Βιβλιο

Tι ακριβώς κάνει ο Στέφανος Ξενάκης στις φυλακές Κορυδαλλού;

Ο συγγραφέας του «8 μέρες μέσα» μιλάει στην ATHENS VOICE

Σπήλιος Λαμπρόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 879
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Με τον Στέφανο Ξενάκη για μια ομιλία στις φυλακές Κορυδαλλού. Το νέο του βιβλιο «8 μέρες μέσα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Key Books

Παρουσίαση καινούργιου βιβλίου; Σίγουρα όχι. Κοινωνική προσφορά; Μα δεν πρόκειται για κάτι μαζικό που καταγράφεται κάπου. Ευκαιρία για προβολή; Δεν υπάρχει καμία κάμερα τριγύρω… Άρα, τι ακριβώς κάνει ο Στέφανος Ξενάκης στις φυλακές Κορυδαλλού; Το εύκολο αστειάκι θα ήταν ότι δεν έχει ξεμπερδέψει με τη Δικαιοσύνη, αλλά εκτός του ότι ούτε η ανυπόστατη διαπόμπευση ενός ανθρώπου ειδικά, ούτε οι φυλακές γενικά προσφέρονται για αστεία, ο συγγραφέας του «8 μέρες μέσα» βρίσκεται εδώ οικειοθελώς. Χωρίς όμως να ξέρει ακριβώς τι τον περιμένει…

Τετάρτη απόγευμα. Κορυδαλλός. Έξω από τις αντρικές φυλακές περιμένω μπροστά στην πρώτη από τις δεκάδες πόρτες που θα ανοίξουν και θα κλείσουν ερμητικά πίσω μου τις επόμενες ώρες. Είμαι εδώ μαζί με τον Στέφανο Ξενάκη για να παρακολουθήσω μία ομιλία του στους υπόδικους που εκτίουν μέρος της ποινής τους στις συγκεκριμένες φυλακές – τις μεγαλύτερες της χώρα, καθώς έχουν «δυνατότητα φιλοξενίας» 1.900 ατόμων.
Μπαίνουμε μέσα και ξεκινά ο απαραίτητος έλεγχος. Αφήνουμε κινητό και κάθε άλλη ηλεκτρονική συσκευή στον φρουρό της υποδοχής. Απαγορεύονται τα τηλέφωνα, οι φωτογραφικές μηχανές και οτιδήποτε μπορεί να έχει επαφή με τον «έξω κόσμο».
Γίνεται διασταύρωση στοιχείων, ελέγχονται ταυτότητες και περνάμε στον εσωτερικό χώρο.
Η σημερινή εκδήλωση έχει υποβληθεί ως πρόταση, εξεταστεί και εγκριθεί εδώ και πολλές εβδομάδες. Η πρωτοβουλία ήταν του Στέφανου Ξενάκη, με αφορμή τη σχετικά πρόσφατη εμπειρία του στο κρατητήριο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, όπου οδηγήθηκε λόγω οικονομικών εκκρεμοτήτων της εταιρίας του που είχε πτωχεύσει πριν από οκτώ χρόνια και έπειτα από 18 χρόνια λειτουργίας. Οι 21 ποινές που είχαν εκδικαστεί θα συγχωνεύονταν και το δικαστήριο θα όριζε μία εξαγοράσιμη τιμή βάσης. Ο συγγραφέας το αμέλησε («εγκληματικά», όπως παραδέχεται ο ίδιος), με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να βρεθεί στο κρατητήριο για οκτώ μέρες, «μέρες που άλλαξαν για πάντα τη ζωή μου», όπως σημειώνει στο βιβλίο του «8 μέρες μέσα», που κυκλοφόρησε στις 8 Ιουνίου από τις εκδόσεις Key Books.

Η εκκρεμότητα πλέον έχει διευθετηθεί – η εμπειρία όμως σημάδεψε για πάντα τον συγγραφέα που, μόλις αποφυλακίστηκε, δεσμεύτηκε στον εαυτό του για δύο πράγματα: πρώτον, ότι θα έγραφε οπωσδήποτε αυτό το βιβλίο, καθώς αντιλήφθηκε, αισθάνθηκε, σκέφτηκε, ζύγισε, εκτίμησε πράγματα που δύσκολα θα μπορούσαν υπό άλλες συνθήκες να τον είχαν απασχολήσει. Και δεύτερον, ότι «θα μιλάω πολύ πιο συχνά σε φυλακές. Όπου πηγαίνω ανά την Ελλάδα, πέρα από τις ομιλίες, θα επιδιώκω να επισκέπτομαι και να μιλάω και σε φυλακισμένους, αφού πρώτα έχω πάρει τις κατάλληλες άδειες. Βρέθηκα στην πτέρυγα με τους κρατούμενους για “ελαφριά” ζητήματα (οικονομικής φύσης – χρήση και όχι εμπορία ναρκωτικών κ.ά.). Όλες αυτές τις μέρες έκανα συζητήσεις με πολλούς συγκρατούμενους. Πλέον βλέπω πολύ περισσότερο τον άνθρωπο πίσω από τον χαρακτηρισμό, ενώ παλιά δεν το έκανα. Στις κουβέντες που γίνονταν, τα θέματα ήταν πάντοτε τα ίδια: κακοποιητικοί γονείς, ακατάλληλες παρέες, τεράστια συναισθηματικά κενά, κακές συνήθειες, έλλειψη εσωτερικής γνώσης και επίγνωσης για τα βαθιά θέματα της ζωής, έλλειψη αυτοεκτίμησης και πολλά ακόμη…»

Η πρώτη ομιλία σε σωφρονιστικό ίδρυμα είναι γεγονός και μαζί με τον συγγραφέα μπαίνουμε σε διαδρόμους όχι ιδιαίτερα ευήλιους και σίγουρα όχι ευάερους. Στους τοίχους βλέπουμε μικρά αφισάκια που επικοινωνούν τη σημερινή ομιλία – ανοιχτή σε κάθε ενδιαφερόμενο. Πόρτες κλείνουν πίσω μας καθώς προχωράμε. Οδηγούμαστε σε ένα μικρό αμφιθέατρο, που μαθαίνουμε ότι έχει μόλις ολοκληρωθεί, και η σημερινή είναι μόλις η δεύτερη εκδήλωση που φιλοξενεί. Μας υποδέχεται ο Κώστας, ένα νέο παιδί με ζεστό χαμόγελο που προσπαθεί να τους συντονίσει όλους. Σιγά σιγά η αίθουσα γεμίζει. Οι περισσότεροι είναι νέοι, 25-35, υπάρχουν και κάποιοι 40άρηδες και μόνον ένας δύο μεγαλύτεροι. Τα πρόσωπα είναι καθαρά, κανείς δεν φαίνεται ταλαιπωρημένος, κάποια βλέμματα μόνον μαρτυρούν μια κούραση καθαρά ψυχολογική ή μια συγκρατημένη απογοήτευση. Μερικοί βρίσκονται εδώ επειδή δηλώνουν ότι δεν θέλουν να χάνουν καμία πολιτιστική δράση, κάποιοι άλλοι –λίγοι βέβαια– γνώριζαν το συγγραφέα, 5-6 ήρθαν από περιέργεια, κάποιοι άλλοι «επειδή δεν είχαμε κάτι καλύτερο να κάνουμε».

Ο Ξενάκης ανεβαίνει στη μικρή σκηνή και συστήνεται. Εξηγεί με ποια αφορμή βρέθηκε εδώ. Ξεκαθαρίζει ότι η εμπειρία του δεν συγκρίνεται με τα όσα έχουν ζήσει οι περισσότεροι από το ακροατήριο. Παρόλο που στον Κορυδαλλό βρίσκονται μόνον υπόδικοι ή προφυλακιστέοι και όχι κατάδικοι (με κάποιες εξαιρέσεις για εκπαιδευτικούς ή άλλους ειδικούς λόγους), κάποιοι είναι χρόνια μέσα. Οι οκτώ δικές του μέρες στο κρατητήριο προφανώς είναι διαφορετική εμπειρία. Είχαν όμως κάτι κοινό: και εκείνος ξαφνικά στερήθηκε πράγματα που θεωρούσε δεδομένα. Βρέθηκε μακριά από τα αγαπημένα του πρόσωπα. Δεν είχε πρόσβαση στο Διαδίκτυο ή άμεση ενημέρωση για το τι συμβαίνει στον κόσμο. Ακολουθούσε πρόγραμμα που όριζε άλλος για εκείνον. Έτρωγε φαγητό που δεν διάλεγε ο ίδιος. Τα σημαντικότερα… υπάρχοντά του ήταν τα εμφιαλωμένα νερά, έστω ζεστά, το χαρτί υγείας, οι τηλεκάρτες και, αν κάπνιζε, τα τσιγάρα. Αλλά το πιο σημαντικό όλων ήταν οι «συγκελίτες» του, όπως ακούμε κάποιον να λέει. Οι άνθρωποι που βρίσκονται δίπλα του, κοιμούνται μισό μέτρο πιο κάτω από το δικό του κρεβάτι, ξυπνάνε μαζί του και του λένε καλημέρα. Οι μόνες καλημέρες που ακούει για όσο διάστημα είναι «μέσα».

Ο Ξενάκης δεν είναι εδώ για να «προωθήσει» τα βιβλία του – οι φυλακές δεν είναι παρθένος αγορά. Δεν είναι καν αγορά. Οι εκδότες του, Βλάσης Μαρωνίτης και Βασίλης Βάρδακας, που είναι μαζί μας, δεσμεύονται ότι τα βιβλία του, μαζί με άλλα βιβλία των εκδόσεών τους, θα σταλούν δωρεάν σε όσο το δυνατόν περισσότερες βιβλιοθήκες ιδρυμάτων, ώστε να συγκροτηθούν Λέσχες Ανάγνωσης: όποιος θέλει, να μπορεί να τα διαβάζει. Χωρίς ουρές για αυτόγραφα. Χωρίς χειρόγραφες αποδείξεις ή pos συσκευές. Έπειτα από αυτή την υπόσχεση, ο Ξενάκης, ίσως για πρώτη φορά με κάτι που θα μπορούσε κανείς να ανιχνεύσει και ως «τρακ», εξηγεί ότι καταλαβαίνει πώς νιώθουν οι κρατούμενοι.

«Ένας φίλος θεραπευτής λέει ότι το τραύμα το νιώθεις όταν βγεις από την εντατική. Τότε καταλαβαίνεις τα κόκαλα που έσπασαν, όταν θα έχει τελειώσει η δράση των παυσίπονων. Στη δική μου περίπτωση και στην περίπτωση της οικογένειάς μου το τραύμα είναι τεράστιο, λόγω της υπερβολικής δημοσιότητας, η οποία ως συνήθως ήταν από ελλιπής έως ψευδής. Είναι άλλο ένας επιχειρηματίας να μην τα καταφέρει στο τέλος μετά από 17 έντιμα χρόνια κι άλλο να παρουσιάζεται ως κατ’ εξακολούθηση απατεώνας. Το τραύμα για τα παιδιά μου ήταν και είναι επίσης τεράστιο, όταν “ο μπαμπάς έχει πάει φυλακή” και το έχει μάθει όλη η Ελλάδα. Μπροστά σε όλη αυτή την πρωτοφανή ανθρώπινη ζημιά, το οικονομικό και το επαγγελματικό ουδόλως με απασχόλησε. Ακόμα και αυτήν την εμπειρία όμως προσπάθησα να την αντιμετωπίσω ως ένα απρόσμενο sabbatical. Φέτος δεν ήταν στο πρόγραμμα να βγάλω νέο βιβλίο – αυτό ήταν προγραμματισμένο για του χρόνου. Αλλά από την πρώτη μέρα ένιωσα ότι έπρεπε να γράψω κάτι – κι ας μην είχα εκεί τα γυαλιά μου, τα σημειωματάριά μου και το στυλό μου. Έπρεπε να γράψω. Το βιβλίο το έγραψα, λοιπόν, για μένα και την ψυχή μου. Θα το έγραφα ακόμη κι αν θα ήμουν ο μόνος που θα το διάβαζε».

Ο Ξενάκης μιλάει απλά. Δεν μνημονεύει αποφθέγματα αγαπημένων του συγγραφέων, όταν μιλά σε πρώτο πρόσωπο φροντίζει να μην απομακρύνεται από την ψυχοσύνθεση ενός φυλακισμένου. Αναφέρεται με ζεστά λόγια στους συγκελίτες του, αυτούς που τον βοήθησαν να διαχειριστεί την καθημερινότητα τού εγκλεισμού και τους οποίους ξεκαθαρίζει ότι δεν θα ξεχάσει ποτέ.

Κοιτάω τριγύρω. Διακρίνω ακόμα και τους πιο καχύποπτους και επιφυλακτικούς να μαλακώνουν. Συνειδητοποιώ ότι είμαστε στις φυλακές Κορυδαλλού, σε μία αίθουσα χωρίς φυσικό φως και χωρίς να υπάρχει κάποιος φύλακας να εποπτεύει. Παράλληλα, όμως, κανείς μας δεν νιώθει έστω δυνητικά απειλούμενος. Αντίθετα, συμβαίνει κάτι που σίγουρα δεν ήταν στο πρόγραμμα: ο Ξενάκης σταματάει να μιλά και τον λόγο παίρνει ένας από το κοινό, ο Βαγγέλης: «Πιθανότατα θα περιμένετε να ξεκινήσω να σας λέω ότι είχα ζόρικα παιδικά χρόνια, ότι μεγάλωσα σε μία δυσλειτουργική οικογένεια. Δεν είναι έτσι όμως. Δεν βρέθηκα εδώ επειδή φταίει κάποιος άλλος – αντίθετα, η οικογένειά μου μου παρείχε όλα όσα χρειαζόμουν στα Χανιά όπου μεγάλωσα. Αγάπη, σταθερότητα, σιγουριά, ασφάλεια. Εγώ έκανα τις λάθος επιλογές. Τη μία μετά την άλλη.
»Ευκαιρίες είχα. Αλλά τις προσπέρασα. Πρώτη φορά μπήκα φυλακή το 1999. Δυστυχώς, έκτοτε ξαναμπήκα – και για πιο σοβαρούς λόγους από τους αρχικούς. Δεν μου έχει μείνει πολύς καιρός ακόμα για να εκτίσω την ποινή μου.
»Δεν θέλω να ξαναγυρίσω ποτέ. Το έχω πάρει το μάθημά μου. Θέλω να ξαναδώ τα παιδιά μου από κοντά, έχω τέσσερα από δύο γάμους. Και, το κυριότερο, να μη στενοχωρήσω ποτέ ξανά τον πατέρα μου, να πηγαίνω για πεζοπορία μαζί του στο βουνό και να μην τον βλέπω ανήσυχο. Είμαι 48 ετών, έχω 19 χρόνια διαφορά από τον πατέρα μου – όσα και από τον μεγάλο μου γιο…»

Πλέον έχουν σταματήσει τα «πηγαδάκια» στη γαλαρία και όλοι προσέχουν – οι περισσότεροι σηκώνουν το χέρι για να πάρουν τον λόγο. Ο Ξενάκης δεν θα ξαναμιλήσει, παίρνει απλώς τον ρόλο του συντονιστή και ακούει. Δεν διακόπτει, κάνει μόνον καίριες ερωτήσεις και δίνει κατευθύνσεις χωρίς να πιέζει κανέναν. Όλοι έχουν μία ιστορία να μοιραστούν – υπάρχουν και παράπονα, αλλά πολύ περισσότερη αυτοκριτική.

Ο Κώστας μάς εξηγεί γιατί η σημερινή επίσκεψη είναι σημαντική για τον ίδιο και τους υπόλοιπους στο αμφιθέατρο: «Στη φυλακή, αν δεν απασχοληθείς με κάτι δημιουργικό, δεν υπάρχει κάτι άλλο να κάνεις πέρα από το να πιάσεις την κουβέντα με άλλους κρατούμενους. “Γιατί μπήκες μέσα; Τι έκανες; Πόσα έβγαζες τον μήνα;” Και γρήγορα σκέφτεσαι πώς θα βγάλεις περισσότερα, όταν με το καλό βγεις. Δηλαδή πώς θα επαναλάβεις τις ίδιες παρανομίες, αλλά “αυτή τη φορά καλύτερα”. Και, φυσικά, αργά ή γρήγορα καταλήγεις πάλι μέσα. Εγώ έβγαζα πάνω από χίλια ευρώ την εβδομάδα και αν μου έλεγες να πάω να δω μία θεατρική παράσταση ή να διαβάσω ένα βιβλίο, θα σου απαντούσα ότι είσαι τρελός – τι να τα κάνω; Τώρα όμως είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να μου συμβεί και είμαι ευγνώμων στις ιδιωτικές πρωτοβουλίες που μας παρέχουν αυτές τις δυνατότητες. Εδώ μέσα ζωγράφισα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Φτιάξαμε τέσσερις ταινίες μικρού μήκους. Ασχοληθήκαμε με χειροτεχνίες. Μάθαμε τι σημαίνει η λέξη “εικαστικά”. Κάναμε βασικά μαθήματα μαγειρικής. Όποιος θέλει μπορεί να παρακολουθήσει μαθήματα αγγλικών.

»Βρεθήκαμε να μοχθούμε για όλα όσα κάποτε κοροϊδεύαμε – γιατί καταλαβαίνουμε ότι για να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη, πρέπει να αλλάξουμε. Και για να αλλάξει κανείς, χρειάζεται κίνητρα. Εκδώσαμε και ένα βιβλίο με την ιστορία του κυρίου Ευάγγελου, του “γυμνασιάρχη” μας, όπως τον λέμε. Με όποιον κρατούμενο μιλήσεις, θα σου πει ότι βρίσκεται αδίκως μέσα. Δεν ισχύει όμως – όλοι κάτι κάναμε».

Αυτό δίνει τη σκυτάλη στον Δημήτρη που μας εξηγεί ότι «δεν είναι τόσο δύσκολο να βρεθείς πίσω από τα σίδερα. Πόσοι δεν έχουν βρεθεί κάποια στιγμή στη ζωή τους με δύο γραμμάρια πάνω τους για να γιορτάσουν κάτι ή για να περάσουν καλά το βράδυ με τους φίλους τους; Σκεφτείτε το λίγο – εσείς δεν το κάνατε ποτέ; Κι όμως, αν τύχει και σε πιάσουν με δύο γραμμάρια μπορεί να “φας” 23 μήνες. Και να βρεθείς εδώ, ενώ νόμιζες ότι η ζωή ήταν δική σου και ανοιγόταν μπροστά σου…»

Κάποιοι είναι μέσα 23 μήνες, κάποιοι είναι 23... χρόνια – τον λόγο παίρνει ο Βασίλης. Μας εξηγεί ότι μπαινοβγαίνει στις φυλακές 25 χρόνια. Τα τελευταία επτά από αυτά βρίσκεται στον Κορυδαλλό, καθώς μόνον από εκεί είχε την ευκαιρία να πάρει πτυχίο από το Πολιτικό της Νομικής και, στη συνέχεια, να ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό του στην Εγκληματολογία. «Νομίζω ότι με 25 χρόνια… εμπειρίας, είμαι ο πλέον κατάλληλος να αξιολογήσω το σωφρονιστικό σύστημα. Και σας βεβαιώνω πως είναι δομημένο λάθος. Το βασικό που κάνει σήμερα κατά κανόνα ένας φυλακισμένος είναι να βελτιώσει την τεχνική του στις παράνομες δραστηριότητες. Είμαι αυτοδίδακτος ληστής τραπεζών, αλλά τα τελευταία χρόνια κατάλαβα ότι όλο αυτό δεν είχε νόημα.
»Ένιωσα πως αξίζω κάτι καλύτερο και αποφάσισα μόνος μου να… αυτοβελτιωθώ.
»Ξεκίνησα παίρνοντας απολυτήριο Λυκείου με 19,9, καθώς δεν είχα τελειώσει το σχολείο και, παρά τα όποια προβλήματα, τα κατάφερα και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Με βοήθησαν κάποιοι, βέβαια, αλλά νομίζω ότι με βοήθησαν με προσωπικές υπερβάσεις, όχι με θεσμική υποστήριξη».


Μας αφηγείται την εμπειρία του στην τράπεζα, όταν πήγε να καταθέσει τα χαρτιά του για να λάβει τη χρηματική ενίσχυση. Η υπάλληλος εκεί εντόπισε ένα έγγραφο που έλειπε και του ζήτησε να επιστρέψει με τον φάκελό του ολοκληρωμένο ώστε να προχωρήσει η αίτηση. Εκείνος, βγαίνοντας είπε στην τότε σύντροφο και νυν σύζυγό του: «Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που μπαίνω σε τράπεζα χωρίς κουκούλα. Όλως περιέργως, είναι και η πρώτη φορά που δεν εξυπηρετήθηκα».

Όλοι ξεσπάνε σε γέλια. Πλέον έχουν ξεθαρρέψει και αφήνονται ελεύθεροι να μοιραστούν τις ιστορίες τους, κοιτώντας προς την πλευρά του Ξενάκη που μοιάζει πανευτυχής. Δεν θα πουλήσει σήμερα ούτε ένα βιβλίο – όχι ότι τον νοιάζει βέβαια. Τα τέσσερα που είχε γράψει πριν το «8 μέρες μέσα» αθροιστικά πλησιάζουν τα 400.000 πωληθέντα αντίτυπα στην Ελλάδα. Το πρώτο και κλασικό πλέον «Το δώρο», παγκοσμίως έχει ξεπεράσει το μισό εκατομμύριο, καθώς είναι best seller σε αγορές που η έννοια «Έλληνας συγγραφέας» δεν υφίσταται καν: Ιαπωνία, Βραζιλία, Ρωσία, Καναδά, Ινδία. Συνολικά, έχει μεταφραστεί σε 28 γλώσσες και κυκλοφορήσει σε 35 χώρες. Οι αριθμοί είναι απίστευτοι – και όχι μόνο για βιβλίο που γράφτηκε στα ελληνικά! Είναι όμως φανερό ότι η παρουσία του εδώ χάρισε σε μερικές δεκάδες συνανθρώπους μας λίγες όμορφες ώρες: έκαναν κάτι διαφορετικό από αυτό που βίωσαν χθες και τους περιμένει αύριο. Και επικοινώνησαν σκέψεις, συναισθήματα και αλήθειες. Ορισμένοι για να ακουστούν από τους άλλους. Κάποιοι άλλοι απλά για να τα βγάλουν από μέσα τους. Άπαντες, στο τέλος, μοιάζουν να έχουν εισπράξει κάποιας μορφής ικανοποίηση. Δεν είμαι σίγουρος ότι ο Ξενάκης είχε ακριβώς κατά νου πού θα οδηγούσε αυτή η επίσκεψη. Το αποτέλεσμα όμως δικαίωσε την πρωτοβουλία του…

Ο Γρηγόρης, ένα ψηλό παιδί που είναι και αυτός που θα μας οδηγήσει προς την έξοδο, παραδέχεται –καθώς ελισσόμαστε στους διαδρόμους– ότι έχει συνέχεια στο μυαλό του τη θεατρική παράσταση που θα ανεβάσουν, τους «Πέρσες» του Αισχύλου σε (εθελοντική) σκηνοθεσία του Στρατή Πανούριου. «Στο παλάτι αυτό το χρυσάφι είναι παντού, αρκεί να ψάξεις να το βρεις…» μονολογεί. Κάποιος τον ρωτάει: «είναι από το κείμενο του Αισχύλου αυτό;» «Όχι, απλά αναφέρομαι στους ανθρώπους. Οι άνθρωποι εδώ είναι το χρυσάφι για κάθε έναν που δεν μπορεί να σας ακολουθήσει πέρα από αυτό το σημείο», και μας δείχνει την επόμενη πόρτα που εμείς θα διαβούμε. «Δυστυχώς εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας», λέει χαμογελώντας και μας σφίγγει το χέρι.

Συνεχίζουμε σιωπηλοί προς την έξοδο. Νέες θύρες ασφαλείας, νέοι ήχοι από αυτόματες κλειδαριές. Παίρνουμε πίσω τα κινητά μας: αναπάντητες κλήσεις, μηνύματα, υποχρεώσεις. Πίσω στην «έξω» ζωή. Βγαίνουμε στον δρόμο. Όλοι κοιτάμε ψηλά στον ουρανό. Κάποιοι ανάβουν τσιγάρο. Ο Ξενάκης μάς ζητάει να θυμηθούμε τον δυνατό θόρυβο που έκανε η σιδερένια πόρτα όταν αποχαιρετήσαμε εκείνους με τους οποίους συνυπήρξαμε τις τελευταίες ώρες: «Αυτή η βαριά πόρτα, αυτός ο άψυχος θόρυβος, μας θυμίζει τους δύο διαφορετικούς κόσμους. Εμείς είμαστε έξω. Οφείλουμε όμως να μην ξεχνάμε και ό,τι βιώσαμε μέσα».

Στον δρόμο για το αυτοκίνητο θυμάμαι έναν άλλον υπόδικο, τον Γιάννη. Του είχα κάνει μία μάλλον ανόητη ερώτηση: «Αν μπορούσες να ζητήσεις ένα μόνον πράγμα, ποιο θα ήταν αυτό;»
«Ευκολάκι», απάντησε αμέσως. «Ένα ακόμα ανοικτό επισκεπτήριο τον μήνα. Αρκεί αυτό. Μόνο ένα».
«Με συγχωρείς, δεν γνωρίζω τους όρους καλά. Τι σημαίνει ανοικτό επισκεπτήριο;»
Με μια κίνηση, απλώνει τα χέρια του σταυρωτά και αγκαλιάζει τον εαυτό του. «Να μπορώ να πάρω τη μάνα μου μια αγκαλιά, ρε φίλε. Μόνο αυτό».


Όποιος επιθυμεί να προσφέρει το οτιδήποτε στις φυλακές Κορυδαλλού, από παλιά ρούχα μέχρι μερικά σαπούνια, μπορεί να επικοινωνήσει στα 2104940561 και 210 4954780 με την κυρία Σ. Ασημακοπούλου.