Βιβλιο

Pearl Jam: Ο Ronen Givony μιλάει για το βιβλίο «Not For You»

Η ανατρεπτική μπάντα του Σιάτλ μέσα από τα μάτια ενός fan

Γιώργος Φλωράκης
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συνέντευξη: Ο Ronen Givony μιλάει στην ATHENS VOICE για το βιβλίο που έγραψε για τους Pearl Jam, «Not For You», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ

Αν στην αρχή της δεκαετίας του 1990, όταν κυριαρχούσε η ποπ και τα συνθεσάιζερ, ένα συγκρότημα που βασιζόταν στον κιθαριστικό ήχο πίστευε ότι θα μπορούσε να πουλήσει τρελά και να γίνει διάσημο, κανείς δεν θα το έπαιρνε στα σοβαρά. Όμως συγκροτήματα όπως οι Pearl Jam τα κατάφεραν με τον καλύτερο τρόπο. Ακόμη χειρότερα, αν στις αρχές της δεκαετίας του 2020, όταν κυριαρχεί το τραπ, η ανεγκέφαλη ποπ και το auto-tune, ένας τύπος πιστεύει ότι θα γράψει ένα βιβλίο για τους Pearl Jam και αυτό θα πουλήσει καλά αλλά και θα μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, το πιθανότερο είναι ότι κανείς δεν θα ασχοληθεί μαζί του. Κι όμως, ο Ronen Givony το έκανε, το βιβλίο πάει θαυμάσια, μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Πάνο Τομαρά και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Οξύ. 

Ασχολείστε πολύ με την κλασική μουσική. Τι θα μπορούσε να βρει ένας άνθρωπος που ακούει κλασική μουσική στη μουσική των Pearl Jam;
Νομίζω ότι η μουσική των Pearl Jam, αυστηρά μιλώντας, πιθανότατα δεν έχει μεγάλη σχέση με τις συμβάσεις της κλασικής μουσικής, καθαυτές. Αυτό που νομίζω ότι έχουν κοινό αυτοί οι κόσμοι, είναι μια ορισμένη ένταση στη φαντασία και ένα συγκεκριμένο είδος αφοσίωσης, πίστης και περιέργειας. Όταν μυήθηκα στην κλασική μουσική, ήμουν άνθρωπος του ροκ εν ρολ, μεγάλωσα ακούγοντας πανκ, ηλεκτρονική μουσική, ροκ και πραγματικά δεν άκουγα κλασική μουσική μέχρι που τελείωσα το κολέγιο. Αυτό που με οδήγησε σε αυτήν, θα έλεγα ότι ήταν η ανακάλυψή μου ότι, οι λάτρεις της κλασικής μουσικής και οι ειδικοί της, τείνουν να έχουν πολύ ισχυρές απόψεις για πράγματα που αφορούν ερμηνευτές και ηχογραφήσεις, όπως ποια είναι η καλύτερη εκδοχή μιας Σονάτας για πιάνο του Μπετόβεν, ποιος μαέστρος εκτέλεσε καλύτερα Συμφωνίες του Μάλερ, του Μπρούκνερ ή του Μπραμς ή αν η ηχογράφηση του 1955 των Παραλλαγών Goldberg του Bach από τον Glenn Gould ήταν καλύτερη από την ηχογράφηση του 1982. Οι fans των Pearl Jam γίνονται πολύ σοβαροί όταν η συζήτηση έχει να κάνει με το ποια εποχή του συγκροτήματος ήταν η καλύτερη ή σε ποια περιοδεία τους έπαιξαν στο υψηλότερο επίπεδο· λοιπόν, νομίζω ότι είναι πραγματικά θέμα κοινού, νομίζω ότι το κοινό των Pearl Jam δείχνει πραγματικά έναν ασυνήθιστο βαθμό φανατισμού και εμμονής για το συγκρότημα του, σε αντίθεση, θα έλεγα, με πολλούς οπαδούς καλλιτεχνών της ποπ και της ροκ μουσικής. Η αφοσίωσή τους έχει παρόμοια ένταση με αυτή του κοινού της κλασικής μουσικής.

Όταν κυκλοφορήσατε το βιβλίο, είχατε παρακολουθήσει το συγκρότημα να παίζει ζωντανά 57 φορές. Πόσες φορές το έχετε δει μέχρι τώρα;
Αυτός ο αριθμός δυστυχώς έμεινε εκεί που ήταν, δεν είχα την ευκαιρία να τους δω από τότε που κυκλοφόρησε το βιβλίο, είχα εισιτήρια για να τους παρακολουθήσω σε αρκετές παραστάσεις στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Νέα Υόρκη στο Madison Square Garden, στο Λος Άντζελες, προφανώς όλα αυτά αναβλήθηκαν, όχι μόνο μία, αλλά δύο φορές λόγω Covid. Ελπίζω να τους δω ξανά στην Ευρώπη τον Ιούλιο και τον Μάιο στις Ηνωμένες Πολιτείες, οπότε αυτός ο αριθμός θα ανέβει.

Όταν έβγαιναν οι πρώτοι ήχοι από το Σιατλ, περιμένατε ότι η σκηνή θα δημιουργήσει κάτι τόσο μεγάλο;
Όταν βγήκαν αυτοί οι πολύ σημαντικοί δίσκοι του 1991, οι Nirvana με το “Nevermind”, οι Pearl Jam με το “Ten”, οι Soundgarden με το “Badmotorfinger” ήμουν δώδεκα χρονών στα δεκατρία, μεγάλωνα στα προάστια της Νότιας Φλόριντα όπου, εκείνη την εποχή, θα ήσουν είτε άνθρωπος της μουσικής, είτε αθλητής, είτε θα ασχολιόσουν με τα βιντεοπαιχνίδια. Όλοι όμως γυρίζαμε σπίτι από το σχολείο και ανοίγαμε το MTV, ήταν μια παγκόσμια γλώσσα αυτό που συνέβαινε. Εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή ανέβαινε ο ήχος του Σιάτλ και αυτό οφειλόταν σε πολλούς παράγοντες: ήταν αυτή η συγκεκριμένη καμπή της ποπ κουλτούρας, ήταν το heavy metal και η ροκ σκηνή του LA της δεκαετίας του 1980 που πέθαινε, ήταν και η τεχνολογία, μια εποχή που τα μουσικά βίντεο είχαν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από ό,τι έχουν τώρα. Επίσης, νομίζω ότι το εμπορικό ραδιόφωνο άγγιζε πολύ διαφορετικά κοινά, πολύ πιο πλατιά από ό,τι τώρα. Ήταν πολύ πιο μονοσήμαντο το περιβάλλον, μια εποχή που όλοι κάπως, αντιλαμβάνονταν ότι 5 ή 10 ή 15 μεγάλοι καλλιτέχνες ήταν το επίκεντρο της μουσικής πραγματικότητας και όλοι ήξεραν ποιοι ήταν αυτοί. Εκείνη την εποχή, δεν είμαι καν σίγουρος ότι μια μπάντα στο Σιάτλ γνώριζε ότι αυτό που έκανε θα δημιουργούσε κάτι σπουδαίο. Είναι γνωστό ότι οι Pearl Jam που εμφανίστηκαν το 1991, θεωρήθηκαν ως ένα βαθμό το δεύτερο κύμα του grunge. Υπήρξε ένα αρχικό κύμα το 1989 με τους Mudhoney, τους Soundgarden, τους Alice in Chains, τους πρώιμους Nirvana και υπήρχαν άνθρωποι στο Σιάτλ εκείνη την εποχή που έλεγαν ότι στα μέσα του 1989 το grunge είχε τελειώσει. Οπότε σίγουρα νομίζω ότι κανείς, ούτε οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, ούτε το κοινό περίμενε να είναι αυτή η στιγμή που αναδύθηκε αυτός ο νέος ήχος και νομίζω ότι αυτό είναι μέρος του ρομαντισμού εκείνης της εποχήςγια μια μουσική που ήρθε από το πουθενά και εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα.

Πώς αποφασίσατε να γράψετε το βιβλίο για τους Pearl Jam;
Υποθέτω ότι υπάρχουν δύο απαντήσεις∙ στο πρώτο κεφάλαιο αναφέρω πώς μου ήρθε η ιδέα όταν ήμουν σε μια συγκεκριμένη συναυλία τους στο Σικάγο το 2016, στο Wrigley Field και περίμενα να ξεκινήσει το συγκρότημα κι ένιωθα παράξενα κοιτάζοντας γύρω μου και παρατηρώντας τον κόσμο που ήταν εκεί. Μόλις είχα τελειώσει το πρώτο μου βιβλίο που αφορούσε τους Jawbreaker, οπότε δεν σκεφτόμουν να γράψω ένα νέο βιβλίο, είχα δώσει στον εαυτό μου μερικές εβδομάδες ή μήνες άδεια και απλώς απολάμβανα τη νέα μου ελευθερία. Όμως, ναι, ήμουν στο σόου και παρατηρώντας το κοινό συνειδητοποίησα ότι, σε όλη μου την έρευνα, διαβάζοντας μουσικά βιβλία και πηγαίνοντας σε βιβλιοπωλεία, υπήρχαν περίπου μια ντουζίνα βιβλία για τους Nirvana και τον Kurt Cobain, ήταν ίσως άλλα τόσα για τους Metallica, υπήρχαν αρκετά για τους Green Day και, με εξαίρεση ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1998 και ένα δεύτερο βιβλίο που ήταν το επίσημα εγκεκριμένο coffee table που κυκλοφόρησαν οι ίδιοι οι Pearl Jam για την επέτειό τους, πραγματικά δεν υπήρχε κάποια ανεξάρτητη τοποθέτηση από κάποιον για τη θέση τους στον κόσμο της μουσικής μετά από 30 χρόνια καριέρας. Έτσι, όταν συνειδητοποίησα ότι το 2021 θα ήταν η 30ή επέτειος του “Ten” και εκείνης της πρώτης χρονιάς του grunge, σκέφτηκα, ωραία, αφού κανείς δεν έχει γράψει αυτό το βιβλίο ακόμα, ίσως αυτό να είναι κάτι που θα έπρεπε να κάνω εγώ.

Τι σας τράβηξε στους Pearl Jam σε πρώτο επίπεδο;
Προφανώς η μουσική, προφανώς τα βίντεο των live, παρακολουθούσα το MTV Unplugged όταν ήμουν 11 ή 12 ετών, αυτές οι εικόνες και αυτή η μουσική είχαν κάψει πραγματικά στον εγκέφαλό μου από πολύ νωρίς και ήταν επίσης σημαντικά για σχεδόν όλους όσους γνώριζα. Επιπλέον, θα έλεγα ότι, από την αρχή ήταν αρκετά προφανές ότι ο Eddie Vedder και οι Pearl Jam δεν ήταν απλώς ένα συγκρότημα, αντιμετώπιζαν τον ρόλο τους συναισθηματικά, εσωτερικά και με μεγάλη πολιτική ευαισθησία. Θα ήταν δύσκολο να ξεχάσουμε πώς, το 1992, όταν έπαιξαν στο MTV Unplugged κατά τη διάρκεια του “Porch”, ο Eddie Vedder σήκωσε το μανίκι της μπλούζας του και διαβάσαμε τις λέξεις “Pro Choice” στο μπράτσο του, αυτή ήταν μια σημαντική στιγμή για τότε, ακριβώς όπως και για τώρα, στις Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση το δικαίωμα μιας γυναίκας στην επιλογή, όταν νιώθει να δέχεται μια ερωτικού περιεχομένου επίθεση. Επιπλέον, όταν είσαι 11 ετών, είναι σημαντικό όταν αντιλαμβάνεσαι ότι δεν χρησιμοποιεί κάθε καλλιτέχνης την πλατφόρμα που έχει στη διάθεσή του, το MTV στην προκειμένη περίπτωση, για να υποστηρίξει τα δικαιώματα των αμβλώσεων, για να μιλήσει ενάντια στη βία με όπλα, να μιλήσει για εκφοβισμό στο πλαίσιο της οικογένειας, να μιλήσει τελικά για τον μιλιταρισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες ή την αμερικανική δεξιά. Έτσι οι Pearl Jam ήταν πάντα μια μπάντα που μας έκανε περήφανους που ήμασταν θαυμαστές της. Από πολύ νωρίς, στέκονταν έμπρακτα δίπλα στους θαυμαστές τους, στο fan club τους, φρόντιζαν για την πρόσβαση στα εισιτήρια, ακόμα και εκεί που είχαν καθοριστεί οι θέσεις φρόντιζαν πάντα τους πιο παλιούς θαυμαστές τους. Επομένως, δεν είναι μόνο ένας μουσικός οργανισμός, είναι ηθικός και πολιτικός οργανισμός και νομίζω ότι έδωσαν σε πολλούς ανθρώπους μια ηθική πυξίδα, που δεν υπήρχε με τον ίδιο τρόπο στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ειδικά στο MTV.

Γιατί πιστεύετε ότι είναι η καλύτερη μπάντα από τη δεκαετία του 1990;
Γιατί νομίζω ότι είναι προφανώς καλλιτέχνες των οποίων η επίδραση και η επιρροή μπορούμε να πούμε ότι έφτανε, λίγο πιο μακριά, όπως ο Dr. Dre με το “The Chronic”, οι Nirvana με το “Nevermind”, αυτοί ήταν δίσκοι της εποχής που όχι μόνο άλλαξαν τον τρόπο που άκουγαν οι νέοι, αλλά άλλαξαν τον τρόπο που οι ίδιοι οι μουσικοί έγραφαν μουσική και επηρέασαν αμέτρητους καλλιτέχνες, παραγωγούς και τραγουδοποιούς. Οι Pearl Jam όμως, είναι λίγο διαφορετικοί, είχαν πάντα ανθρώπους που επηρεάζονταν από αυτούς, είχαν πάντα πολλούς θαυμαστές, αλλά όταν αποτόλμησα την άποψη στο βιβλίο ότι ήταν το καλύτερο συγκρότημα της δεκαετίας του 1990, αυτό ήταν κυρίως, αυστηρά μιλώντας, μόνο και μόνο λόγω της μουσικής. Από το 1991 έως το 1998 κυκλοφόρησαν 5 σπουδαίους δίσκους, τα “Ten”, “Vs”, “Vitalogy”, “No Code” και “Yield”, που όλα στέκονται μέχρι σήμερα εξαιρετικά, κατά τη γνώμη μου. Αν σκεφτούμε τις άλλες μπάντες της δεκαετίας του 1990, τους Pavement, τους Fugazi, τους Nirvana, τους Guided by Voices, τους Built to Spill είχαν όλοι έναν δίσκο, δύο δίσκους, ακόμη και τρεις πολύ καλούς δίσκους, όμως δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορούσα να σκεφτώ μια μπάντα ή έναν καλλιτέχνη που βρίσκεται στην κορυφή του παιχνιδιού καλλιτεχνικά για 7, 8, 9 συνεχόμενα χρόνια με έναν κατάλογο 5 δυνατών άλμπουμ στη σειρά. Έτσι, για τη δική μου λογική, νομίζω ότι βρίσκονταν σε ένα δημιουργικό σερί, τους πήρε λίγο χρόνο για να απoφασίσουν ότι είναι σπουδαίοι αλλά κατάφεραν να είναι ταπεινοί και να συνεχίσουν να γράφουν μουσική και με κάποιον τρόπο, συνέχισαν να βελτιώνονται, κάτι που δεν είναι καθόλου συνηθισμένο.

Αν έπρεπε να επιλέξετε το καλύτερο άλμπουμ των Pearl Jam, ποιο θα ήταν αυτό και γιατί;
Αμφιταλαντεύομαι με αυτό. Νομίζω ότι, γενικά μιλώντας, ίσως το πιο δυνατό είναι το “Vs”. Νομίζω ότι γι’ αυτό το άλμπουμ υπήρχαν τόσες πολλές προσδοκίες και ταυτόχρονα ήταν τόσοι πολλοί που ήλπιζαν ότι θα αποτύχουν, και το γεγονός ότι έβγαλαν 10 ή 11 τραγούδια τόσο δυνατά, νομίζω ότι συνεχίζει να είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά πράγματα γύρω από τους Pearl Jam. Αλλά, πάλι -και προσπαθώ να το πω αυτό στο βιβλίο- το “No Code” που βγήκε μετά το “Vitalogy”, είναι κάπως αγνοημένο, βγήκε το 1996, βγήκε εκείνη την εποχή που η προσοχή του μουσικού κόσμου μετατοπιζόταν από το Σιάτλ προς τη βρετανική ποπ, προς τους Oasis και τους Blur, προς το χιπ χοπ με τους Tupac και Jay-Z. Ήταν αστείο που το 1994 κυκλοφόρησαν το “Vitalogy”, το δεύτερο άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών, και μόλις δύο χρόνια αργότερα κυκλοφόρησαν το “No Code” που λίγο πολύ αγνοήθηκε. Και γίνεται ακόμα πιο ειρωνική αυτή η κατάσταση γιατί εδώ υπάρχει μεγάλο εύρος, υπάρχουν τραγούδια αγάπης, υπάρχουν μπαλάντες, υπάρχει σκληρό πανκ, υπάρχει ένα σχεδόν κάντρι τραγούδι, υπάρχει πειραματική μουσική! Κατά τη γνώμη μου, το “No Code” ευθυγραμμίζεται πραγματικά με σπουδαίους δίσκους, όπως το “White Album” που αποτελούν σχεδόν εγκυκλοπαίδειες διαφορετικών στιλ και δείχνουν τι μπορεί να κάνει μια μπάντα, όταν τα μέλη της είναι μαζί 5 χρόνια και διευρύνονται λίγο και προσπαθούν να κάνουν πράγματα έξω από τα συνηθισμένα.

Τι γνώμη έχετε για τους Mother Love Bone;
Προσπάθησα να γράψω για αυτό επίσης στην αρχή του βιβλίου, νομίζω ότι δεν μπορούμε να προσπεράσουμε τη σημασία των Mother Love Bone στη δημιουργία των Pearl Jam και πραγματικά νομίζω ότι αν δεν ήταν τριγύρω η απίστευτη φιγούρα του Andy Wood, όλη η ιστορία θα ήταν πολύ διαφορετική, νομίζω ότι θα ήταν πιθανό να μην είχαν προκύψει οι Pearl Jam. Προσωπικά, πιστεύω ότι το “Crown of Thorns” παραμένει κλασικό και η εκδοχή των Pearl Jam είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχουν κάνει, αλλά το μεγαλύτερο μέρος των Mother Love Bone αποτελεί έναν πρόδρομο, ένα είδος Guns N' Roses από το Σιάτλ. Το σημαντικό δεν είναι τι έκαναν εκείνοι, είναι τι ήρθε μετά από αυτούς, τι προέκυψε από εκείνους.

Και για τους Temple Of The Dog;
Πραγματικά πιστεύω ότι αυτή είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές, όλη εκείνη η εποχή, μόνο το γεγονός ότι ήταν εκεί ο Chris Cornell… Θα έλεγα ότι το album των Temple of the Dog και το soundtrack του “Singles” είναι συνδεδεμένα με κάποιον τρόπο. Σαν ο Chris Cornell να γράφει και οι Pearl Jam με τους Soundgarden να παίζουν μαζί. Όμως πολύ περισσότερο από αυτό, αυτός ο δίσκος είναι μια χειρονομία προς τη μουσική κοινότητα, είναι μια πράξη αλληλεγγύης, το να γράφεις τραγούδια για τον φίλο σου, ο οποίος πέθανε με τον ίδιο τρόπο που δυστυχώς πέθαναν εκείνη την εποχή πολλοί άνθρωποι από το Σιάτλ. Μερικά από αυτά τα τραγούδια, τα “Say Hello to Heaven” και “Hunger Strike”, κατατάσσονται μεταξύ των καλύτερων που παρήγαγε το Σιάτλ εκείνη την περίοδο και υπάρχει λόγος που οι Pearl Jam το παίζουν μόνο σε εξαιρετικά ειδικές περιστάσεις. Ξέρουν ότι το “Hunger Strike” δεν είναι ένα τραγούδι για να παίζεται κάθε βράδυ, είναι για ειδικές στιγμές.

Τι πιστεύετε για τις παράλληλες δουλειές των μελών των Pearl Jam (Ament, κ.λπ.);
Είμαι μεγάλος θαυμαστής του Mike McCready και του δίσκου που έκανε με τους Mad Season, εκεί που ήταν αυτός και ο Layne Staley. Κατά τη γνώμη μου είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον album που βγήκε παράλληλα με τους Pearl Jam.

Και για τα σόλο άλμπουμ του Eddie Vedder;
Τα βρίσκω απολαυστικά, άκουσα αρκετά το soundtrack του “Into the Wild”, αλλά αυτό που νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον είναι ότι κανένας από αυτούς τους τύπους, αυστηρά μιλώντας, δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα άλλο πέρα από τους Pearl Jam, κι όμως, ο Matt Cameron, ο Stone Gossard κάνουν πολλά παράπλευρα πράγματα. Θα πίστευες ότι οποιοσδήποτε άλλος είχε πουλήσει τόνους δίσκων κι έπαιζε συναυλίες σε όλο τον κόσμο θα έκανε ένα διάλειμμα, θα έβρισκε κάτι άλλο να κάνει στον ελεύθερο χρόνο του αλλά εκείνοι συνεχίζουν να γράφουν μουσική και να ηχογραφούν άλμπουμ και σέβομαι πραγματικά αυτή την καλλιτεχνική τους πείνα και την πνευματική τους περιέργεια και τη σόλο δουλειά τους. Φαίνεται επίσης ότι έτσι μαζεύεται το συγκρότημα όλο και πιο συχνά και γράφουν περισσότερη μουσική.

Τι περιμένετε από τη μπάντα ή τα μέλη της στο μέλλον; Πιστεύετε ότι μπορούν να κάνουν κάτι τόσο μεγάλο όπως και στο παρελθόν;
Πιστεύω πως για λίγο, στα χρόνια του “Lightning Bolt” ή του “Backspacer” ήταν εύκολο να φανταστεί κανείς ότι οι καλύτερες ημέρες των Pearl Jam ήταν πίσω τους, νομίζω πως οι παραπάνω δίσκοι δεν ανήκουν στους καλύτερούς τους αλλά την ίδια στιγμή σκέφτομαι ότι τα τελευταία 2 χρόνια άνθρωποι όπως ο David Bowie, o Leonard Cohen, ακόμα κι αν έχουν πεθάνει, είναι καλλιτέχνες με 3 και 4 δεκαετίες πίσω τους και είναι ενθαρρυντικό να βλέπεις ότι αγγίζουν νέα επίπεδα δημιουργικότητας. Το “Black Star” είναι ένα κλασικό παράδειγμα αυτού που αναφέρω. Θα ήθελα πολύ να δω ένα τέτοιο άλμπουμ από τους Pearl Jam, είμαι βέβαιος ότι έχουν ακόμα ένα φανταστικό άλμπουμ να κυκλοφορήσουν. Και επειδή είναι έτσι όπως είναι, αν και θα μπορούσαν να παίζουν το “Jeremy” κάθε νύχτα, στην πρώτη τους μετά-Covid εμφάνιση στο New Jersey, έπαιξαν 3 νέα κομμάτια στη σειρά. Νομίζω θα συνεχίσουν να μας εκπλήσσουν και θα ήθελα πολύ να δω έναν δίσκο που να δείχνει την ωρίμανσή τους και τα διδάγματά τους μετά από 30 χρόνια. Θα ήθελα να δω τον Eddie Vedder να γράφει το δικό του “Temple of the Dog” για τον Chris Cornell και για όσους δεν είναι εδώ πια μαζί μας. Θα ήταν ανώριμο να τους ξεγράψουμε και πιστεύω πως ό,τι κι αν έχουν στα σκαριά, βρίσκονται σε μία θέση όπου εκατομμύρια κοινού αναμένουν να δουν τι έχουν ετοιμάσει.