Βιβλιο

Δημήτρης Μαμαλούκας, ένας συγγραφέας που τρέχει και σκέφτεται με εικόνες

«Γράφω με το ένστικτό μου χωρίς να ακολουθώ κανόνες και συμπεριφορές. Πλάθω ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος, είτε αυτές είναι αστυνομικές είτε όχι, κι αυτές αρέσουν στον κόσμο»

Ηρώ Σκάρου
ΤΕΥΧΟΣ 842
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας μιλάει στην Athens Voice με αφορμή το τελευταίο του μυθιστόρημα «Τα πτώματα δεν πληρώνουν» (εκδ. Κέδρος).

Από τα πρώτα εφηβικά μου χρόνια έχω συνδυάσει τις καλοκαιρινές διακοπές με την ανάγνωση αστυνομικής λογοτεχνίας. Στη βιβλιοθήκη του εξοχικού μας υπήρχαν βιβλία της Αγκάθα Κρίστι, του σερ Άρθουρ Κόναν Ντόυλ και του Γιάννη Μαρή. Με συντρόφευαν, μαζί με το τερέτισμα των τζιτζικιών, τις ώρες τις μεσημεριανής ανάπαυσης. Τα απέφευγα τα βράδια καθώς το μυστήριο και η αγωνία με έκαναν πάντα να ξενυχτάω ανυπομονώντας για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Κάτι αντίστοιχο μου συνέβη και φέτος. Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα, «Τα πτώματα δεν πληρώνουν», ένα απόγευμα σε παραλία της Νάξου και σε όλη τη διάρκεια της βραδινής μου εξόδου ανυπομονούσα να επιστρέψω στο σπίτι για να το τελειώσω. Κι έπειτα σκέφτηκα πως θέλω περισσότερες ιστορίες του ντετέκτιβ Νετούνο. Αποφάσισα λοιπόν να ρωτήσω, μεταξύ άλλων, τον ίδιο τον συγγραφέα για τις προθέσεις του να συνεχίσει τις περιπέτειες αυτού του τόσο ξεχωριστού ήρωα.

Διαβάζοντας το βιβλίο είχα συνεχώς την εντύπωση ότι έβλεπα μια ταινία. Συγκεκριμένα, μια ταινία που θα μπορούσε να είχε σκηνοθετήσει ο Ταραντίνο. Υπάρχει βία που μπορεί να σοκάρει αλλά κάπως απαλύνεται από τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της ιστορίας. Πώς το πετυχαίνετε αυτό; Όταν γράφετε σκέφτεστε κινηματογραφικά;
Για τον Ταραντίνο μού το έχουν ξαναπεί για το πρώτο μου αστυνομικό, το «Μεγάλο Θάνατο του Βοτανικού», στο οποίο η βία του ξεπερνά (νομίζω) αυτή στα «Πτώματα δεν πληρώνουν». Δεν ξέρω τι καταφέρνω και πώς. Γράφω με το ένστικτό μου χωρίς να ακολουθώ κανόνες και συμπεριφορές. Πλάθω ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος, είτε αυτές είναι αστυνομικές είτε όχι, κι αυτές αρέσουν στον κόσμο. Σέβομαι τον αναγνώστη να μην τον κοροϊδέψω στην πλοκή και την εξήγηση του μύθου, κι αυτός είναι ο μόνος κανόνας που υπακούω. Από κει και πέρα δεν είναι ψέμα, αλλά ίσως είναι λίγο κλισέ, (βέβαια είναι κλισέ να λες ότι κάτι είναι κλισέ) να πω ότι γράφω βιβλία που θα μου άρεσε να διαβάσω. Επίσης δεν είναι ψέμα να πω ότι σκέφτομαι με εικόνες. Πώς αλλιώς θα περιγράψεις μια σκηνή, ειδικά δράσης, αν δεν την κάνεις εικόνα; Αν αυτό σημαίνει ότι γράφω σκεφτόμενος κινηματογραφικά τότε ναι, αλλά δεν το κάνω με σκοπό να γράψω κάτι που να είναι έτοιμο σενάριο. Δεν είχα ποτέ αυτή την πρόθεση.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της αστυνομικής λογοτεχνίας που την κάνουν τόσο δυναμικό είδος διαχρονικά;
Δεν είμαι καλός στη θεωρία του αστυνομικού, θεωρώ ότι αν ξέρεις καλά τη θεωρία του αστυνομικού, και της λογοτεχνίας γενικά, δεν μπορείς να γράψεις αστυνομικό μυθιστόρημα της προκοπής (αστείο είναι αυτό). Έτσι θα πω μόνο τι με ελκύει εμένα και δηλώνω φαν, αν και ομολογώ ότι δεν προλαβαίνω να διαβάσω όλα τα αστυνομικά που βγαίνουν στη χώρα μας. Πρώτα απ’ όλα δεν μπορώ να αντισταθώ στη γοητεία του who done it που όλοι αγαπήσαμε και όλοι συνεχίζουμε να αγαπάμε, παρόλη τη σχεδόν υστερική κραυγή των «θεωρητικών» ότι το αστυνομικό είναι κυρίως κοινωνικό μυθιστόρημα, υστερία που άνθισε πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, τότε δηλαδή που ξεκίνησα κι εγώ. Το καλό αστυνομικό είναι και κοινωνικό χωρίς να χρειάζεται να το τονίσεις ή –ωιμέ!– να γράψεις ένα αστυνομικό με καθαρά κοινωνικό προσανατολισμό. Όταν αντιληφθώ κάτι τέτοιο απλώς σταματώ την ανάγνωση. Οι ισορροπίες είναι λεπτές, η τέχνη είναι να ξέρεις να τις σεβαστείς.
Επόμενο στοιχείο που εκτιμώ στο αστυνομικό: ο ρυθμός. Μπορεί ένα καλό αστυνομικό ν’ αρχίζει με χίλια, να πιάσει τον αναγνώστη απ’ τον λαιμό και να μην τον αφήσει μέχρι την τελευταία σελίδα. Αλλά ακόμα κι αν το βιβλίο αρχίζει σιγά, πρέπει ν’ αφήσουμε τον συγγραφέα να ρίξει τα χαρτιά του στο τραπέζι, να παρουσιάσει τους ήρωές του. Μετά όμως πρέπει ν’ αυξήσει ταχύτητα και να μας συνεπάρει. Κι εδώ έρχεται η αγωνία. Το αστυνομικό πρέπει να σε ταράξει, να σε συγκινήσει, συχνά να σε κάνει να φοβηθείς, να σε κάνει να θέλεις να μάθεις το τέλος. Όσο κλισέ κι αν ακούγεται. Κάποιοι μπορεί να πουν ότι αυτά είναι ξεπερασμένα. Μπορεί, αλλά εγώ δε θα διάβαζα τίποτα δικό τους.
Το αστυνομικό γοητεύει διαχρονικά διότι έχει αρκετή δόση από απαγόρευση, οι ήρωες σχεδόν πάντα ξεφεύγουν από τους κανόνες και τη νομιμότητα, ο αναγνώστης έχει ανάγκη από αυτό, ειδικά παλαιότερα που δεν υπήρχε η γενική ατιμωρησία των ημερών. Άλλοι ταυτίζονται με τον παραβατικό και θέλουν να ξεφύγει, άλλοι απαιτούν την κάθαρση και την απόδοση δικαιοσύνης. Όλοι όμως αγωνιούν για το τελικό αποτέλεσμα.
Εν κατακλείδι για την αστυνομική λογοτεχνία, επιθυμώ την υψηλή λογοτεχνία του Μουρακάμι, αλλά αυτό δεν μου απαγορεύει να απολαμβάνω εξίσου την αγωνία, τη σκληράδα και την αδυσώπητη μοίρα που επιφυλάσσει στους ήρωές του ο Τζέιμς Τσέιζ.

Τελειώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου έμεινα με την αίσθηση ότι υπάρχουν πολλά ακόμη που θα ήθελα να μάθω για τον χαρακτήρα του Νετούνο. Θα τον γνωρίσουμε περισσότερο σε επόμενα μυθιστορήματα;
Ο Νετούνο είναι πολύ μοναχικός τύπος, είναι η προσωποποίηση της μοναξιάς. Κι αν τον ρωτήσεις αν την επιθυμεί, είμαι σίγουρος ότι θα σου πει ναι. Με προβληματίζει κι εμένα. Με βοήθησε όταν ήμουν σε συγγραφικό αδιέξοδο. Δε μου ανοίχτηκε ούτε κάθισε να τον υποβάλω σε λεπτομερές βιογραφικό. Είναι μυστήριος, κράτησε πολλά στοιχεία για τον εαυτό του. Θα πρωταγωνιστήσει σε επόμενο βιβλίο και λίγο λίγο θα αποκαλύπτει στοιχεία του εαυτού του, αν θέλει. Πιστεύω ότι δεν επιθυμεί φασαρίες, αλλά εκείνες θα έρχονται να τον βρουν.

Είστε κι εσείς, όπως ο ήρωάς σας Νετούνο, δεινός δρομέας μεγάλων αποστάσεων. Ο Χαρούκι Μουρακάμι αποφάσισε ν’ αρχίσει να τρέχει, ώστε να έχει την αντοχή να γράφει μέχρι τα βαθιά γεράματα. Τι είναι αυτό που ώθησε εσάς να γίνετε δρομέας και τι μάθατε από το τρέξιμο;
Εγώ έτρεχα μικρός και ξανάρχισα πριν δώδεκα χρόνια. Δεν ξέρω τι με ώθησε στο τρέξιμο ούτε τι έμαθα από αυτό. Ποτέ δε με απασχόλησαν αυτά τα ερωτήματα. Δεν με απασχολεί το μέλλον, ούτε πώς θα είμαι σε δέκα χρόνια. Ο Μουρακάμι είναι άφταστος, ένας κορυφαίος συγγραφέας και πρέπει να είναι ένας εκκεντρικός άνθρωπος που αγαπάει πολύ τον εαυτό του ώστε να έχει τέτοιο σχέδιο. Εγώ δεν τρέχω για λόγους υγείας, τρέχω απλώς γιατί έχω φάει την «πετριά» στο κεφάλι. Και τη δυνατή πετριά, εκείνη των υπεραποστάσεων.
Έφτασα σ’ ένα σημείο να μη θέλω να εξηγήσω στον άλλο πώς τρέχω για δεκαπέντε ώρες. Το σώμα σιγά σιγά προσαρμόζεται και έχει απίστευτες δυνατότητες. Υπάρχει το υγιές τρέξιμο, οι μικρές αποστάσεις, και υπάρχουν και οι υπερμαραθώνιοι. Αν κολλήσεις εκεί σημαίνει ότι κάτι βρίσκεις, ότι κάτι σε ελκύει και θέλεις να τρέχεις όλη τη νύχτα ή μια μέρα ολόκληρη. Δεν εξηγείται, δεν περιγράφεται, είναι κυρίως για μεγάλες ηλικίες και για όλους τους ανθρώπους ασχέτως σωματότυπου, αφού δεν απαιτούνται υψηλές ταχύτητες. Τώρα που το σκέφτομαι εκείνο που έμαθα από τις υπεραποστάσεις ειδικά, είναι να έχεις υπομονή, αλλά αυτή την είχα κι από τη συγγραφή μυθιστορημάτων.

Σύμφωνα με το φαινόμενο «runner’s high», ο μαραθωνοδρόμος ύστερα από ένα σημείο εντατικού τρεξίματος καταλαμβάνεται από μία ευφορία που εξαφανίζει την κόπωση και τους πόνους και τον ωθεί να τρέξει ακόμη περισσότερο. Υπάρχει αντίστοιχο «writer’s high» ή μήπως επέρχεται κάποτε λογοτεχνική υπερκόπωση;
Ναι, έχουν πλάκα όλα αυτά. Όντως υπάρχει η ευφορία του δρομέα, περνάει όμως κι αυτή μετά από λίγες ώρες και μετά έρχεται ξανά ο πόνος. Πόνος παντού, σε όλα τα κόκαλα και σε όλους τους μυς. Και ακολουθεί η πνευματική καταπόνηση. Το μυαλό δε δουλεύει καλά μετά από τις πολλές ώρες τρεξίματος. Λειτουργεί καθώς τρέχεις, αλλά όταν φτάνεις σε κάποιο σταθμό, εκεί δηλαδή όπου έχει νερό και φαγητό, ξεχνάς τι σκεφτόσουν και τι είχες ανάγκη. Κοιτάζεις τους εθελοντές κι εκείνοι κοιτάζουν εσένα. Φυσικά προτιμώ να τρέχω έξι ώρες παρά να τις περάσω σε μια κοινωνική εκδήλωση, και αυτό το εννοώ. Τώρα η συγγραφή ενός μυθιστορήματος… Είναι δέκα είκοσι υπερμαραθώνιοι μαζί. Γράφεις γράφεις και νιώθεις ότι δεν προχωράς, ότι δεν υπάρχει φως, δεν υπάρχει τέλος. Τι ευφορία να υπάρξει εκεί; Εκεί υπάρχουν γόνιμες μέρες που δούλεψες καλά κι έβγαλες αποτέλεσμα. Ή υπάρχουν στιγμές που είχες μια ωραία έμπνευση. Συνέλαβες ένα ολόκληρο βιβλίο, ένα διήγημα ή έλυσες μια σκηνή που σε προβλημάτιζε. Κι έπειτα είναι δουλειά και πάλι δουλειά, που σε εξαντλεί σχεδόν όσο μια σωματική εργασία. Γι’ αυτό και ο συγγραφέας χρειάζεται σύντομα υπνάκια για να ξεκουραστεί. Το ιδανικό γραφείο έχει κι ένα καναπέ μέσα, έτσι ακριβώς δούλευε και η Πατρίτσια Χάισμιθ. Τώρα αν υπάρχουν συνάδελφοί μου που γράφουν και έχουν συνεχώς στα χείλη τους ένα αστραφτερό χαμόγελο ή ισχυρίζονται ότι η συγγραφή τούς προσφέρει αδιάκοπη ευφορία, τους βγάζω το καπέλο. Όσο για μακροχρόνια υπερκόπωση συγγραφής προσωπικά δε μου έχει τύχει μέχρι σήμερα.

Τόσο το τρέξιμο όσο και η συγγραφή είναι μοναχικές δραστηριότητες. Πώς αντισταθμίζεται αυτό στην καθημερινότητά σας;
Καμιά φορά το τρέξιμο έχει και παρέα και οι ώρες περνάνε χωρίς να το καταλάβεις. Κατά βάθος όμως ο δρομέας θέλει να είναι αυτός και ο δρόμος και για τον καθένα αυτή η μοναξιά λειτουργεί και διαφορετικά. Η συγγραφή όμως είναι πολύ μοναχική, δεν πάει με παρέα κι αυτό δεν αλλάζει. Εμένα προσωπικά η καθημερινότητά μου δεν είναι μοναχική αφού ζω με την οικογένειά μου, είμαστε τέσσερις κι έχω μάθει να γράφω και να δουλεύω με τους άλλους γύρω μου, όχι κάτι εύκολο, ειδικά στη διαδικασία της έμπνευσης και της πρώτης γραφής. Απ’ την άλλη τόσα χρόνια που γράφω παρουσία άλλων, αν απομονωθώ κάπου θα κάνω τα πάντα εκτός από το να δουλέψω. Μπέρδεμα.