Βιβλιο

O Άγγελός της - Μέρος 22ο

Μυθιστόρημα - 22ο Μέρος (22/12/23)

Ισαβέλλα Ζαμπετάκη
Μυρσίνη Ελευθερίου
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Μυρσίνη Ελευθερίου: O Άγγελός της - Μέρος 22ο

Μυρσίνη Ελευθερίου: O Άγγελός της - Ένα μυθιστόρημα σε 31+1 καθημερινές συνέχειες, προσφορά από την Athens Voice 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 38

«Ποιος ήταν λοιπόν;»

Καθώς έχουμε γυρίσει στο δωμάτιό μας και πια δεν είμαι εκτεθειμένη σε κάποιον άμεσο κίνδυνο, ο Ισμαήλ επέστρεψε στη γνωστή του συμπεριφορά, που απαγορεύει τα πολλά-πολλά, ή και οποιαδήποτε οικειότητα εδώ που τα λέμε. Εκείνη τη διόλου αγγελική συμπεριφορά. Με κοιτάζει με τα χείλη ελαφρά σφιγμένα και δεν λέει κάτι. Δεν απαντά. Μοιάζει σαν ρομπότ που το έχεις προγραμματίσει να κάνει αυτές αλλά όχι εκείνες τις δουλειές.

Μόνο που δεν συνεννοούμαστε έτσι. Και πρέπει να συνεννοηθούμε. Αν μη τι άλλο, με πήρε μαζί του, έτσι δεν είναι; Με έφερε εδώ. Δεν με έσωσε έτσι απλά, για να με παρατήσει μετά στο μέσο μιας γέφυρας. Ούτε με συνόδευσε μέχρι το σπίτι μου για να με δει να κλειδώνομαι πίσω από την πόρτα μου και να συνεχίσει μετά μόνος τις «δουλειές» του. Όχι: με πήρε μαζί του και με έφερε εδώ. Εδώ! Επομένως, έχει υποχρέωση να με ενημερώσει για τα πάντα. Άγγελος είναι, οπότε ξέρει πως δεν είμαι καμιά χαζή που θα πάει και θα αποκαλύψει τα απόκρυφα του τάγματός του από δω κι από κει, ακόμη και αν τα ήξερα. Δεν θα βγω στους δρόμους ουρλιάζοντας πως έμαθα τα μεγάλα μυστικά του σύμπαντος, ούτε θα πάω στην τηλεόραση να μιλάω για αγγέλους και δαίμονες. Το αντίθετο: μαζί μου, όλα όσα ξέρει είναι φυλαγμένα σαν να τα έχει βάλει σε θυρίδα τραπέζης.

«Πες μου», του λέω.

Και μετά, όταν εκείνος απλώς αναστενάζει λιγάκι:

«Σε παρακαλώ, Ισμαήλ…»

Νομίζω πως βλέπω ένα κομμάτι από το τείχος της άμυνάς του να τρέμει λιγάκι. Σαν να το υπονομεύουν εχθρικές δυνάμεις. Μία μικροσκοπική τριχοειδής ρωγμή ανοίγεται εκεί, και από μέσα της ξεφεύγει λίγο παλιό χώμα ανακατεμένο με αρχαία, κονιορτοποιημένα ερείπια.

Μίλησέ μου, Ισμαήλ. Είμαι μαζί σου. Είμαστε στην ίδια ομάδα.

Μίλησέ μου!

«Σε παρακαλώ…»

Και νά τος, νά τος. Μιλάει!

«Αυτός που είδες», λέει τελικά, και η καρδιά μου πιάνεται μέσα στο στήθος μου, «είναι ένας επικίνδυνος άνθρωπος».

«Άνθρωπος!» φωνάζω. «Τι άνθρωπος; Άκου εκεί άνθρωπος. Δεν είναι άνθρωπος!»

Ο Ισμαήλ σηκώνει ελαφρά το χέρι του για να σταματήσω.

«Ένας πολύ επικίνδυνος άνθρωπος», ξαναλέει. «Εξαιτίας του έφυγε από τη ζωή μία γυναίκα. Μία γυναίκα με την οποία σχετιζόταν ο αδελφός μου. Και τώρα…»

«Τώρα ο αδελφός σου ζητάει εκδίκηση!» Το αίμα βράζει μέσα στις φλέβες μου. «Θεέ μου, Ισμαήλ, δεν το πιστεύω. Τι ίντριγκα! Θα τρελαθώ. Ο… ο Βενιαμίν θέλει να εκδικηθεί τον χαμό της γυναίκας που αγαπούσε! Πόσο ταιριαστό». Ένα καμπανάκι ηχεί στα αυτιά μου. «Όμως ο φονιάς της δεν είναι άνθρωπος», του λέω. «Είναι κάτι πολύ χειρότερο και πολύ πιο επικίνδυνο. Πώς θα τα βγάλουμε πέρα μαζί του, Ισμαήλ; Ο Βενιαμίν είναι δυνατός, το ξέρω, το είδα, αλλά αυτό το… το πλάσμα είναι τρομερά επικίνδυνο. Μπορεί να τον κάψει και μόνο με το βλέμμα του. Δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει, δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, τι λες τώρα, θα καταστραφεί».

Σηκώνομαι από το κρεβάτι και αρχίζω να πηγαίνω πέρα-δώθε στο μικρό μας δωμάτιο. Ο Ισμαήλ με ακολουθεί με το βλέμμα, έτσι όπως στέκεται στο παράθυρο, κουκουλωμένος ο μισός από τη σκιά της τραβηγμένης κουρτίνας.

«Είναι τυφλωμένος», λέω. «Και θα πέσει επάνω του χωρίς σχέδιο, χωρίς οργάνωση, χωρίς καμία πραγματική πιθανότητα να κερδίσει. Το τέρας θα τον καταπιεί δίχως να χρειαστεί καν να κουνήσει το δαχτυλάκι του. Το ξέρω. Μη με ρωτάς πώς το ξέρω, αλλά το ξέρω. Ισμαήλ, πρέπει να κάνουμε κάτι, πρέπει να τον προειδοποιήσουμε. Να τον εμποδίσουμε».

Γυρίζω και τον κοιτάζω. Είμαι έτοιμη για τα πάντα. Κάτι λυγίζει μέσα του· το βλέπω.

«Ισμαήλ;…»

«Ναι», λέει, με έναν αναστεναγμό. «Ναι, πρέπει να τον εμποδίσουμε. Γι’ αυτό ήρθα, άλλωστε. Γι’ αυτό είμαι εδώ».

Τώρα μόνο καταλαβαίνω.

«Α, ώστε… ώστε αυτές είναι οι δουλειές που είχες να κανονίσεις. Μα, γιατί δεν μου το έλεγες; Τι μυστικοπάθεια είναι αυτή; Σε τι εξυπηρετεί;»

Άγγελοι: δεν μπορείς να τους έχεις εμπιστοσύνη.

«Είναι πράγματα που δεν καταλαβαίνεις…» αρχίζει να μου λέει.

«Α! Το γνωστό τροπάρι, σωστά; Είσαι άντρας και τα ξέρεις καλύτερα από μένα — αυτό θέλεις να μου πεις; Δεν σ’ τα ’παν καλά, Ισμαήλ μου.Δεν σ’ τα ’παν καθόλου καλά». Στέκομαι μπροστά του, με τα χέρια στη μέση. Αισθάνομαι πιο δυνατή από ποτέ. «Έπρεπε να ήξερα από την αρχή», λέω. «Όφειλες να μου το πεις. Αλλά εσύ με άφησες να σκέφτομαι εντελώς άσχετα πράγματα. Με παραπλάνησες. Με…» Σταματώ, με ένα ρουθούνισμα. «Αλλά, έστω και έτσι, θα κάνουμε το χρέος μας», λέω μετά. «Θα τον εμποδίσουμε να κάνει αυτό που έχει στο μυαλό του και θα κάνουμε το σωστό. Μην ανησυχείς, Ισμαήλ. Θα τον προστατέψουμε».

Ο Ισμαήλ κουνάει απαλά το κεφάλι του. Ο καλός μου φύλακας-άγγελος άγγελος συμφωνεί. Κάτι είναι κι αυτό, δεν πρέπει να έχω παράπονο.

«Ναι», λέει τελικά. «Αυτό θα γίνει».

«Και όχι μόνο», του λέω.

Μία παύση.

«Τι εννοείς;» ρωτάει.

«Τι “τι εννοώ”, Ισμαήλ; Αυτό που κατάλαβες εννοώ».

«Δεν κατάλαβα τίποτε».

«Μια χαρά κατάλαβες», λέω.

«Και όμως».

Ξεφυσάω.

«Θα κάνουμε το σωστό», του εξηγώ.

«Ποιο είναι το σωστό;»

«Δεν θα τον εμποδίσουμε απλώς να πάρει εκδίκηση για το κορίτσι τουχωρίς σχέδιο, χωρίς οργάνωση, χωρίς καμία πιθανότητα να κερδίσει. Θα πάρουμε εκδίκηση όλοι μαζί».

Νιώθω σαν να πετάω κατακόρυφα προς τα κάτω. Σαν να κάνω ένα πελώριο μπάντζι-τζάμπινγκ. Είναι υπέροχη αίσθηση. Με γεμίζει ζωή.

«Θα βγάλουμε από τη μέση τον απαίσιο εκείνο σατανά και οι τρεις μαζί, Ισμαήλ. Αυτό θα κάνουμε».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 39

Η ζωή μου, αυτή η νέα, ολοκαίνουργια ζωή, έχει αποκτήσει πλέον νόημα και στόχο. Δηλαδή έγινε πραγματική ζωή. Είμαι σίγουρη πως αυτό ισχύει για τις ζωές όλων μας. Αν τις περνάμε μέσα σε ένα τέλμα, μοιάζουν περισσότερο με κάτι πιο κοντά στον θάνατο. Χρειάζεται ένας στόχος, χρειάζεται ένα κίνητρο: να μεγαλώσεις ένα παιδί, να βγάλεις λεφτά, να μάθεις να τρως τόφου, να ζωγραφίσεις έναν καλύτερο πίνακα από όλους σου τους προηγούμενους. Δεν έχει σημασία τι. Ό,τι θες. Μέχρι τώρα, αυτό το ένα μόλις εικοσιτετράωρο, δεν ζούσα στ’ αλήθεια — απλώς κοιτούσα το τρένο της ζωής να περνά από μπροστά μου με όλα του τα χιλιάδες βαγόνια. Τώρα επιτέλους επιβιβάστηκα κι εγώ.

Πόσο μ’ αρέσει το μελό! Πόσο μου αρέσει ο γλυκασμός του ρομαντισμού!

Τρένα, βαγόνια, και η ζωή! Α, η ζωή. Πόσο όμορφα ακούγονται όλα ετούτα στα αυτιά μου.

Εμπρός για να γράψουμε ένα τραγουδάκι που θα μας εμψυχώσει και θα μας παρακινεί. Εμπρός να πιαστούμε όλοι χέρι-χέρι και να προχωρήσουμε μπροστά. Εμπρός!

Και εμπρός να δείξουμε στο κάθαρμα με τα μάτια από κάρβουνο ότι δεν μπορεί να τα βάλει μαζί μας όταν είμαστε ενωμένοι.

Γιατί αυτός είναι ο στόχος της ζωής μου πλέον, αυτής της νέας και ολοκαίνουργιας: να σβήσουμε εκείνα τα μάτια από κάρβουνο.

Να σκοτώσουμε τον σατανά που μας παρακολουθεί από την αρχαία λιμουζίνα του.

Χα! Τα ’βαλες με τους λάθους εχθρούς, Κοκκινομάτη!

Φυσικά, δεν είπα τίποτε από όλα αυτά στον Ισμαήλ. Δεν του είπα ούτε για στόχους, ούτε για τους θούριους που έπρεπε να γράψουμε και να τραγουδάμε, ούτε για άλλα τέτοια παλαβά. Δεν θα διακινδύνευα τον θυμό του, ούτε το ενδεχόμενο να με δέσει χειροπόδαρα για να μην ανακατευτώ στις δουλειές του και στα ενδοοικογενειακά του. Ό,τι είπα ήταν ήδη αρκετό. Βασικά, ήταν πολύ παραπάνω από αρκετό, αν μπορώ να κρίνω από το πώς αλάφιασαν τα μάτια του όταν του δήλωσα ότι, απλούστατα έπρεπε να βγάλουμε από τη μέση εκείνον τον σατανά. Αλλά και τι να έλεγα; Ήταν φανερό τι έπρεπε να κάνουμε. Έχω ήσυχη τη συνείδησή μου. Και η καρδιά μου είναι ήρεμη και προσηλωμένη στη δουλειά της. Όπως και το στομάχι μου στη δικιά του.

«Πεινάω», του λέω.

Με κοίταξε ξανά αλαφιασμένος, καθώς δεν είχαν περάσει πάνω από τρεις ώρες, ή κάτι τέτοιο, από την ώρα του πρωινού.

«Τρώω πάντα δεκατιανό», του εξηγώ. «Και, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, η ώρα πάει έντεκα, οπότε το δεκατιανό μου πάει, χάθηκε».

Δεν κατάλαβε το αστείο μου. Δεν πειράζει.

«Περίμενέ με κάτω», του λέω. «Θα κάνω ένα γρήγορο ντους — δεν θα μου πάρει πάνω από δέκα λεπτά σύνολο. Μόνο…» Κάνω μία παύση και τον κοιτάζω χαμογελώντας του. Είναι όμορφος· είναι ένα όμορφο αγόρι, κατά βάθος. «Μόνο διάλεξέ μου μια καινούργια μπλούζα, ναι; Από το απόθεμα του ξενοδοχείου. Και ένα παντελόνι. Κάτι όχι πολύ στενό, σε παρακαλώ».

Του κλείνω το μάτι και, κάνοντας μεταβολή, μπαίνω στο μπάνιο του δωματίου μας. Δεν φοβάμαι πια αυτά που κρύβονται εδώ μέσα. Στ’ αλήθεια δεν τα φοβάμαι. Δεν θα τα φοβηθώ ούτε όταν γεμίσει ατμούς ο τόπος από το καυτό νερό.

Στέκομαι μια στιγμή και κοιτάζω ολόγυρα, καθώς έχω ξεντυθεί και ανοίγω το νερό. Κάτι πάει στραβά με το μπάνιο. Δεν έχω ιδέα τι, αλλά… ναι, κάτι πάει στραβά.

Αποφασίζω να μην κάνω καυτό ντους αυτή τη φορά. Μεγάλο κορίτσι είμαι, θα το αντέξω το κρύο νερό. Ή, το πολύ-πολύ, να το κάνω χλιαρό. Σαν εμένα. Σαν την παλιά εμένα.

Γιατί καμιά φορά είναι καλύτερο να αποφεύγεις τους ατμούς, την ομίχλη και τις σκιές. Ποτέ δεν ξέρεις τι εκπλήξεις μπορεί να σου ετοιμάζουν. Κι εγώ δεν θέλω άλλες εκπλήξεις. Θέλω μόνο να έχω καθαρό μπροστά μου τον στόχο μου. Τον λόγο που ζω.

Την εξόντωση του τέρατος με τα μάτια από κάρβουνο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 40

Κάνοντας το γρήγορο ντους μου για να βγάλω εκείνη την ιδέα θειαφιού που είχε κολλήσει πάνω στο δέρμα μου όσο το αυτοκίνητο του τέρατος βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής από τους δυο μας και μας κατασκόπευε, έκανα τη σκέψη πως ο Ισμαήλ κατά πάσα πιθανότητα θα επέλεγε να φύγει, να κρυφτεί, να προδώσει τη συμμαχία μας. Γιατί αυτός ήταν ο τρόπος του να χειρίζεται τέτοιες καταστάσεις, τέτοιος ήταν ο χαρακτήρας του. Τις ίδιες, άκρως αγχωτικές σκέψεις έκανα και όσο ντυνόμουν με τα καινούργια μου ρούχα — φυσικά, η γκαρνταρόμπα του ξενοδοχείου (τι ψέμα, Θεέ μου!) ήταν ανεξάντλητη. Αυτή τη φορά ο άγγελός μου είχε επιλέξει ένα λινό παντελόνι στο χρώμα της άμμου, φαρδύ και σε εξερευνητικό στιλ, με ένα αμάνικο μπλουζάκι σε λίγο πιο ανοιχτόχρωμη απόχρωση, μαζί με ένα φουλάρι που έδεσα στον λαιμό μου καλύπτοντας και το στήθος. Στον τοίχο υπήρχε κρεμασμένο σε ένα κρεμαστάρι-αντίκα ένα ψαθάκι και μία ασορτί τσάντα ώμου, ενώ ακριβώς από κάτω με περίμεναν ένα ζευγάρι σανδάλια. Voilà! Το ξενοδοχείο μας στην υπηρεσία σας.

Ντυμένη σαν εξωτική κατάσκοπος, και με την καρδιά μου πιασμένη στο ενδεχόμενο αυτά να ήταν τα δωράκια του πριν την διά παντός εξαφάνισή του, κατεβαίνω τις σκάλες, διασχίζω το χολ της άδειας ρεσεψιόν και βγαίνω στον δρόμο, μισή ώρα προτού οι καμπάνες και τα ρολόγια του Δήμου χτυπήσουν μεσημέρι — όχι ότι υπήρχαν καμπάνες, βέβαια, στο χωριό· ή ρολόγια του Δήμου.

Και, ναι, είναι εκεί, φορώντας τα ίδια αγγελικά του ρούχα, ή κάποια άλλα, πανομοιότυπα, που ποιος ξέρει με τι μαγικούς τρόπους υλοποιεί κάθε φορά μέσα από τον αέρα. Μα δεν με νοιάζει τι κάνει και πώς το κάνει. Με νοιάζει που είναι εδώ. Που είμαστε μαζί. Που δεν θα μας χωρίσει τίποτε, και που όλοι μαζί —εγώ, αυτός, ο Βενιαμίν— θα αγωνιστούμε ενάντια στο…

Τι είναι;

Μια κίνηση, ένας στροβιλισμός και ένας αλλόκοτος ήχος μαζί με αναγκάζουν να στριφογυρίσω γύρω από τον εαυτό μου και να χάσω την ισορροπία μου, δέκατα του δευτερολέπτου πριν ο Ισμαήλ με αρπάξει στα χέρια του και με ξανασηκώσει όρθια, την ίδια στιγμή που ο θόρυβος από κάτι σαν έκρηξη κάνει την ήδη αναστατωμένη μου καρδιά να χτυπήσει δύο φορές απανωτά μέσα στο στήθος μου, σαν φυλακισμένος που βλέπει να έχει πιάσει φωτιά στο κελί του και θέλει —μάταια— να ξεφύγει.

Ενώ ο Ισμαήλ με πιάνει σφιχτά και με κρατά όρθια, κι ενώ ακόμη δεν είμαι σε θέση να δώσω εντολή στα πόδια μου να πάψουν να τρέμουν και να με στηρίξουν επιτέλους, βλέπω το μηχανάκι που πήγε να με πατήσει να έχει φτάσει στη γωνία και να στρίβει, μέσα σε ένα σύννεφο από καπνούς και σκόνη, με την κομμένη εξάτμισή του να βγάζει ακόμη έναν ήχο σαν από έκρηξη ή σαν πυροβολισμό.

«Θα με… θα με σκότωνε…» ψελλίζω, και νιώθω τα δάχτυλά του αγγέλου μου να σφίγγουν πιο γερά τους ώμους μου — για δεύτερη φορά μέσα σε μόλις μία ώρα. Ρεκόρ.

«Συγγνώμη», είπε. «Εγώ φταίω. Δεν σκέφτηκα πως…»

Σταματάει.

«Τι;» λέω. «Τι δεν σκέφτηκες;»

Σφίγγει το στόμα του και δεν μου απαντά. Είναι φανερά οργισμένος με αυτό το απρόοπτο που συνέβη δυο βήματα όλα κι όλα έξω από το ξενοδοχείο μας, αν και προσπαθεί να μου το κρύψει.

«Τι;» επαναλαμβάνω. «Ποιος ήταν, Ισμαήλ; Τι συνέβη;»

Δεν ήταν ένας ασυνείδητος νεαρός λοιπόν; Δεν ήταν ένας έφηβος πλημμυρισμένος αδρεναλίνη; Κάποιος που στην επόμενη στροφή θα έτρωγε τα μούτρα του στην παλιά άσφαλτο; Γιατί δεν μιλάς, Ισμαήλ;

«Ποιος ήταν; Ο…; Ήταν ο…;»

Νεύει ανεπαίσθητα, αλλά κατανοητά.

«Αυτός», λέει μετά. «Δεν ήθελαν να σε σκοτώσουν. Αν ήθελαν πράγματι κάτι τέτοιο, θα το έκαναν διαφορετικά. Ήταν μια προειδοποίηση απλώς».

Ανατριχιάζω ολόκληρη.

«“Απλώς”;»

«Καταλαβαίνεις πώς το εννοώ. Αλλά και πάλι… συγγνώμη».

«Τι συγγνώμη; Δεν χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη. Άλλωστε, τι μπορούσες να κάνεις;» του λέω. Ένας πονοκέφαλος φουντώνει στο κεφάλι μου, αλλά ευτυχώς φεύγει αμέσως. Τουλάχιστον το ελπίζω.

«Πολλά». Σφίγγει τα χείλη. «Θα προσέχω περισσότερο από εδώ και πέρα. Δεν θα ξαναδημιουργηθεί τέτοιο επεισόδιο. Έχεις τον λόγο μου».

Του χαμογελάω, αν και κουρασμένα, γιατί μού αρέσει που δεν τα κατάφερε αυτή τη φορά. Ξέρω, ακούγεται χαζό εκ μέρους μου — μα δεν είναι. Καμιά φορά, δεν θέλεις να είναι παντοδύναμος ο φύλακας-άγγελός σου. Καμιά φορά, σου αρκεί να είναι κάπως… κάπως ευάλωτος· κάπως ανθρώπινος. Είναι πράγματα κι αυτά που μπορούν να σε προστατεύσουν ή να σε γλιτώσουν από το κακό, ίσως με την ίδια ακριβώς αποτελεσματικότητα που θα το έκανε ένα σώμα με ηράκλεια δύναμη ή δυο φτερωτά πόδια — ή ένα όμορφα γραμμωμένο χέρι που βαστά ένα θεϊκό σπαθί, έτοιμο να βγάλει φλόγες για να κατακάψει τους εχθρούς σου. Ο καθένας μας είναι ελεύθερος να εκτιμήσει καλύτερατις ικανότητες του αγγέλου του, υποθέτω. Και το τι θέλουμε στ’ αλήθεια κάθε φορά. Εγώ ήθελα τον δικό μου άγγελο λίγο πιο χθόνιο. Λίγο πιο κοντά σε μένα. Λίγο πιο χθόνιο. Λίγο λιγότερο άγγελο.

«Το ξέρω», του λέω. «Και το εκτιμώ τρομερά. Τόσο πολύ, που, αν έπινες, θα σε κερνούσα τώρα δα ένα ποτό για να το ξεπεράσεις. Για να ξεπεράσεις τη στενοχώρια σου, εννοώ. Και θα έπινα κι εγώ ένα, για να ξεπεράσω το σοκ από το παρολίγον “δυστύχημα”». Του κλείνω το μάτι, του χαμογελάω ξανά, και του τινάζω έναν αόρατο κόκκο σκόνης από το μανίκι του. Το θέλω εκείνο το ποτό, αν και νομίζω πως είμαι καλά πια. Μου πέρασε η ταραχή. Και ο πονοκέφαλος. Και νομίζω ότι τον αγαπάω πάλι. Λιγάκι. «Άντε, τι λες; Πάμε να τα κεραστούμε; Μπορώ να σε βοηθήσω εγώ με το δικό σου αν εσύ το βρίσκεις πολύ δυνατό. Έχω την εντύπωση ότι γίνομαι εξπέρ σ’ αυτό. Και μου έχει περάσει τελείως το χανγκόβερ από το χθεσινό μεθύσι».

«Το ξέρω ότι μπορείς, και φαίνεται πολύ καλά ότι σου πέρασε», λέει, και με κάνει να κοκκινίσω. Αν και όχι πολύ έντονα. Δεν χρειάζεται να ντρέπεται κανείς αν απλώς είναι αυτό που είναι, ειδικά αν έχει αργήσει μια ζωή να καταλάβει τι ήταν στ’ αλήθεια.

«Πάμε τότε», του λέω και τον πιάνω αγκαζέ. «Πάμε να βρούμε το πιο κουλ μπαρ σε όλο το χωριό. Πρέπει να έχει πολλά, είμαι σίγουρη», συμπληρώνω βγάζοντας την άκρη της γλώσσας μου έξω, κάτι που κάνω μάλλον για πρώτη φορά στη ζωή μου από τότε που ήμουν πέντε χρονών. Ή τεσσάρων.

«Όχι».

«Τι όχι;» Τι έγινε πάλι; Και γιατί η καρδιά μου έκανε μόλις ένα κρακ;

Ο Ισμαήλ σφίγγει πάλι το σαγόνι του. Θα το σπάσει καμιά μέρα έτσι που το πάει.

«Έχουμε μία συνάντηση», λέει.

Μυρσίνη Ελευθερίου: O Άγγελός της - Μέρος 22ο

Μυρσίνη Ελευθερίου – «Ο Άγγελός της»: Διαβάστε εδώ το μυθιστόρημα σε 31+1 καθημερινές συνέχειες που θα ολοκληρωθεί την Πρωτοχρονιά.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ