Βιβλιο

Αγγέλα Καστρινάκη: Όταν μια κοπέλα εργάζεται για την ιδανική κοινωνική αλλαγή

«Και βέβαια αλλάζει!» και «...Κάτι ν’ αλλάξει! Μα πώς;», δυο μυθιστορήματα της Αγγέλας Καστρινάκη από τις εκδόσεις Κίχλη

Θόδωρος Σούμας
11’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αγγέλα Καστρινάκη: Σχόλιο για τα βιβλία «Και βέβαια αλλάζει!» και «...Κάτι ν' αλλάξει! Μα πώς;» που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κίχλη.

Είχα την τύχη να συναντηθώ με τις δύο αυτοβιογραφικές και μυθιστορηματικές μαρτυρίες για την αντιπολίτευση της εκλεκτής Αγγέλας Καστρινάκη, «Και βέβαια αλλάζει!» και «...Κάτι ν' αλλάξει! Μα πώς;», επειδή τις διάβασα για να βγάλω τα σχετικά συμπεράσματα διότι έγραψα κι εγώ μια αντίστοιχη, βιωματική, πολιτική μαρτυρία που θα εκδοθεί από τις εκδ. Επίκεντρο. Το τρυφερό και τολμηρό πεζογραφικό έργο «Και βέβαια αλλάζει!» της λογοτέχνιδος και φιλολόγου-καθηγήτριας Πανεπιστημίου, Αγγέλας Καστρινάκη, αποτελεί μια ουσιώδη κι επιτυχημένη σύνθεση μαρτυρίας, αυτοβιογραφίας, πολιτικού χρονικού, ημερολογίου και πεζογραφικής μυθοπλασίας μαθητείας, δημιουργημένη με μεγάλη εκφραστικότητα και ευστοχία. Είναι ένα υβριδικό μυθιστόρημα που κινείται μεταξύ αφηγήματος, πολιτικής μαρτυρίας και χρονικού, και ειλικρινούς αυτομυθοπλασίας. Το μυθιστόρημα της Αγγέλας Καστρινάκη, “Και βέβαια αλλάζει! Αφήγημα για τη Μεταπολίτευση”, έχει διορατικότητα και αγχίνοια στην περιγραφή της κοριτσίστικης εφηβείας. Είναι ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί για την πολιτικοποιημένη κι ευάλωτη εφηβεία, άμεσο, γενναίο, αληθινό και πολύ γυναικείο, έμφυλο. Ένα μυθιστόρημα διαμόρφωσης του πώς διαπλάθεται από τα δεδομένα της εποχής, του περιβάλλοντος και του ορμέμφυτού του ένα μορφωμένο, πολιτικοποιημένο κι ερωτικό κορίτσι• ένα bildungs roman, δηλαδή ένα έργο ενηλικίωσης, μαθητείας και μύησης στη ζωή, στην κοινωνία και στον έρωτα, φτιαγμένο με αυτοσυνείδηση και στοργή για τον εαυτό.

Η πολυφωνικής γραφής ιστορία της νεαρής Ειρήνης, της ηρωίδας του μυθιστορήματος και σωσία της Α. Καστρινάκη, διατρέχεται πότε-πότε από τις διηγήσεις, μαρτυρίες και παρεμβάσεις σε πρώτο πρόσωπο άλλων νέων, συντρόφων της και μη, για την εποχή της μεταπολίτευσης της δεκαετίας του 1970. Οι εξομολογήσεις/μονόλογοι των φίλων ή συντρόφων της Ειρήνης/Αγγέλας στο αφήγημα, σε πρώτο πρόσωπο, έχουν ιδιαίτερη σημασία γιατί έτσι απεικονίζονται οι διαφορετικές διαδρομές, οπτικές γωνίες και πολιτικές ιδέες των άλλων νέων της εποχής της.

Συνοδεύονται βέβαια από τις πολλές διηγήσεις που επικεντρώνονται στον κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου, στο γλυκό και συμπαθητικό πρόσωπο της μικρής Ειρήνης, διηγήσεις εξωτερικών και εσωτερικών, ενδόμυχων συμβάντων, που γίνονται σε τρίτο πρόσωπο. Αφηγήσεις που ξυπνούν, κεντρίζουν και διατηρούν το ενδιαφέρον και την αγάπη μας, την ταύτισή μας με την Ειρήνη εάν, βέβαια, συμπορευόμαστε με τις δημιουργικές ανησυχίες και απόψεις της, μέσω των συγγραφικών τρόπων και τεχνικών της συγγραφέως, που περιγράφει τον κεντρικό χαρακτήρα με αγάπη, βαθιά συγκατάβαση και κατανόηση, μαζί με μια ελαφριά αποστασιοποίηση και διακριτική ειρωνεία έναντι της κάποιας, λόγω ηλικίας, αθωότητάς της. Έχουμε στις τυπωμένες σελίδες την αναπαράσταση, την αποτύπωση και την ανασύσταση μιας ενθουσιώδους εποχής γεμάτης προσδοκίες, με εικόνες, ντεκόρ, φράσεις, ιδέες, σκηνές και μουσικές που μας επιστρέφουν στη μυθική εποχή της αποκατάστασης της δημοκρατίας, στην κατασυκοφαντημένη περίοδο που διαδέχεται τη φρικιαστική δικτατορία. 

Συναντούμε στο βιβλίο τα ενδιαφέροντα θέματα της φιλίας, του σχολείου, του εκπαιδευτικού συστήματος• της στράτευσης για έναν νέο κόσμο, της πολιτικής, της επικοινωνίας των νέων ανθρώπων, του νεανικού αγώνα αμέσως μετά την πτώση της χούντας όπου τίποτε δεν ήταν ειδυλλιακό ή αυτονόητο, της άκρατης κομματικοποίησης που κυριάρχησε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, της σχεδόν υποχρεωτικής για λόγους συρμού και πολιτικής ηθικής, ένταξης στις κομματικές νεολαίες (που ήταν σχεδόν μονόδρομος γιατί έπρεπε να είσαι «προοδευτικός»)• του ερωτικού και σεξουαλικού ξυπνήματος, των νεανικών ερώτων, των δυσκολιών, απογοητεύσεων, ηδονικών ικανοποιήσεων και αναζητήσεων, των νεανικών ενορμήσεων, των νεανικών διερευνήσεων αναφορικά με το σώμα, το φύλο και τη σεξουαλικότητα• τα θέματα της αγάπης προς τα γράμματα και τις τέχνες, της προσωπικής έκφρασης, της καλλιέργειας του γραπτού λόγου και της περιπέτειας της γραφής, εδώ σε μια νέα κοπέλα, της σχέσης με τον πολιτισμό, το βιβλίο και τη γλώσσα, το διάβασμα και τη μελέτη, γενικά της λογοτεχνίας και του βιβλίου ως συντρόφων των νέων εκείνης της εποχής, της γραφής ως διαδικασία αυτογνωσίας των νέων ή συγγραφικής, λογοτεχνικής εργασίας, των θεωρητικών αναζητήσεων και της μαθητείας στα πολιτικά κείμενα• τα θεματικά μοτίβα της μύησης στη συλλογική δουλειά, των ιδεολογικοπολιτικών αναζητήσεων και εντάσεων, των ουτοπικών, συλλογικών οραματισμών και της πολιτικής δραστηριότητας για μία ανοιχτή, δημοκρατική κοινωνία, της ανανεωτικής αριστεράς ως θετικής, νέας παράταξης• των προσωπικών αμφιταλαντεύσεων, των απογοητεύσεων και των ελπίδων, της «έκρηξης των προσδοκιών», και άλλα σημαντικά θέματα, ορισμένα εκ των οποίων ήταν προτάγματα της καλλιεργημένης νεολαίας της εποχής. 

Το «Και βέβαια αλλάζει!» της Αγγέλας Καστρινάκη εξιστορεί την προσωπική, ερωτική, ψυχοσυναισθηματική, κοινωνική και ιδεολογικοπολιτική αφύπνιση της μαθήτριας του καλού και δημοκρατικού, ιδιωτικού Γυμνασίου, Ειρήνης, αντικατοπτρισμού της συγγραφέως. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τις σημαντικές προσωπικές στιγμές και την ψυχολογική, πνευματική κι ιδεολογική εξέλιξη της νεαρής κοπέλας. Η Καστρινάκη συντάσσει μια τρόπον τινά μυθιστορηματική καταγραφή ιδιωτικών μα και συλλογικών περιστατικών και μνημών, απεικόνιση ενταγμένη στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητας της μεταπολιτευτικής περιόδου του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1970 και ως τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Από το «Και όμως αλλάζει!» εισπράττουμε την εγγραφή κι αποτύπωση μιας εποχής στους τομείς της πολιτικής, της ιδεολογίας, της κουλτούρας, των ηθών και της ατομικής νοοτροπίας μέσα από το πρίσμα ενός ξεχωριστού, καλλιεργημένου, φιλότιμου και διψασμένου για προσωπική και κοινωνική προκοπή, κοριτσιού.

Στη νεολαία της ανανεωτικής αριστεράς, το πιο μεγάλο σχολείο που έζησε η A. Kαστρινάκη, αν και το καλό σχολείο της δεν υστερούσε, έμαθε την ομαδική δουλειά, τον σεβασμό και την αποδοχή του «άλλου», τη δημοκρατική συμπεριφορά, το να μην είναι σνομπ, το να αποτάσσεται τη βία, το να προσπαθεί να σκέφτεται πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι οργανωμένη η ζωή, στην καθημερινότητά της, στην κοινωνία και στο παγκόσμιο χωριό• έμαθε το ότι “σοφή στους σοφούς είναι η στάση” (Μπρεχτ), με άλλα λόγια, ότι ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Κι ακόμα: τη σημασία και το καθήκον της συμμετοχής στους θεσμούς, όχι το βγάζω την ουρά μου απ’ έξω και ασκώ κριτική, τη λογική της μεταρρύθμισης και του ότι οι θεσμοί αλλάζουν από μέσα και από έξω, την αξία της συνδιαλλαγής, των υποχωρήσεων, του συμβιβασμού, του ιστορικού και του καθημερινού, όχι ως ήττας αλλά ως μεθόδου να υπερβαίνει κανείς τα αδιέξοδα και να προχωρά προς τα εμπρός, τη δημιουργικότητα, την κινητοποίηση του μυαλού για χάρη του συνόλου, την πεποίθηση ότι η ανθρώπινη θέληση μπορεί να μεταβάλει καταστάσεις κι ότι μπορεί να ωθήσει προς το υψηλό. Είχε την τύχη να πέσει σε εξαιρετικούς δασκάλους και να είναι ακόμη εξαιρετικότερη, δεκτική μαθήτρια που άνετα ρουφούσε τα πάντα,

Η Ειρήνη προέρχεται από μορφωμένη και δημοκρατική οικογένεια, ζει σε ένα βόρειο προάστιο της Αθήνας, πηγαίνει σε προοδευτικό γυμνάσιο υψηλού μορφωτικού επιπέδου διδασκαλίας και νοιώθει τους πρώτους κοινωνικούς και ψυχικούς κλονισμούς προς το τέλος της δικτατορίας, με την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την κατοπινή πτώση της χούντας. Η μεταπολίτευση είναι γι’ αυτήν μια εποχή αναβρασμού, σηματοδοτεί την ευκαιρία για μια προσωπική απελευθέρωση, γιατί την κάνει να εκφράζεται, να μιλά, να ψάχνεται και να ερευνά μέσα στα διαβάσματα, στις μελέτες, στην πολιτική εγρήγορση, στις συναναστροφές της, στις φίλες της και στο άλλο φύλο, αυτά που αναζητά, πιο ελεύθερα και αυτόνομα. Η μεταπολίτευση της δίνει την ευκαιρία να διοχετεύσει την επιθυμία της να συμμετέχει στο μαθητικό, νεανικό και συνολικό κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι, κατ' αρχάς στο σχολείο, οργανωμένη στη δημοκρατική μαθητική παράταξη ΔΗΜΑΚ της ανανεωτικής αριστεράς και κατόπιν στη νεολαία Ρήγας Φεραίος του μη ορθόδοξου, αντιδογματικού και ανανεωτικού ΚΚΕ εσωτερικού. Γράφει παντού άρθρα και γίνεται συντάκτης των εντύπων και οργάνων των δύο συγγενών παρατάξεων. 

Συναντάμε πολύ καλά πολιτικά άρθρα και κομμάτια της Α. Καστρινάκη, με στέρεα πολιτικά επιχειρήματα που αγγίζουν και τη λογική και το συναίσθημα του νέου ανθρώπου, ο οποίος ψάχνει το πώς θα βελτιώσει την κοινωνία μας. Είναι άρθρα και αποσπάσματα κειμένων της που μας δείχνουν τον ιδεολογικά καλύτερο και πειστικότερο τρόπο για να κατανοήσεις τι το νέο κι ευγενικό έφερε η καινοτόμος, προοδευτική κι αντιδογματική πολιτική και στρατηγική σύλληψη, καθώς και το πολιτικό ήθος της ελληνικής ανανεωτικής αριστεράς (και όχι ριζοσπαστικής, αυτού του άμορφου συνοθυλεύματος που ονομάζεται σήμερα «ριζοσπαστική»). Η Α.Καστρινάκη ως νέο, ανοιχτόμυαλο και μορφωμένο μέλος, στέλεχος και συντάκτης στα έντυπα, ήταν κατάλληλη για τη διάδοση της ρεαλιστικής πολιτικής και της νέας, αντιδογματικής ιδεολογίας της ανανεωτικής αριστεράς. Η λογοτέχνις-φιλόλογος και η καινοτόμος παράταξή της δεν δέχονταν, σύμφωνα με τη δημιουργική αντίληψή της, καμιά γραφειοκρατία, ελίτ και νομενκλατούρα που θα επέβαλε τις αλλαγές με το ζόρι στην πλειοψηφία του κόσμου μέσω μιας επανάστασης, η οποία όπως σχεδόν όλες θα κατέληγε στη χρήση της βίας ως πανάκεια, ως βασικό εργαλείο για την εγκαθίδρυση του υποτιθέμενου «προοδευτικού κι επαναστατικού» καθεστώτος της «λαϊκής δημοκρατίας», βία η οποία κατόπιν θα εγκαθίστατο για τα καλά ως προνομιακό εργαλείο μέσα στη «νέα» κοινωνία.

Για τη δημοκρατική, ανανεωτική ευρωαριστερά, όμως, την παράταξη της Ειρήνης, που στην ουσία αργότερα εξελίχθηκε σε ευρωσοσιαλδημοκρατία, μοναδικές λύσεις, ήταν πάντα, η πειθώ, άρα η παιδεία και η δημοκρατία, οι θεσμοί και η βελτίωση τους, καθώς και οι δημοκρατικές διαδικασίες της, και όχι η βίαιη, μπολσεβίκικη επανάσταση. Η Ειρήνη έμαθε στην ανανεωτική, ευρωκομμουνιστική αριστερά, στο σχολείο της και στην οικογένειά της, την αξία της δημοκρατίας, την αναγκαιότητα της συμμετοχής στους θεσμούς και των συμβιβασμών, το περισσότερο «ναι» και το ξεπέρασμα της προσκόλλησης στο «όχι», την αξία των συγκλίσεων στην πολιτική, την προώθηση επιτεύξιμων στόχων και τον ορθολογικό σχεδιασμό.

 Ποιοι είναι οι μέθοδοι κι οι τρόποι γραφής της Α.Καστρινάκη στο «Και βέβαια αλλάζει!»; Η συγγραφέας γράφει, διηγείται και εκφράζεται ευαίσθητα, με επίγνωση, διαύγεια, συναίσθημα, διεισδυτικότητα, χιούμορ, ρεαλισμό και κριτική ματιά. Το βιβλίο της είναι ρυθμικά, εκφραστικά και σωστά αφηγημένο από άποψη διακυμάνσεων της έντασης και του ύφους. Η αφήγηση έχει πολλή ζωντάνια και φρεσκάδα και επιτελεί ένα βαθύ και πλούσιο ψυχογράφημα της Ειρήνης/Μέλπως/Αγγέλας (βλέπε την κατωτέρω ερμηνεία μου). Οι αναπαραστάσεις των γεγονότων και των σκηνών προκαλούνται από τις αναμνήσεις και ενίοτε δημιουργούν νοσταλγία και συγκίνηση. Η Α.Καστρινάκη εξιστορεί και περιγράφει με τρόπο άμεσο, ευαίσθητο, τρυφερό και διεισδυτικό, τα διάφορα διαδοχικά στάδια της ζωής των νέων. Γράφει για ατομικά και πολιτικά ζητήματα με νηφαλιότητα, άμεση εξομολογητική διάθεση και ψυχραιμία, χωρίς εμπάθεια, ωραιοποίηση και φανατισμό. Η γραφή της θέτει ερωτήματα, προτρέπει σε στοχασμούς κι εξερευνά τις συλλογικές μνήμες μέσα από το προσωπικό βίωμα, εκεί που αυτό τέμνεται με το συλλογικό βίωμα. Η συγκινησιακή θερμοκρασία της αφήγησης αυξομειώνεται. Βρίσκουμε στο «Και βέβαια αλλάζει!» μια πεζογραφική σύνθεση με εναλλαγές ύφους και στυλ, και μεγάλη αφηγηματική, δραματουργική και μυθοπλαστική, συγγραφική δεξιότητα.

Σχετικά, τώρα, με τους τίτλους των δυο βιωματικών μαρτυριών, για τον τίτλο, που από τον τίτλο του 1ου μυθιστορήματος μεταλλάσσεται ριζικά στον διαφορετικής νοηματοδότησης τίτλο του 2ου μυθιστορήματος του αυτοβιογραφικού διπτύχου, σκεφτόμαστε πως: Σχετικά με τον τίτλο του πρώτου βιβλίου “Και όμως αλλάζει!”, που μοιάζει ουτοπιστικά υπεραισιόδοξος, αν και στο βάθος είναι και λιγάκι ειρωνικός,- το καταλαβαίνουμε πλέον ολοκάθαρα από τον τίτλο του 2ου μυθιστορήματος του δίπτυχου, ο οποίος είναι πιο κριτικός, σχετικοποιημένος και συγκρατημένος, χωρίς ψευδαισθήσεις και με έκδηλη τη διερώτηση και το ψάξιμο λύσεων, δες “...Κάτι ν' αλλάξει! Μα πώς;”. Όμως, παρ' όλα αυτά, παρ'όλο που, όπως γράφει η συγγραφέας, ο κόσμος και οι άνθρωποι αλλάζουν δύσκολα, τελικά ο κόσμος αλλάζει τοις πράγμασι, πρέπει και μπορεί να αλλάξει, να βελτιωθεί, να προοδεύσει. Μα πώς;

Το βιβλίο διατρέχεται από ένα πετυχημένο, υπόγειο κι ειρωνικό μα καλοπροαίρετο χιούμορ, από υπονομευτικό μα και διασκεδαστικό αυτοσαρκασμό. Ο αμφίσημος τρόπος γραφής, το αμφιλεγόμενο, υποδόρια σκωπτικό στιλ της Α. Καστρινάκη σχετικά με όσα λέει η Ειρήνη, πιθανά υποσκάπτουν λίγο αυτά που ισχυρίζεται και πιστεύει, ή υπονομεύουν ένα μέρος τους στο Και βέβαια αλλάζει!, όπου είναι ακόμη μια μικρή μαθήτρια Γυμνασίου. Το χιούμορ της συγγραφέως είναι σίγουρα ιδιόμορφο, προσωπικό και διφορούμενο, αναδύεται πίσω από τις γραμμές κι ανάμεσα στις προτάσεις. Το λεπτό χιούμορ αποτελεί δείγμα απαραίτητης και λυτρωτικής αποστασιοποίησης μα και συμπάθειας και συμπόνιας προς τα νεανικά πρόσωπα.

Το υπολανθάνον ειρωνικό επίπεδο παρουσιάζεται κι όταν η Ειρήνη γνωρίζει κι ερωτεύεται έναν ανοιχτόμυαλο, μορφωμένο κνίτη από τον οποίο ξεπαρθενεύεται και εκπαιδεύεται σεξουαλικά στις στάσεις που της μαθαίνει, σαν καλή μαθήτρια που είναι πάντα. Αφού, κατ’ αναγκαιότητα, απογοητεύεται, τα φτιάχνει με τον Γιάννη, έναν αδέξιο συμμαθητή της που τον παρατηρεί να δυσκολεύεται και να αργεί να βάλει το προφυλακτικό... Η συγγραφέας, με αφορμή τον δεσμό με τον κνίτη αστειεύεται, ακόμη, ευδιάθετα με τις υποτιθέμενες «αλλαγές» στις κομμουνιστικές οργανώσεις που θα γίνονταν «από τα μέσα» κ.τ.λ. Η Α. Καστρινάκη αρκετές φορές περιγελά την τυποποιημένη, άκομψη και μηχανική χρήση της γλώσσας από τους κομμουνιστές νεολαίους και άλλους πεζούς και απλοϊκούς ομιλητές, αριστερούς, δεξιούς ή μη. Ο αείμνηστος, ψυχοθεραπευτής Γιωσαφάτ θα το έλεγε στη γλώσσα του «ερωτεύτηκα, παντρεύτηκα, απογοητεύτηκα» [αν και ο γάμος εμφανίζεται στην προβληματική της σε άλλο βιβλίο, στο εξαιρετικό μυθιστόρημά της «Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας», που γράφτηκε το 2008, πριν η Καστρινάκη καταπιαστεί με τη νεότητα και γράψει το σπουδαίο δίπτυχό της• εκεί είναι που ο γάμος καταρρακώνεται λόγω της απιστίας της ηρωίδας Μέλπως (Ειρήνης), αφού έχει μεγαλώσει, παντρευτεί και μοιχεύσει, στο παλιότερο πεζογράφημά της.] Το «Και όμως αλλάζει!» περιγράφει, μεταξύ άλλων, το ερωτικό και σεξουαλικό ξύπνημα, το ξεδίπλωμα των επιθυμιών και των ερωτικών αναζητήσεων της ηρωίδας του, που μερικές φορές οδηγούν στην ψυχοσεξουαλική ικανοποίηση των πόθων και, κάποιες άλλες, σε κάποια μερική απώθηση μακριά από έναν δυο παντρεμένους. Ο λόγος αρχίζει στην αφήγηση έμφυλος, αλλά με την ανάπτυξη της μυθοπλασίας καταλήγει, με αυτοσυνείδηση, εκφραστής όλης της γενιάς της εποχής. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί την έλλειψη και τον υπαινιγμό και όχι την άμεση οπτική περιγραφή. Για να αποδώσει τις ερωτικές σκηνές στο έργο της χρησιμοποιεί γενικότερα περιγραφές που εμπεριέχουν ποίηση, αφαίρεση και ερωτική, συγκινησιακή ένταση.

Στο δεύτερο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του διπτύχου, το «...Κάτι ν’ αλλάξει! Μα πώς;» το θέμα των ερωτικών σχέσεων μεταξύ των αριστερών νέων της εποχής, σκιαγραφείται διακριτικά μα μεστά, αντιπροσωπευτικά και εύστοχα με την ελλειπτική και τρυφερή περιγραφή των ερώτων της Ειρήνης. Η ηρωίδα έλκεται περισσότερο, και στο πρώτο και στο δεύτερο βιβλίο, από τους μεγαλύτερούς της, οι οποίοι έχουν κύρος, τους καθοδηγητές και τους δασκάλους της. Ένας από αυτούς είναι, στο ΑΠΘ, ο Φορτούνης (Μαρωνίτης) με τον οποίο τη συνδέει ένα μυστικό πάθος, που περιλαμβάνει και για τους δυο τη μεγάλη και γνήσια αγάπη τους προς τη μάθηση και τα γράμματα, ως τον μεταξύ τους συνεκτικό ιστό... Η σχέση της διακεκριμένης φοιτήτριας Ειρήνης με τον ενθουσιώδη, σαγηνευτικό, ορμητικό και σοφό, αντιστασιακό καθηγητή Φουρτούνη αποτελεί δείγμα περίπλοκης ψυχοσυναισθηματικής κατάστασης μεταξύ μαθήτριας και δασκάλου. Μια από τις συγκινητικότερες, πιο δυνατές συναισθηματικά και εκφραστικά σκηνές του «...Κάτι ν’ αλλάξει! Μα πώς;», απλά συνταρακτική, είναι αυτή που στιγμιαία, εξ αιτίας του αθέλητου στριμώγματος στο ταξί, ο καθένας τους ομολογεί και αναγνωρίζει την αγάπη του προς τον άλλο, ενώ η Ειρήνη αναλύεται σε δάκρυα! Γενικά, πίσω από την επιφάνεια των άνετων και απλών, «ελεύθερων σχέσεων» των νέων, χωρίς μεγάλες σεξουαλικές δεσμεύσεις, διαφαίνονται και κάποιες άλλες ανθρώπινες ανάγκες, για πληρότητα, ουσία και κάτι άλλο που δεν μπορεί να διατυπωθεί ακόμη σωστά και μένει ανολοκλήρωτο στις ερωτικές σχέσεις των νέων. Οι «προοδευτικοί» νέοι της εποχής της μεταπολίτευσης και της αλλαγής, σε αναζήτηση κάποιου διαφορετικού, ουσιαστικότερου ζητούμενου, αναλίσκονται, μας λέει η Α. Καστρινάκη, σε χαλάρωση και χασομέρι στον ελεύθερο χρόνο τους ή σε επώδυνες κι επιβαρυντικές εξομολογήσεις κι αποκαλυπτικούς μονολόγους στο κρεβάτι, το βράδυ. Η συγγραφέας μάς προτείνει ένα κράμα χαράς, περισυλλογής, διασκέδασης, ηδονής και πίκρας, πόνου κι αίσθησης ανολοκλήρωτου. 

Μετά το «Και βέβαια αλλάζει! Αφήγημα για τη Μεταπολίτευση», η λογοτέχνης, φιλόλογος και συγγραφέας Αγγέλα Καστρινάκη έγραψε τη συνέχεια της μυθιστορηματικής μαρτυρίας της, με το alter ego της, Ειρήνη να προάγεται από το γυμνάσιο στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το 1979. Σε αυτό το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα εκμάθησης και διαπαιδαγώγησης από τη ζωή, «...Κάτι ν’ αλλάξει! Μα πώς;», το δεύτερο του διπτύχου, έχουμε να κάνουμε με μια επινοητική, σπιρτόζα και γεμάτη ζουμερές και χρήσιμες πληροφορίες και αισθήσεις, μαρτυρία για την προσωπική και πολιτική διαδρομή της νεαρής ηρωίδας στο κοινωνικό-πολιτικό τοπίο της μεταπολιτευτικής, καραμανλικής περιόδου της Νέας Δημοκρατίας και ύστερα της ανδρεοπαπανδρεϊκής, πασοκικής αλλαγής.

Οι αγωνιστές φοιτητές της μεταπολίτευσης και της εποχής της αλλαγής του 1981, επιδίδονται σε πολιτικούς, συνδικαλιστικούς, συντεχνιακούς και εκπολιτιστικούς αγώνες, στους τελευταίους κυρίως τα μέλη του Ρήγα Φεραίου, της νεολαίας του ανανεωτικού ΚΚΕ εσωτ., στην οποία είναι στέλεχος, ειδικότερα στον πολιτισμό, η Ειρήνη. Επιδίδονται σε κοπιώδη πολιτική δραστηριότητα και συνδικαλισμό, σε απόπειρες βελτιώσεων του πανεπιστημίου και της διδασκαλίας. Μα, γενικότερα, οι φοιτητές αναλώνονται σε άγονες πολιτικές διαμάχες μεταξύ τους που τους φθείρουν, στην κομματικοποίηση των δράσεών τους, σε προστριβές και σε άκρατη πολιτικολογία. Η Ειρήνη και η παράταξή της έχουν ως θεμιτούς και ευγενείς, πολιτικούς στόχους τους, τη συμμετοχή με σκοπό τη βελτίωση και μεταρρύθμιση της δημοκρατίας μέσω της νομίμου, δημοκρατικής, κοινοβουλευτικής οδού και την υιοθέτηση του ευρωπαϊκού πολιτικού οράματος• την ανεκτικότητα, την κουλτούρα του διαλόγου και την απόρριψη του άκαμπτου δογματισμού, των λαϊκιστικών μεγαλοστομιών, της δημαγωγίας και της τεμπέλικης, παθητικής διάθεσης.

Το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα μας παρουσιάζει πολύ πειστικά, ρεαλιστικά κι αληθινά, με ενάργεια, ενσυναίσθηση, γλαφυρότητα και συνειδητότητα, τα νέα και ιδιαίτερα δεδομένα εκείνης της εποχής, ειδικότερα αναφορικά στη νεολαία. Γεγονότα, πληροφορίες και κοινωνικοπολιτικά, ατομικά κι υπαρξιακά δεδομένα καθοριστικά, ευτράπελα, σημαντικά, επικίνδυνα ή γελοία, στο πεδίο της πανεπιστημιακής κι ευρύτερα της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής της Θεσσαλονίκης και του ΑΠΘ. Πρόκειται άρα, ουσιαστικά, για ένα βιβλίο πάνω στη νιότη και τη μνήμη. Το κοινό κοινωνικό, πολιτικό ή ακαδημαϊκό παρελθόν των νέων της εποχής αναδύεται με ευκρίνεια, κομψότητα και ζωηρότητα, είτε ντοκουμενταρισμένο από τα τεύχη του περιοδικού «Πάροδος» της παράταξης «Δημοκρατική ενότητα» της τότε Φιλοσοφικής, είτε από τους τεκμηριωμένους, μεταγενέστερους μονόλογους των παλιών φίλων της Αγγέλας Καστρινάκη, είτε από την αφηγηματική μυθοπλασία της. H σωσίας της Α.Καστρινάκη αναζητά και επιδιώκει τη μόρφωση, την αλήθεια, την αγάπη, τον έρωτα, τη γνώση και την προσωπική ευδαιμονία και καλλιέργειά της. Αν και ανήκει ψυχή τε και σώματι στην ορθολογική, μετριοπαθή κι ανανεωτική αριστερά παρατηρεί με οξύνοια και αμεροληψία ό,τι δεν πάει καλά στο φοιτητικό και πανεπιστημιακό κίνημα. Η Ειρήνη, βασική συντάκτης του φοιτητικού περιοδικού «Πάροδος», επηρεάζεται εποικοδομητικά στα γραπτά της στο περιοδικό από τον Ιωάννου, τον Προυστ, τον Μαρκές, τον Χατζή, τον Χάκκα, τον Καμύ και άλλους λογοτέχνες.