Βιβλιο

Η Μελίσσα Στοΐλη κοιτά τους ανθρώπους όταν πέφτουν

Στη συλλογή διηγημάτων της «Απ’ το μπαλκόνι να φύγεις», διαβάζεις για μια Θεσσαλονίκη πολύ διαφορετική από όσες έχεις συναντήσει.

Στέφανος Τσιτσόπουλος
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μελίσσα Στοΐλη: Συνέντευξη με τη συγγραφέα για τη συλλογή διηγημάτων «Απ’ το μπαλκόνι να φύγεις», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη.

17 ιστορίες που διαδραματίζονται στη Θεσσαλονίκη. Ζωές ανθρώπων που τις τυλίγει γαλακτώδης ομίχλη, ψυχές καθημερινές που οι αντοχές τους δοκιμάζονται και συχνά καταποντίζονται από απώλειες και αδυσώπητα συμβάντα. Παράδοξα, υπερφυσικά, αλλά και εντελώς φυσιολογικά μερικές φορές. Η ιστορία της πόλης τούς συνθλίβει. Οι ήρωες και οι ηρωίδες της Μελίσσας Στοΐλη συχνάζουν στο λούνα παρκ της ΔΕΘ ή στον εξώστη του σινέ Ηλύσια, σε προσφυγικούς καταυλισμούς, στις Δυτικές συνοικίες ή στο Λοιμοκαθαρτήριο της Καλαμαριάς. Μπανιαρίζονται στα Λουτρά Φοίνιξ, μετέχουν σε συγκεντρώσεις χριστιανικών σωματείων ή αράζουν σε λαϊκές ταβέρνες με θέα έναν Θερμαϊκό κόλπο που στον βυθό του κείτονται ναυάγια πλοίων ή αντικείμενα που τα ξεφορτώθηκαν κάποιοι για να πάψουν να τους μιλούν και να ξεχάσουν.

Μίλησα με τη Μελίσσα την επόμενη κιόλας που ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου της. Κυκλοφορεί από την Κίχλη και τολμώ να το αποκαλέσω διαμαντάκι γλώσσας και ύφους, μικρές ιστορίες με μεγάλη και στεντόρεια καρδιά. Οι φωνές των ανθρώπων της Στοΐλη βοούν. Άλλοι αντέχουν να ζουν και προσπαθούν κουτσά στραβά να ανταπεξέλθουν τον αβίωτο βίο, άλλοι πάλι όχι και γι' αυτό φεύγουν από το μπαλκόνι.

Από πού πηγάζουν αυτές οι ιστορίες; Ένα κομμάτι τους, πιο ειδικά το χρονικοϊστορικό background, μαρτυρά πως ξέρεις καλά τη Θεσσαλονίκη της προσφυγιάς του 1922, των Εβραίων, αλλά και τα πολύ πιο πίσω, Οθωμανικά χρόνια και απελευθέρωση. Ένα άλλο κομμάτι τους πάλι είναι φορτωμένο με πυκνή ομίχλη, υγρασία, κατηχητικά, ταξική φτωχοδιαβολοσύνη και βαθιά απελπισία. Η ερώτηση έχει να κάνει με την ψίχα αυτών των διηγημάτων, και πιο συγκεκριμένα με τη μελαγχολία που αποπνέουν σχεδόν τα περισσότερα. Πώς και γιατί σου βγήκαν έτσι; Χαρά διακριτή ούτε από χαραμάδα...
Γνωρίζω καλά τους ανθρώπους των ιστοριών μου. Ακόμη και όσους δεν γνώρισα προσωπικά, τους περισσότερους δηλαδή, τους συνάντησα νοητά βήμα βήμα. Από μια φράση ενός παλιού γεγονότος που έφτασε στα αυτιά μου σχηματιζόταν στο μυαλό μου η θολή φιγούρα του ήρωα. Όσο ερευνούσα την εποχή και τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες τα χαρακτηριστικά του γινόταν ακόμη πιο καθαρά και ακόμη πιο συγκεκριμένα. Όσο «έβλεπα» τους δρόμους που περπάτησε, τα κτίρια που κοίταζε, το σπίτι που έμενε, ο ήρωάς μου έπαιρνε υπόσταση και πλέον μπορούσε να δράσει αυτόνομα. Από εκεί και μετά απλώς τον ακολουθούσα. Τον άκουγα, μου μιλούσε, μου έδινε μόνος του την ιστορία. Εγώ βίωνα μια εκστατική εμπειρία, σαν να πετούσα πάνω από την πόλη και πάνω από τον χρόνο και να έβλεπα ολοκληρωμένες σκηνές με τον όραση ενός πουλιού.
Το κοινό σε όλες τις ιστορίες είναι βέβαια αυτό ακριβώς που εντοπίζεις, η θλίψη που πηγάζει από κάθε είδους απώλεια. Της ελπίδας, των ανθρώπων, των ερώτων, της προοπτικής. Δεν ξέρω αν υπάρχει διακριτή χαρά, νομίζω όμως πως υπάρχει επιμονή επιβίωσης που θέλει δύναμη. Όλοι τους, με τραύματα βαριά, με χαίνουσες πληγές, με βαθιές ουλές συνεχίζουν. Ακόμη και όταν κάποιος τους προτρέπει «Απ΄ το μπαλκόνι να φύγεις» δεν παραδίδονται, συνεχίζουν, μηδενίζουν και πάλι από την αρχή σαν μικροί Σίσσυφοι. 

Έφυγες από την πόλη στα τέλη του '80, μα ξέρω πως επιστρέφεις τακτικά στα πάτρια. Θεωρείς εαυτόν τι; Μια Θεσσαλονικιά που, όσο και αν στην Αθήνα έστησε βίο αξιοπρεπή και αξιόμαχο, πάντα θα νοσταλγεί την πόλη και αυτό το βιβλίο, παρά τα «μαύρα» που φορά, είναι ο τρόπος της να την θυμάται; Ή μήπως, απλώς επιστρέφεις στη γενέτειρα γιατί η περιρρέουσα μελαγχολία της σε βοήθησε ως πρώτη ύλη-μαγιά, για να φτιάξεις τη δική σου... πίτσα με θλίψη; Το τελευταίο το δανείστηκα από την «Πίτσα από γλυκόριζα» του Λινκλέιτερ, δεν το κρύβω!
Πάντα είμαι Θεσσαλονικιά και πάντα η πόλη με ακολουθεί. Επιστρέφω χωρίς να την νοσταλγώ, αλλά επειδή την αγαπώ βαθύτατα. Είναι μια δύσκολη πόλη στην οποία συχνά κάνουν κουμάντο τα χριστανικά και τα αθλητικά σωματεία αλλά ταυτόχρονα είναι η πόλη της ενηλικίωσής μου και των ανθρώπων με τους οποίους έχω ουσιαστικούς δεσμούς. Υπάρχει μέσα μου όσο μακριά και αν πάω. Απόδειξη ότι δεν είχα σκοπό να γράψω για τη Θεσσαλονίκη, η έμπνευση ήρθε μόνη της και μάλλον με εξέπληξε.
Ταυτόχρονα, είμαι σίγουρη πως την περιρρέουσα θλίψη της πόλης δεν τη νιώθουν όλοι. Είναι η δική μου οπτική στα πράγματα και νομίζω πως θα ξεφούρνιζα Πίτσα από γλυκόριζα ακόμη και αν είχα ζήσει στο Λας Βέγκας! Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνω και μέσα στα φώτα και το γλέντι εντοπίζω μια σταγόνα πίκρας που υπονομεύει τη χαρά. 

Με κίνδυνο να νομίσει ο αναγνώστης πως το βιβλίο σου είναι πολύ «βόρειο», να σε ρωτήσω κάτι πιο «νότιο»: Παντού δεν θα μπορούσαν να ζητούν ό,τι έζησαν και ζουν οι ήρωες του «Απ' το μπαλκόνι να φύγεις»;
Ναι, θα μπορούσαν να ζήσουν παντού. Η ουσία των ανθρώπων δεν αλλάζει, ούτε στους τόπους ούτε στον χρόνο. Ναι, το περιβάλλον έχει μεγάλη σημασία, ναι, η φρασεολογία και οι συνθήκες αλλάζουν, όμως το βαθύτερο κομμάτι των ανθρώπων παραμένει το ίδιο. Μπορεί η τεχνολογία, τα ρούχα και η γλώσσα της περιοχής και της εποχής να είναι διαφορετικά αλλά οι άνθρωποι νιώθουν το ίδιο. Χαίρονται και ταλαιπωρούνται εδώ και χιλιάδες χρόνια με τον ίδιο τρόπο. Διαφορετικά δεν θα διαβάζαμε τους Δουβλινέζους του Τζέιμς Τζόις ούτε θα πηγαίναμε να δούμε Ευριπίδη και Αριστοφάνη που οι ήρωές τους ζουν και δρουν αλλού. Μέσα στους αιώνες με τα ίδια πάθη και τα ίδια λόγια συγκινούμαστε ή γελάμε.

Λογοτεχνικά διάλεξες να κεντήσεις σε λιλιπούτεια φόρμα. Τόσο όσο. Βέβαια, οι ήρωες είναι πολύ πυκνά δομημένοι ψυχικά. Αλήθεια, με εντυπωσίασε το πόσο τους σκιαγραφείς μέσα στους γρήγορους ρυθμούς των ιστοριών. Από πού τους «ψώνισες»;
Η αλήθεια είναι ότι τους ήρωες τους έφτιαξα «ψωνίζοντας» τα υλικά της δημιουργίας τους από μια μεγάλη αγορά μνήμης και αναφοράς. Ένα βλέμμα, μια φράση, ένα γεγονός, ένα συναίσθημα, ένα τοπόσημο δημιουργούν κάτι καινούριο. Η γειτονιά που μεγάλωσα στην Αγίου Δημητρίου, η ενορία των Δώδεκα Αποστόλων, το σπίτι της γιαγιάς μου στα Αρμένικα, μια βεβαίωση από την Ενωση Κωνσταντινουπολιτών ότι ο παππούς μου ήταν φυγάς μη ανταλλάξιμος, μια φωτογραφία προσφύγων, το απόκομμα μιας παλιάς αγγελίας, το πρωτοσέλιδο μιας εφημερίδας, ήταν στοιχεία που οδήγησαν στη σύνθεση. Είχα μάλιστα, όσο έγραφα, ένα μεγάλο μπλοκ, σαν οπτικό σημειωματάριο, όπου κολλούσα εικόνες και σημείωνα φράσεις για κάθε ιστορία. Σαν scrap book διηγημάτων.
Πυρετός του χρυσού


Νομίζω, επίσης, πως η γλώσσα, τα κόμματα, οι τέλειες-παύσεις και όλο το φορτίο των λέξεων το σμίλεψες έως εκεί που δεν παίρνει. Πόσο καιρό σου πήρε να τις φέρεις τις ιστορίες εκεί που ήθελες, πέρα από την πλοκή;
Ο Χεμινγουέι έλεγε πως πρέπει να γράφεις μεθυσμένος και να διορθώνεις νηφάλιος. Όντως, έτσι πρέπει να γίνεται και η κατάσταση της νηφαλιότητας είναι εξίσου σημαντική με το συγγραφικό μεθύσι. Η δική μου νηφαλιότητα κράτησε 5-6 μήνες, όχι σε συνέχεια αλλά στο σύνολο. Άφηνα στην άκρη τα διηγήματα θεωρώντας πως δεν θα αλλάξω κάτι αλλά επανερχόμουν ξανά και ξανά. Ένα μεγάλο μέρος όμως του τελικού αποτελέσματος οφείλεται στη λεπτομερή και ουσιαστική δουλειά της Γιώτας Κριτσέλη, που είναι η εκδότρια της Κίχλης αλλά και εκείνη που επιμελήθηκε προσωπικά και σχεδίασε το βιβλίο. Με αυστηρότητα αλλά και μεγάλο ενδιαφέρον. Τόσο που, όταν συζητάμε κάτι που αφορά το «Απ' το μπαλκόνι να φύγεις», αναφερόμαστε σε αυτό ως «το βιβλίο μας». Αλλά και οι διορθώσεις και οι επισημάνσεις της πολύ καλής Χριστίνας Τούτουνα με έκαναν να επικεντρωθώ σε κάθε λέξη, σε κάθε κόμμα και άνω τελεία.

Μίλησέ μου για τους αγαπημένους σου συγγραφείς. Ποιοι σε καθόρισαν και τι καλό νέο, ελληνικό ή ξένο, διάβασες πρόσφατα και το ζήλεψες;
Πιστεύω πως με έχουν διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό ο Ροΐδης, ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός. Αλλά και ο Ιωάννου και ο Θέμελης. Εξαιτίας της θεατρικής μου παιδείας ο Τσέχωφ, ο Τενεσί Ουίλιαμς και ο Λόρκα. Τα αστυνομικά του βαν Γκούλικ, που είναι εμβριθής μελετητής της Ανατολής, και οι ιστορίες μυστηρίου της Έλις Πίτερς. Τώρα διαβάζω το «Τι ντροπή» της Παουλίνα Φλόρες, που αναφέρεται στη σύγχρονη ζωή στη Χιλή και το ζηλεύω, όπως ζηλεύω πάντα όποιον γράφει τόσο γοητευτικά. 

Μιας και το έφερε η κουβέντα. Από τον Ιωάννου ως τον Σκαμπαρδώνη, νομίζω πως πολλοί από τους ανθρώπους των σελίδων τους έχουν κοινό τόπο με τους δικούς τους «άγιους». Ιδέα μου είναι, μπορείς να με διαψεύσεις, εννοείται! Ή και να προσθέσεις άλλους δικούς σου Έλληνες συγγραφείς που εκτιμάς.
Όντως υπάρχει η αίσθηση μιας κοινής μυθολογίας. Παρότι οι ήρωές μας δεν είναι οι πρωταγωνιστές του ίδιου ρεπορτάζ αλλά είναι το αποτέλεσμα της επινόησης, της φαντασίας και της πραγματικότητας, βαδίζουν σε κοντινούς δρόμους. Ίσως επειδή είναι παιδιά της μνήμης και κάποιων περιστατικών παλαιότερων και νεότερων χρόνων. Πιστεύω ότι το ίδιο συμβαίνει και με τον Θωμά Κοροβίνη. Και είμαστε όλοι Θεσσαλονικείς ε; Περίεργο… Μπορεί να έχουμε τους δικούς μας αγίους εκεί. Υπάρχει όμως και η Δήμητρα Λουκά, που έχει φτιάξει τη μυθολογία της στην Ήπειρο, με ήρωες που επίσης διακατέχονται από πάθη, τραύματα και εμμονές. Τι να πω, ολωνών οι άγιοι πέρασαν δύσκολα…

Με λένε Μελίσσα Στοΐλη και το «Απ' το μπαλκόνι να φύγεις» είναι...
...τ
ο δεύτερο βιβλίο μου. Πρόκειται για 17 ιστορίες που διαδραματίζονται στη Θεσσαλονίκη, στα Λουτρά Φοίνιξ, στο λούνα παρκ της ΔΕΘ, στον κινηματογράφο «Ηλύσια», στο Λοιμοκαθαρτήριο της Καλαμαριάς, στις παραβαρδάριες περιοχές, όπου οι ήρωες αναμετρώνται με κάθε είδους απώλειες μέσα στη διάρκεια σχεδόν ενός αιώνα.

Μελίσσα Στοΐλη