Βιβλιο

Ο Πούτιν και η Ρωσία αποκαλύπτονται

Διαβάζοντας το βιβλίο του Geert Mak, «Μεγάλες προσδοκίες: Το όνειρο της Ευρώπης 1999-2021» (Εκδόσεις Μεταίχμιο)

Κυριάκος Αθανασιάδης
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Geert Mak, «Μεγάλες προσδοκίες: Το όνειρο της Ευρώπης 1999-2021»: Μία διεισδυτική προσωπογραφία του Πούτιν, μαζί και μια ανάλυση του Ουκρανικού ζητήματος

Από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Ινώς βαν Ντάικ-Μπαλτά, κυκλοφόρησε μόλις το βιβλίο του Geert Mak, «Μεγάλες προσδοκίες: Το όνειρο της Ευρώπης 1999-2021» (μετάφραση Ινώ βαν Ντάικ-Μπαλτά). Είναι ένα μεγάλο βιβλίο, 690 σελίδων, όπου ο βραβευμένος Ολλανδός δημοσιογράφος και συγγραφέας «εξερευνά τα απομεινάρια των παλιών ονείρων της Ευρώπης (ειρήνη, ενότητα, δημοκρατία) και τους εφιάλτες τού σήμερα», όπως διαβάζουμε στη σελίδα του βιβλίου

Πού βρισκόμαστε στην Ευρώπη λοιπόν; Ποιοι φόβοι κρατούν μετέωρο τον βηματισμό μας; Ποια προβλήματα έπρεπε να ξεπεραστούν — και ποια ανοίγονται μπροστά μας; Από την άνοδο των λαϊκιστικών κομμάτων και το δράμα των μεταναστών ώς το Brexit και τον Τραμπ, και από τη Ρωσία του Πούτιν ώς την πανδημία του κορωνοϊού, ο Geert Mak, που καλύπτει ΟΛΑ τα γεγονότα μέχρι και το 2021, αναλύοντάς τα ένα προς ένα διεξοδικά και μεθοδικά, «επαναφέρει τον προβληματισμό για την ταυτότητα της Ευρώπης και αναζητά τα απομεινάρια του κοινού της οράματος».

Πρόκειται για ένα εκπληκτικό βιβλίο, για έναν θησαυρό γνώσεων κυριολεκτικά. Και θα διαβαστεί πολύ. Όπως διαπιστώνουμε με μία σχετική έρευνα, τα καλά βιβλία που προσφέρουν πληροφόρηση, πηγές και απαντήσεις στα ερωτήματα που μας απασχολούν όλους, πήραν για τα καλά το πάνω χέρι στις προτιμήσεις των αναγνωστών, ξεπερνώντας σε αριθμούς ακόμη και τη σύγχρονη πεζογραφία. Κατ’ αυτά, οι «Μεγάλες προσδοκίες» του Geert Mak θα γίνουν αντικείμενο μελέτης από πολλούς Έλληνες. Και αυτό είναι καλό.

Αμέσως παρακάτω, θα παραθέσουμε μερικές παραγράφους από το 10ο Κεφάλαιο του βιβλίου, με τίτλο: «Φαντάσματα του παρελθόντος: 2014». Είναι το κεφάλαιο που μιλά για τον Πούτιν, τη Ρωσία και την Ουκρανία. Είναι εξόχως διαφωτιστικό — και εννοούμε το κεφάλαιο στο σύνολό του, καθώς εδώ θα διαβάσουμε ένα πολύ μικρό κομμάτι, μόνο το 10%.

                                                        * * *

Το χέρι του παρελθόντος φτάνει μακριά, τα παλιά πνεύματα δεν ηρεμούν γρήγορα, κι αυτό ισχύει οπωσδήποτε για την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 και το κενό που άφησε πίσω της – και σε προσωπικό επίπεδο. Το 1991 οι Ρώσοι υπέστησαν τριπλή απώλεια: το πολιτικό τους σύστημα κατέρρευσε, η αυτοκρατορία τους χάθηκε –τα ευρωπαϊκά κράτη δορυφόροι ακολούθησαν τον δικό τους δρόμο– και η ίδια η σοβιετική πατρίδα τους έπαψε να υπάρχει. “Προς το 1991 είχαν απομείνει μόνο λίγοι αφοσιωμένοι κομμουνιστές” έγραψε εκ των υστέρων ο βρετανός δημοσιογράφος και ρωσολόγος Σον Γουόκερ “αλλά αυτό δεν έκανε την κατάρρευση λιγότερο τραυματική. Οι Ρώσοι αισθάνονταν ότι δεν έχασαν μόνο μια αυτοκρατορία και μια ιδεολογία, αλλά την ουσία της ίδιας τους της ύπαρξης. Αν δεν ήταν σοβιετικοί πολίτες πια, τότε τι ήταν;” Αυτό που για τον έναν ήταν απελευθέρωση, για άλλους ήταν πολύ συχνά πηγή ντροπής και ταπείνωσης. Ο Πούτιν αποκάλεσε τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης “τη μεγαλύτερη καταστροφή στη ρωσική ιστορία”.

[…]

Αν και η Ουκρανία ανεξαρτητοποιήθηκε το 1991, τα ερωτήματα κι οι συζητήσεις για την ταυτότητα της χώρας παρέμεναν: ήταν ευρωπαϊκή άραγε ή μέρος τελικά του ρωσικού mir (κόσμου); Σύμφωνα με τον Πούτιν δεν έπρεπε καν να υπάρχει: “Το ξέρεις, Τζορτζ, ότι η Ουκρανία δεν είναι καν κράτος;” είπε σύμφωνα με την εφημερίδα Kommersant στον πρόεδρο Μπους τον νεότερο στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ του 2008.“Τι είναι η Ουκρανία; Ένα τμήμα της περιοχής είναι Ανατολική Ευρώπη. Ένα άλλο τμήμα, ένα σημαντικό τμήμα, το χαρίσαμε”. Η Ουκρανία ήταν, κοντολογίς, μια χώρα πάνω από την οποία, όπως έγραψε κάποτε ένας σχολιαστής, εδώ και χρόνια αναβόσβηναν μεγάλα κόκκινα φωτεινά γράμματα: “Προσοχή. Εξαιρετικά εύθραυστη. Handle with care”.

[…]

Κατά τη σύγκρουση στη Γεωργία ο Πούτιν ήταν «μόνο» πρωθυπουργός παρ’ όλα αυτά τούτος ο Πόλεμος των Πέντε Ημερών σήμανε γι’ αυτόν μια κορυφαία στιγμή. Η ρωσική κρατική τηλεόραση έδειχνε διαρκώς εικόνες του ρωσικού στρατού που προέλαυνε αμείλικτα. Αυτή ήταν η νέα Ρωσία, μια Ρωσία που ήταν πάλι σε θέση να διεξαγάγει έναν πατριωτικό πόλεμο, μια Ρωσία που νικούσε! Ο κορυφαίος διευθυντής ορχήστρας Βαλέρι Γκεργκιόφ, ο οποίος εκείνη τη στιγμή διεύθυνε τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, μεταφέρθηκε αεροπορικώς μαζί με την ορχήστρα του στην πρωτεύουσα της Νότιας Οσσετίας Τσχινβάλι για να εκτελέσει τη Συμφωνία του Λένινγκραντ του Σοστακόβιτς στη μισοκατεστραμμένη πλατεία της πόλης – μια νικητήρια συναυλία που φυσικά μεταδόθηκε ζωντανά απ’ όλα τα εθνικά τηλεοπτικά κανάλια. Ο Μπεν Τζούντα, ένας από τους λιγοστούς δυτικούς δημοσιογράφους επιτόπου, παρακολουθούσε όρθιος πάνω σε ένα τανκ, δίπλα σε ένα συγκινημένο και εξαντλημένο ρώσο στρατιωτικό που ψιθύρισε: «Αισθάνομαι όπως πρέπει να αισθάνθηκε ο παππούς μου». Στις δημοσκοπήσεις η δημοτικότητα του Πούτιν ανέβηκε στο 83 τοις εκατό”.

[…]

Αλλά τι σόι χώρα ήταν κατά βάθος αυτή η «νέα» και «πατριωτική» Ρωσία; Υπό την ηγεσία του Βλαντίμιρ Πούτιν, στον 21ο αιώνα οι Ρώσοι έμοιαζαν να βαδίζουν προς ένα λαμπρό μέλλον – τουλάχιστον, έτσι ξεγελούσαν οι περισσότεροι τον εαυτό τους. Πίσω από αυτή τη νοσταλγική εικόνα υπήρχε στην πραγματικότητα ένα κράτος όπου εγκληματικές οργανώσεις και πρώην μέλη της KGB έκαναν κουμάντο, όπου το δίκαιο αγοραζόταν μόνο με χρήμα, και όπου για όλα όσα πήγαιναν στραβά –κι ήταν πολλά– έφταιγαν οι “ξένες δυνάμεις”. Γι’ αυτό έφταιγε το γεγονός ότι η Ρωσία, σε αντίθεση με τη Γερμανία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, έπειτα απ’ όλες τις φρικαλεότητες του Στάλιν ποτέ δεν έζησε μια φάση περισυλλογής και επαναπροσανατολισμού, Vergangenheitsbewaltigung, όπως το ονομάζουν οι Γερμανοί. Οικονομικά η χώρα παρέμενε αδύναμη, έντονα εξαρτημένη από το πετρέλαιο και άλλες πρώτες ύλες, με ελάχιστη αειφόρο ανάπτυξη, χωρίς σημαντικό εκσυγχρονισμό και σε μεγάλο βαθμό διεφθαρμένη. Με τα λόγια του Βρετανού, γεννημένου στην Ουκρανία δημοσιογράφου, Πίτερ Πομεράντσεφ: “Οι Ρώσοι έχουν περισσότερες λέξεις για τη “μίζα” απ’ ό,τι οι Εσκιμώοι για το “χιόνι”. Μια πολύ συνηθισμένη μορφή εξαγοράς επιχείρησης ήταν το raiding: ένας ανταγωνιστής της επιχείρησης λαδώνει την υπηρεσία ασφαλείας, οπότε ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης συλλαμβάνεται, και ενώ εκείνος βρίσκεται στη φυλακή η επιχείρησή του μεταφέρεται, με τη βοήθεια ενός διεφθαρμένου δικαστή, σε άλλο όνομα και πουλιέται.

[…]

Αλλά ήταν ο Πούτιν όντως ο ισχυρός άντρας πίσω απ’ όλα αυτά, ο ιδιοφυής σκακιστής που σταδιακά κατόρθωσε να φέρει τον κόσμο στα μέτρα του – όπως τον έβλεπαν πολλοί στη Δύση; Αυτό ήταν ένα ερώτημα. Μιλούσε όλο και λιγότερο με διπλωμάτες και άλλους ειδικούς, σχεδόν όλες οι πληροφορίες του έφταναν κάθε πρωί στον μεγάλο ηγέτη μέσα σε δερμάτινους φακέλους με αναφορές από τις τρεις σημαντικότερες υπηρεσίες πληροφοριών του: από την FSB –την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας– για εσωτερικά ζητήματα, από την FSO –την προσωπική φρουρά του Πούτιν– για όλα όσα αφορούσαν τη ρωσική ελίτ, και από την SVR –που εποπτεύει τους πράκτορες στο εξωτερικό– για όλα τα διεθνή ζητήματα. Μέσω του περιεχόμενου αυτών των τριών δερμάτινων ντοσιέ και μόνο, αυτές οι υπηρεσίες είχαν μεγάλη επιρροή στον ηγέτη τους. Επιπλέον ο Πούτιν δεν ήταν καθόλου σκακιστής, του άρεσε το τζούντο, και ο Γκαλεότι τον περιέγραψε και σαν τυπικό τζουντόκα, έναν μαχητή που ο ίδιος δεν ξέρει ακριβώς τι πρόκειται να κάνει αλλά που κάνει κύκλους γύρω από τον αντίπαλό του, ζυγίζοντας κάθε τόσο τη δύναμη και την αδυναμία του, και που χτυπάει μόνο όταν βλέπει ένα άνοιγμα. Ο Πούτιν ξέρει πως η Δύση, όταν προχωράει ενωμένη, είναι ιπολύ πιο ισχυρή, με εικοσαπλάσια παραγωγή, εξαπλάσιο πληθυσμό και πάνω από τριπλάσια στρατιωτική δύναμη. “Αλλά περιμένει ώσπου εμείς να κάνουμε ένα λάθος και να του δώσουμε μια καλή ευκαιρία να χτυπήσει. Θέλει να μας δει διαιρεμένους, με αποσπασμένη την προσοχή και με τόσο χαμηλό ηθικό που στο τέλος είτε κλείνουμε συμφωνία μαζί του είτε, πράγμα πιο πιθανό, δεν είμαστε πλέον σε αρκετά καλή φόρμα για να τον προκαλέσουμε”.

[…]

Όσο πιο απειλούμενο αισθανόταν το Κρεμλίνο –από τις λαϊκές εξεγέρσεις του 2011-2012, από τη Δύση, από την ανεξαρτησία της Ουκρανίας– η ανάγκη να σπείρει τον πανικό και τον φόβο γινόταν κατά τη γνώμη του όλο και πιο επιτακτική. Κάθε μορφή σύνεσης εξουδετερωνόταν, οι πιο τρελές θεωρίες έδιναν κι έπαιρναν, αεροπορικώς έφερναν ξένους ειδικούς στη διασπορά μίσους, κάθε βράδυ η Ρωσία έπρεπε να διασκεδαστεί και να αναισθητοποιηθεί. Ο Πομεράντσεφ: “Δεν μιλάμε πια για ψέματα, είναι κάτι περισσότερο: τα γεγονότα δεν έχουν σημασία πια”.

[…]

Μόλις ο Μουσταφά Ναγιέμ έμαθε εκείνη την 21η Νοεμβρίου ότι το ντιλ της ΕΕ με την Ουκρανία τελικά είχε ναυαγήσει, ο δημοσιογράφος ανέβασε μια οργισμένη έκκληση στη σελίδα του στο Facebook: “Τα λάικ δεν μετράνε”, τώρα έπρεπε να γίνουν διαδηλώσεις, ο κόσμος έπρεπε να βγει στους δρόμους, να μαζευτεί στη Μάινταν Νεζαλιέζνοστι –την πλατεία Ανεξαρτησίας– στο Κίεβο. Κι έτσι έγινε. Πρώτα μερικές εκατοντάδες, αλλά κάθε βράδυ μαζεύονταν περισσότεροι. Αρχικά ήταν κυρίως φοιτητική διαμαρτυρία, ούτε η ουκρανική αντιπολίτευση δεν ήξερε καλά καλά τι να την κάνει. Αλλά όταν τα ΜΑΤ έδιωξαν τους φοιτητές χτυπώντας τους βάναυσα με κλομπ, πολύ σύντομα δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν στη Μάινταν, μικρές ομάδες άρχισαν να κατασκηνώνουν εκεί, οι διαδηλώσεις μεταδόθηκαν σε άλλες πόλεις, στο κέντρο του Λβιβ οι φοιτητές έστησαν αντίσκηνα με τη σημαία της ΕΕ στην κορυφή, βετεράνοι ήρθαν σε βοήθεια των “Ευρωμαϊντανιστών”, ώσπου να πεις κύμινο γεννήθηκε ένα λαϊκό κίνημα. Που συνέχιζε να μεγαλώνει.

[…]

Στο μεταξύ τα ρωσικά εργοστάσια τρολ έδιναν τη δική τους ερμηνεία σε τούτη τη λαϊκή εξέγερση. Δεν ήταν μόνο εθνικιστές φασίστες, έλεγαν, επρόκειτο επιπλέον για “επικείμενη δικτατορία των γκέι”. Ένα φάντασμα πλανιόταν, λέει, στην πλατεία Μάινταν, “το φάντασμα της ομοφυλοφιλίας”. Ένα σχόλιο στη ρωσική τηλεόραση: “Είναι πασίγνωστο γεγονός ότι οι πρώτοι και πιο φανατικοί υποκινητές στην Ουκρανία είναι τοπικοί σεξουαλικά διεστραμμένοι”.

[…]

Οι πρώτοι νεκροί έπεσαν έξι μέρες αργότερα, στις 22 Ιανουαρίου, όταν πυροβολήθηκαν δύο διαδηλωτές. Αμέσως συνέρρευσαν υποστηρικτές απ’ όλη τη χώρα, από εκείνη τη στιγμή ο Γιανουκόβιτς είχε ματωμένα χέρια, στα μάτια τους ήταν αδύνατον να παραμείνει στην εξουσία. Ήταν μια επίθεση στην ίδια τους την πολιτική κοινότητα, ενορχηστρωμένη από την παλιά αυτοκρατορική εξουσία. Η φιλοευρωπαϊκή επανάσταση της Μάινταν μετατράπηκε σε πατριωτικό κίνημα. Ο Τίμοθι Σνάιντερ, χρονικογράφος της Ανατολικής Ευρώπης: “Μια διαδήλωση που ξεκίνησε προς υπεράσπιση ενός ευρωπαϊκού μέλλοντος κατέληξε στην υπεράσπιση των λίγων εύθραυστων κεκτημένων στο ουκρανικό παρόν”.

[…]

Μια μέρα νωρίτερα, στις 18 Φεβρουαρίου του 2014, η “ιερά πόλη» Μάινταν εξερράγη. Στις στέγες ολόγυρα εμφανίστηκαν ελεύθεροι σκοπευτές, οι “μονάδες αυτοάμυνας” του κινήματος Μάινταν ήταν κι αυτές όλο και πιο καλά εξοπλισμένες, και εκείνη τη μοιραία Τρίτη ξεκίνησε μια ανταλλαγή πυρών που θα διαρκούσε μέρες. Συνολικά υπήρχαν περίπου εκατό νεκροί και τουλάχιστον εφτακόσιοι τραυματίες, μακράν το μεγαλύτερο μέρος από την πλευρά των διαδηλωτών.

[…]

Ο Πούτιν έδρασε αστραπιαία. Η λήψη αποφάσεων γινόταν τώρα σε πολύ στενό κύκλο, ακόμα κι ο υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, ένας θρύλος σε διπλωματικούς κύκλους, δεν προσκλήθηκε στη συνάντηση όπου αποφασίστηκε να προσαρτηθεί η Κριμαία. Μόνο ο Πούτιν και οι υπηρεσίες πληροφοριών του αποφάσιζαν, άλλες εκτιμήσεις και άλλα συμφέροντα δεν μετρούσαν πια. Τα προηγούμενα χρόνια ο ρωσικός στρατός είχε μάθει πολλά. Ένα εξαιρετικά καλά προετοιμασμένο και εκπαιδευμένο στράτευμα αποτελούμενο από περίπου δέκα χιλιάδες στρατιωτικούς –με στολή αλλά χωρίς διακριτικά, τα λεγόμενα πράσινα ανθρωπάκια– κατέλαβε μέσασε λίγες μέρες το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο Σότσι, δύο εβδομάδες νωρίτερα, χρησιμοποιήθηκαν για κάλυψη: μετά το τέλος των αγώνων τα πλοία και τα στρατεύματα που δήθεν χρειάζονταν εκεί για την ασφάλεια στάλθηκαν απλώς στην Κριμαία. Ήταν, λέει, “μονάδες αυτοάμυνας” κατά της “επέλασης των φασιστών” του κινήματος Μάινταν. Ταυτόχρονα τα ρωσικά εργοστάσια τρολ ξεκίνησαν μια κυβερνοεκστρατεία γεμάτη πλασματικά πρόσωπα με σοκαριστικές ιστορίες για τις “φασιστικές” βαρβαρότητες στην Κριμαία και –επίσης πλασματικές– συνεντεύξεις με ρώσους πρόσφυγες”.

[…]

Τη Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου άρχισε η εισβολή, την Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου ορίστηκε μια προσωρινή κυβέρνηση, ένας τοπικός γκάνγκστερ έγινε πρωθυπουργός, την Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου το ρωσικό κοινοβούλιο αποφάσισε την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσική Ομοσπονδία. Στις 21 Μαρτίου, ούτε έναν μήνα μετά την έναρξη της στρατιωτικής επιχείρησης στην Κριμαία, η ρωσική σημαία κυμάτιζε σε όλες σχεδόν τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Η προσάρτηση ολοκληρώθηκε με ένα ψευτοδημοψήφισμα από τον πληθυσμό – υπήρχαν μόλις δύο δυνατότητες επιλογής, που και οι δύο είχαν σαν δεδομένο μια ρήξη με την Ουκρανία. Κοντολογίς, ήταν μια κλοπή εδάφους υψίστης μορφής, μια πλήρης ρήξη με όλους τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Με την προσάρτηση της Κριμαίας –κι αργότερα τη δήθεν εισβολή στην Ανατολική Ουκρανία– ο Πούτιν παραβίασε επιπλέον μία από τις σημαντικότερες μεταπολεμικές συμφωνίες ασφαλείας: το λεγόμενο Μνημόνιο της Βουδαπέστης του 1994, όπου η Ουκρανία παρέδωσε όλα τα πυρηνικά όπλα της, με αντάλλαγμα την επίσημη υπόσχεση της Ρωσίας, της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών ότι τα σύνορά της θα ήταν εγγυημένα εις το διηνεκές. […]