνω, χαιρετίσματα πολλά!

Τι με σκάλωσε στα βαν; Το πιο μεγάλο πράγμα ήταν ότι στη συγκεκριμένη περιοχή έπαιζαν και τα δύο πράγματα, δηλαδή έπαιζε και αρκετό γκράφιτι, αλλά υπήρχε η ιδιαιτερότητα με τα φορτηγά και τα βαν. Οπότε, έχοντας λίγο μια μικρή εμπειρία με το τι συνέβαινε τότε, και στο Instagram αλλά και γενικότερα στην καταγραφή του γκράφιτι έως τότε στην Ελλάδα. Αυτό απουσίαζε.

Πώς δούλεψα για την καταγραφή; Αυτό έρχεται από την καθημερινότητα. Δηλαδή όταν βρίσκεσαι Δευτέρα με Παρασκευή στο ίδιο ακριβώς περιβάλλον, και περίπου στους περισσότερους δρόμους, μπορείς να καταλάβεις. Και καταλαβαίνοντας σιγά-σιγά ότι, εάν δεν το φωτογραφίσω παίζει σήμερα το βράδυ κάποιος να το πατήσει, ή, αύριο το βράδυ. Οπότε πρέπει να δράσω, πρέπει να το κάνω. Αρχίζεις σιγά-σιγά να μπαίνεις σε αυτή τη ρουτίνα. Καλύτερο είναι να ξέρεις ακόμα και ότι το πάτησαν, και ότι έχω μία κακή φωτογραφία του πατημένου, παρά ότι μου λείπει, έχω χάσει δύο επεισόδια γιατί είχε ένα, πάτησε δεύτερο και έχω μόνο το τρίτο. Και έχω και πολλές φωτογραφίες από τότε, από την τότε εποχή, δηλαδή φθινόπωρο του 2014, που δεν μπήκαν καν στο βιβλίο, ειτε λόγω κακής ανάλυσης, ή λόγω όγκου, γιατί έπρεπε κάποια στιγμή να πω ότι κλείνω το βιβλίο, γιατί θα έβγαινε ακόμα μεγαλύτερο, και να πάω στο επόμενο κομμάτι, που είμαι στο επόμενο κομμάτι. Συνεχίζω την καταγραφή καθημερινά.

Ποιo από τα βαν που έχω σουτάρει μου κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση; Είναι πολλά, δεν είναι ένα, αλλά ένα ιδιαίτερο ειναι στο κεφάλαιο «Το πιο βαμμένο φορτηγό της Αθήνας», είμαι συναισθηματικά δεμένος μαζί του, αυτό το μοβ, του Γερμανού γκραφιτά του Bamboo, ίσως επειδή είναι και το πρώτο που φωτογράφισα και είχα σκαλώσει, μου άρεσε πάρα πολύ, και η λέξη «μπαμπού» και μου αρέσει ακόμα, και η γραφή που είναι, έτσι, απλή, και το χρώμα που ήταν μοβ, και το μέγεθος του φορτηγού, τότε άκουγα -δεν θα το ξεχάσω- και έναν δίσκο του Ghostface Killah είναι storytelling και αναφέρει μία κοπέλα την Bamboo, είχα επηρεαστεί και από αυτό, είναι και το πρώτο όχημα που φωτογράφησα ή το πρώτο που ασχολήθηκα τόσο πολύ…Το φορτηγό βρισκεται κοντά στην είσοδο της China Town. Στην οδό Αγησιλάου. Είναι και πολλά άλλα, ένα επίσης αγαπημένο υπάρχει ακόμα, δεν έχει πατηθεί, είναι του XPE, παρέα με τον ATH1281, το οποίο έχει μία τρελή γραφή XPE κάπως διαγώνια γραμμένη και κάρακτερ του ATH, το οποίο μπορώ να το βρω να στο δείξω, είναι πάρα, μα πάρα πολύ ωραίο. Γενικά εγώ είμαι λάτρης του abstract γκραφίτι, της αφηρημένης τέχνης, όχι των κλασικών γραμμάτων, ή των κλασικών κάρακτερ, από τα αγαπημένα μου, γιατί μου αρέσει ότι βάφει όλο το βαν, από άκρη σε άκρη, δηλαδή όλη την επιφάνεια του φορτηγού, είναι του Brain. Επίσης μου αρέσει πάρα πολύ η τεχνική του Artyis, μαζί του πήρα άδεια από έναν φίλο μου Κινέζο, τον Λορέντζο, που έχει ένα φορτηγό και το αφιέρωσε στο Van of Fame, οπότε και αυτό είναι αρκετά αγαπημένο, ένα άλλο αρκετά αγαπημένο είναι ένα φορτηγό που πρέπει να ήταν κάποιος τουρίστας που μάλλον είχε βάλει κάποιους να του το βάψουν ή ο ίδιος είναι γκραφιτάς και είναι διπλές φωτογραφίες, είναι μία στην αρχή της Αγ. Ασωμάτων με ένα abstract γκράφιτι, αλλά έχει και κάποια wild style στοιχεία και νομίζω, αν δεν υπάρχει στο βιβλίο, μπορεί να μην υπάρχει, υπάρχει σίγουρα στο Instagram, και αξίζει να το βάλεις στη συνέντευξη, γιατί αυτό το βανάκι έχει και μία σκάλα και έχει βάψει το πίσω μέρος με τη σκάλα, και το έχει κρατήσει και το έβαψε έτσι ώστε να είναι και η σκάλα αλλά να φαίνεται και ωραία το κομμάτι. Είναι αρκετά ιδιαίτερο κι αυτό. Είναι πολλά, πάρα πολλά. Το πιο ωραίο, βασικά, με όλο αυτό, συνεχίζω την ερώτηση, το πιο ωραίο με την καταγραφή, είναι η έκπληξη που σου γεννάται όταν γυρίζεις την Αθήνα για τη δουλειά σου και είτε μπορεί να κυνηγήσεις ένα βαν και τελικά να φτάνεις να το φωτογραφήσεις, είτε τυχαία πηγαίνοντας στον δρόμο, βρίσκεσαι σε μία άσχετη περιοχή, π.χ. στα Πατήσια, στο Γαλάτσι ή ακόμα και στην Κηφισιά, και καταφέρνεις να φωτογραφήσεις ένα βαν, και να το πάρεις καλές λήψεις.

Αν άρχισα να το βλέπω αυτό από ένα σημείο και μετά σαν ένα τρόπαιο στη συλλογή μου; Σαφώς. Και αυτό, αν είσαι και τέτοιος χαρακτήρας, εννοείται. Kαταλάβαινα ότι όσο πιο κοντά ήμουν σε αυτό, τόσο πιο πολύ με μαγνήτιζε και το μαγνήτιζα. Γινόμουν ένα με αυτό επειδή το σκεφτόμουν, και δεν το παράταγα, γιατί είναι και εύκολο να το παρατήσεις, δηλαδή επειδή στην αρχή «δούλευα» μόνο για το Instagram, οπότε περίπου ό,τι φωτογράφιζα, το ανέβαζα. Γιατί λειτουργεί και λίγο έτσι αυτή η πλατφόρμα, όσο ταΐζεις τον κόσμο, τόσο ανεβαίνει το ενδιαφέρον. Έτσι, μετά από κάποια στιγμή, καταλαβαίνεις ότι σε κουράζει, δηλαδή στα 200 posts έχεις φτάσει σε ένα σημείο. Στα 300, σε ένα άλλο. Στα 400, υπάρχει και ο κορεσμός. Τώρα είμαστε ήδη στα 600 plus. Αλλά το βιβλίο έγινε. Έγινε κάτι πολύ ανώτερο από το να ανεβάζεις φωτογραφίες για να σε ακολουθεί κόσμος και να σου κάνει like, που εγώ δεν το κάνω για τα likes, αλλά, ως ένα σημείο, αυτό το πράγμα σε ελκύει, μετά από ένα σημείο σταματάει να σε ελκύει. Γιατί, τι 200, τι 300, τι 600 likes· likes παραμένουν. Αλλά, όταν αυτό φτάνει να γίνει βιβλίο, και από την άλλη άκρη της γης, είτε είναι Αμερική, είτε είναι Γαλλία, ή Γερμανία, γιατί εντάξει, μπορεί ξερωγώ η Γερμανία να είναι 3-4 ώρες, δεν ξέρω πόσο είναι, αλλά είναι η Γερμανία, δεν είναι η Λάρισα και η Πάτρα no offense! Οπότε, όταν αυτό το βλέπεις να παίρνει σάρκα και οστά, όπως λέω και στην εισαγωγή, και μετά να σε στηρίζει περίπου κόσμος από όλο τον πλανήτη, σου σηκώνεται λίγο η τρίχα. Και δεν το έχεις φανταστεί κιόλας. Ίσως να το είχα στην άκρη του μυαλού μου σιγά-σιγά, δηλαδή όταν έφτασαν και ήταν πολλές οι φωτογραφίες, και εγώ επηρεάστηκα πάρα πολύ, και από τους ανθρώπους που έκαναν βιβλία πριν από μένα και όταν εγώ ήμουν πιτσιρικάς, αυτός είναι ο Κυριάκος Ιωσηφίδης που το ξεκίνησε αυτό το 1997 και έκανε την πρώτη ολοκληρωμένη έκδοση για το γκράφιτι στην Ελλάδα, και τη δεύτερη, δηλαδή τους δύο πρώτους τόμους, αλλά σαφώς και ο φίλος μου ο Χαρίτωνας, παρέα με τον Ορέστη που κάνανε αργότερα την ιστορία του γκράφιτι στην Ελλάδα, και έχουν φτάσει τους 3 τόμους.

Τι με συγκινεί στο γκράφιτι; Αυτό που με συγκινεί είναι ότι το γκράφιτι είναι η πιο ατόφια μορφή ακατέργαστης τέχνης. Εξ ορισμού παράνομο, αλλά αμέτρητοι writers από διαφορετικά σημεια του πλανήτη, μπορούν να έρθουν στην Αθήνα, και να μου δείξουν τι έχουν στο μυαλό τους ως στιλ. Ως Τέχνη. Και αυτό παραμένει από την αρχή του μέχρι το τέλος, παράνομο. Δεν μιλάω για murals, μιλάω για bombs πιο πολύ. Η Αθήνα είναι αυτή τη στιγμή μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πόλεις όταν μιλάμε για graffitti.

Το γκράφιτι για μένα μένα επ’ ουδενί δεν είναι βανδαλισμός. Οτιδήποτε υπάρχει στον δημόσιο χώρο, παίρνει τον χώρο που του αναλογεί. Αν υποθέσουμε και μπορούμε να το πούμε για τη συζήτησή μας, ότι το γκράφιτι είναι βανδαλισμός για κάποιους, για μένα βανδαλισμός μπορεί να είναι η διαφήμιση μιας πολυεθνικής. Την οποία βλέπω συνέχεια, «παραβιάζει» την αισθητική μου, αλλά δεν μπορώ να τη σταματήσω. Τι θέλω να πω· η «Αττικό Μετρό» ή ο ΗΣΑΠ, ή τα λεωφορεία, διαλέγουν να βάλουν για τα λεφτά, καθαρά, μία διαφήμιση στα οχήματά τους, ή στους συρμούς τους. Εγώ δεν μπορώ να επέμβω σαν επιβάτης σε αυτό, θέλω δεν θέλω, θα το υποστώ. Έτσι λοιπόν, και ένας καλλιτέχνης που μπορεί να πνίγεται από όλο αυτό το οποίο βιώνουμε, παίρνει ένα σπρέι και κάνει, είτε ένα tag, είτε ένα κομμάτι, είτε ένα μεγαλύτερο κομμάτι, και επεμβαίνει, έτσι, στο αστικό περιβάλλον, ώστε να δείξει την εναντίωσή του σε αυτό; Ή, θέλοντας να κάνει το όνομά του πιο γνωστό; Υπάρχουν χίλιοι λόγοι πίσω από αυτό. Για μένα, ως παρατηρητής αυτού του πράγματος, και επειδή καταγράφω τα γκράφιτι στα βαν και στα φορτηγά, προσπαθώ κάθε μέρα να βγάζω τον εαυτό μου από την επικριτική ματιά, να πω αυτό δεν μου αρέσει, αυτό είναι too much, γιατί, κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν πολύ χειρότερα πράγματα που γίνονται από το γκράφιτι. Πρόσφατα έπαιξε με απλά γράμματα ένα tag και έλεγε στα αγγλικά, εγώ θα το πω στα ελληνικά «αν δεν σας αρέσει το γκράφιτι, απλά μην το κοιτάτε. Όπως δεν κοιτάτε και τους ανθρώπους που υποφέρουν». Κι έχει πολύ δίκιο.

Δεν πέτυχα ποτέ κάποιον την ώρα που έβαφε. Μάλλον γιατί τις περισσότερες φορές που φωτογραφίζω είναι κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ τα περισσότερα από αυτά τα φορτηγά βάφονται κυρίως τη νύχτα.

Τα περισσότερα βαμμένα βαν της Αθήνας βρίσκονται στην China Town. Ίσως τα αφήνουν έξω, εκεί, γιατί, και μένουν στην περιοχή, και δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Οπότε, αν δεν το πολυνοιάζονται το βαν, το σταθμευουν εκεί, δεν το πάνε σε κάποιο κλειστό πάρκινγκ. Οπότε βάφεται είτε από Έλληνες, είτε από ξένους writers. Και το δεύτερο είναι ότι, στην ίδια περιοχή, κάθε Τρίτη, γίνεται λαϊκή αγορά. Οπότε κάποια βαμμένα, έστω με κάτι μικρό, έρχονται κι εκεί.

Η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισα για να βγει το βιβλίο; Τρεις ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες, να το κλείσουμε, να πω δηλαδη ότι δεν βαζω αλλες καινούργιες φωτογραφίες, τέρμα, έχουμε αρκετές. Γιατί ξεκινάς, στέλνεις τις παλιές, συμπληρώνονται τα κεφάλαια έτσι όπως το κάναμε με τους writers, και μετά βλέπεις από έναν writer έναν καινούργιο, οπότε το στέλνεις κι αυτό.

Με ποια σειρά τα διάλεξα; Αλφαβητικά. Το δεύτερο που είχα φάει ένα μεγάλο κόλλημα ήταν αυτό που το λέω κιόλας στο εισαγωγικό κείμενο, στο οποίο δεν ήξερα τι να γράψω και ο λόγος, το έλεγα σε μία φίλη μου που ασχολείται και αυτή με την καταγραφή, είναι ότι, αν κάτι σου συμβαίνει κάθε μέρα, τι να περιγράψεις; Ξύπναγα κάθε Σάββατο πρωί να πάω να τα βρω. Και δεν τα έβρισκα, τα είχα χάσει. Όταν βρίσκεσαι κάθε μέρα εκεί, πώς να το περιγράψεις αυτό στον άλλον; Πώς θα φτιάξεις μια ιστορία; Πρέπει να το περιγράψεις με έναν τρόπο ιδιαίτερο. Και είχα κολλήσει, είχα φάει ένα writers block, όσο περίεργο και αν ακούγεται, και το τρίτο ήταν να μπω στα τυπογραφεία, για πρώτη φορά στη ζωή μου ως πελάτης και να καταλάβω τι και πώς, όσον αφορά μια έκδοση offset, ή μία digital, και ειδικά με το βαρύ πρόγραμμα που έχω αυτό ήταν λίγο tricky, μέχρι που μας δέχτηκαν στο Athens Art Book Fair κι έπρεπε να έχω το βιβλίο προς πώληση στις αρχές Οκτωβρίου. Οπότε αυτή ήταν η σπίθα να πούμε πάμε να το κάνουμε, πάμε να πούμε σε κάποιον το «ναι», πήραμε μια καλή προσφορά και το κάναμε!

Όταν έπιασα το βιβλίο «Van Of Fame» στα χέρια μου… Η συγκίνηση ήταν πάρα πολύ μεγάλη, για την ακρίβεια, όταν έπιασα όλο το βιβλίο στα χέρια μου το έπιασα χωρίς εξώφυλλο, γιατί δεν είχαμε αποφασίσει ακόμα το χρώμα, η διχρωμία υπήρχε, ότι θα ήταν δηλαδή το μαύρο και έπαιζε στο μυαλό μου αν θα το κάνω οινοπνευματί ή κάποιο άλλο χρώμα, τελικά κατέληξα στο μοβ, ίσως επειδή το πρώτο φορτηγό του Bamboo είναι μοβ, ίσως υποσυνείδητα, επειδή είχαμε ξαναδουλέψει με το μοβ στο Van Of Fame με ένα παλαιότερο merch που είχαμε κάνει, αλλά την ημέρα που πήγα στο τυπογραφείο και είχαν τυπώθει όλα τα βιβλία και ήταν σε μία παλέτα όλα μαζί, και το έπιασα και άρχισα να το ξεφυλλίζω, σαφώς και συγκινήθηκα, αλλά ένιωσα και δικαιωμένος, ότι η καταγραφή μου είχε την βαρύτητα και το βάθος, ώστε να φτάσει να γίνει βιβλίο, χωρίς να υπάρχουν και πολλές φωτογραφίες από το ίδιο βαν. Εκείνη την στιγμή, που ήμουν μόνος μου, αλλά για λίγο και με τον τυπογράφο, τον φίλο Δημήτρη, είναι μία από τις πιο πλήρεις στιγμές όλου αυτού του ταξιδιού που ξεκινάει περίπου το φθινόπωρο του 2014 και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα!

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου