Βιβλιο

LawVid-19 - Διήγημα: Μαριάνθη Νταφούλη, Για τα μάτια της Χαρούλας

«Την είχα δει στην εκκλησιά τη Χαρούλα. Κάτω απ’ τις εικόνες. Σαν αγία ήταν κι αυτή, Θέ μου σγχώρα με!»

A.V. Team
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

LawVid-19: Διαβάστε το διήγημα της Μαριάνθης Νταφούλη με τίτλο «Για τα μάτια της Χαρούλας» που απέσπασε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό

Για τα μάτια της Χαρούλας

Σαράντα μέρες τώρα χωρίς καφενείο. Κι αυτά μας τα κλείσανε, πανάθεμα τους αθεόφoβους. Και γυροφέρνω στην πλατεία σαν την άδικη κατάρα τ’ απογέματα. Έχω και το χαρτί απάνω μου, ότι κάνω άσκηση. Ώρα είναι τώρα να πλερώνουμε και πρόστιμα. Το πήραν σοβαρά κι οι μπάτσοι του χωριού, ο Μητσάρας κι ο Σάκης, αντί να κάνουν καμιά δουλειά της προκοπής. Μέχρι προχθές παίζαμε μαζί πρέφα και τώρα μου το ‘παίζουν εμένα εξουσία και μου κάνουν και συστάσεις.

Άδειο το χωριό. Μαντρωθήκαν όλοι μέσα, σαν τα κουτορνίθια. Κι άμα συναπαντήσω κάνα χωριανό, αλλάζει δρόμο. Λες κι έχω εγώ το χτικιό το κακό.

«Εγώ, ρε, δεν κολλάω, είμαι άντρας γερός», θέλω να τους φωνάξω, μα το πνίγω, τι να εξηγώ τώρα.

Σαν τις γυναικούλες, που κάνουν τον σταυρό τους μπροστά στην τηλεόραση κι αφήσανε έρημο τον οίκο του Θεού χρονιάρες μέρες, γίνανε κοτζάμ άντρες.

Μας κλείσανε και τις εκκλησιές, οι αθεόφοβοι. Δόξα τω Θεώ που καταφέραμε και κοινωνήσαμε στη ζούλα μεγάλο Σάββατο, παραέξω δεν το λέω.

Είδα και τον Τάκη προχτές. Τον έστειλε η κυρά για ψώνια. Άμα δεν είναι για ψώνια, κλεισμένο μέσα τον έχει δυο μέτρα άντρα, τού ‘βαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι. Μέχρι και με μάσκα τον έβαλε να κυκλοφορεί. Ποιον; Αυτόν που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του και στο καφενείο δεν τολμάει κανείς να του γυρίσει λόγο. Και τώρα τον ορμηνεύει η κυρά-Κούλα, λες κι είναι σκολιαρόπαιδο. Πήγα να του μιλήσω, να κάνουμε λίγη πλάκα κι έκοψε πέρα κι αυτός. Πάω στοίχημα ότι μέχρι κι αντισηπτικό στην τσέπη τού ‘χει φορτώσει η κυρά-Κούλα.

Χέστηδες όλοι, που να ‘χουν την κατάρα του Θεού, ούτε να λειτουργήσουμε τον Επιτάφιο φέτος δεν μας αφήκανε. Τόσα χρόνια, από δεκαπέντε χρονώ παιδί, τον κουβαλάω στην πλάτη μου Μεγάλη Παρασκευή, να γένει η περιφορά στο χωριό. Πρώτη φορά τέτοια πράγματα, να μην δει το χωριό τον Επιτάφιο.

Μ’ έπιασε η ψυχή μου μέσα στους τέσσερις τοίχους. Και πού να πάω άμα δεν βλέπω άνθρωπο. Να πιω το τσιπουράκι μου, να παίξω την πρέφα μου, να πω δυο λόγια βρε αδερφέ, σαν άνθρωπος. Με τη γυναίκα στο σπίτι να κάτσω; Τι να πω; Σαν το θεριό στο κλουβί είμαι.

Όπως τότε, το ’86 με το Τσερνομπίλ. Ήμουν δεν ήμουν τότε δεκάξι χρονώ. Μεγάλη Παρασκευή μάς έφτασε ‘δώ το σύννεφο το μολυσμένο, που λέγανε τότες.

Την είχα δει στην εκκλησιά τη Χαρούλα. Κάτω απ’ τις εικόνες. Σαν αγία ήταν κι αυτή, Θέ μου σγχώρα με! Εγώ ‘μουν περήφανος που βαστούσα δεύτερη χρονιά τον Άγιο Τάφο. Της έφτασα απ’ την κορφή το πιο όμορφο λουλούδι του Επιτάφιου και της το ‘δωκα. Και τα κανονίσαμε, Μέγα Σάββατο πρωί να το σκάσουμε για τα χωράφια με τα ποδήλατα.

Ντύνομαι, στολίζομαι, είχε περάσει πια και το πένθος της Μεγάλης ‘βδομάδας, μες στη χαρά ήμουν κι ας ήταν έξω συννεφιά σαν Μεγάλη Παρασκευή. Πάω ν’ ανοίξω την πόρτα και να’ σου η μάνα μου.

«Για πού το ‘βαλες εσύ; Δεν έχεις να πας πουθενά. Βροχή μολυσμένη θα πέσει. Μέσα θα μείνεις.»

Και σιγά που θα μ’ έβαζε η μάνα μου να κάτσω μέσα. Αλλά ήρθε κι ο πατέρας μου και μ’ άστραψε ένα χαστούκι, έβγαλε και το ζωνάρι απ’ τη μέση και πείστηκα.

Κι έμεινε η Χαρούλα να περιμένει. Κι εγώ να παίζω το πουλί μου Μεγάλο Σάββατο, Θέ μου σχώρα με. Και να μην μπορώ ν’ ακουμπήσω την πλάτη στην καρέκλα απ’ τον πόνο που κάνει τ’ αναθεματισμένο το ζωνάρι. Τέτοιο ξύλο έφαγα για χάρη της.

Κι αυτήν την μαζέψαν οι γονείς της και γυρίσαν στην Αθήνα πριν τελειώσει το Πάσχα γιατί ‘κεί, λέει, ήταν λιγότερος ο κίντυνος. Μετά, πάει, πέταξε το πουλάκι.

Αυτή ήταν γυναίκα να παντρευτώ. Όχι η κακοφορμισμένη μού ‘λαχε και δεν έχω έναν άνθρωπο τώρα να πω μια κουβέντα.

Σαν το θεριό στο κλουβί ήμουν και τότε. Μας μαντρώσαν και τότε μέσα. Σου λέει, όλα μολυσμένα απ’ την ραδιενέργεια. Που, μέχρι τότε, ούτε που ‘χαμε ξανακούσει ‘δώ στο χωριό τι εστί ραδιενέργεια.

Ούτε στο χορτάρι να κάτσουμε, ούτε γάλα απ’ τη γελάδα να πιούμε, ούτε απ’ τον κήπο να φάμε ντομάτες. «Έχει Τσερνομπίλ, μην φας», μας ‘λέγαν. Χαμένα πήγαν ‘κείνη τη χρονιά τα ζαρζαβάτια που βάλαμε. Κι όλα τα φρούτα στα δέντρα, που ‘κλεβα κατά το συνήθειο. Όλο κάτι κατεψυγμένα μας μαγείρευε η μάνα μου. Κι εγώ δεν έλεγα τίποτα γιατί φοβόμουν το ζωνάρι του πατέρα μου. Αλλά από μέσα μου έβραζα.

Πού τα θυμήθηκα τώρα όλα τούτα; Είναι που και τότε Άνοιξη ήτανε, είναι που και τότε έτσι ένιωθα, όπως τώρα. Να σκάσω πάω.

Θα ‘χα κι έναν αδελφό αυτές τις δύσκολες μέρες. Αλλά το ‘ριξε η μάνα μου το παιδί τότες με το Τσερνομπίλ. Φοβηθήκανε μη βγει ζαβό και πήγαν στον γιατρό και το ρίξανε. Κι ύστερα η μάνα μου έμεινε στέρφα. Κι έμεινα εγώ μοναχοπαίδι να πορεύομαι. Κι έμεινα κι άκληρος που πήρα στέρφα γυναίκα.

Τέτοια κακοτυχία στη ζωή, ούτε στον εχθρό μου! Τι χαρά έχω εγώ, νομίζεις; Την εκκλησιά κάθε Κυριακή και τον καφενέ.

Παιδί δεν μ’ αξίωσε να δω η στέρφα η γυναίκα μου. Αδελφό δεν μ’ αξίωσε να δω η μάνα μου. Καταραμένες γυναίκες, φάγατε το μήλο και μας διώξατε απ’ τον Παράδεισο. Απ’ το μουνί σας μας σέρνετε, Θέ μου σχώρα με, μα την αλήθεια λέω. Τι να σου κάνω κι εγώ. Άνθρωπος είμαι, άντρας είμαι. Εδώ ολόκληρος Αδάμ και παρασύρθηκε.

Έτσι, που λες, έχουν τα πράγματα. Μέσα την βγάζω μέρα νύχτα, εξόν απ’ τ’ απογέματα στην πλατεία, που βολοδέρνω σαν την άδικη κατάρα. Και μου ‘χει στρίψει το μυαλό.

Βλέπω όλη μέρα τα μούτρα της τα ξινισμένα. Γυρνάει γύρω γύρω όλη μέρα σαν τη μύγα. Όλο κάτι κάνει. Κάτι ντουλάπια τακτοποιεί, κάτι κουβέρτες πλένει, κάτι λουλούδια φυτεύει, σκουπίζει και σφουγγαρίζει δέκα φορές τη μέρα, λες και το κάνει επίτηδες να μου σπάσει τα νεύρα. Κι άμα φέρω τα ψώνια κάθεται με τις ώρες να τα πλύνει στην αυλή, να τα στεγνώσει, να τα βάλει μετά στην κουζίνα. Πίνω τον καφέ μου, κύριος, κάνω το τσιγάρο μου και τη βλέπω και μου γυρνάει το μάτι. Γύρω-γύρω σαν τη μύγα όλη την ώρα. Κι άμα πάω να την ακουμπήσω, να εκτελέσω το συζυγικό μου καθήκον, που λένε, αυτή με τα μούτρα κατεβασμένα. Κάθεται σαν το άγαλμα μέχρι να κάνω τα δουλειά μου. Τη σιχάθηκα. Έχω τις ανάγκες μου. Άντρας είμαι. Τι να κάνω δηλαδή; Τι χαρά έχω κι εγώ νομίζεις; Την εκκλησιά, τον καφενέ και το συζυγικό μου καθήκον.

Ε, ρε κι να είχα βγει ‘κείνο το Μέγα Σάββατο στα χωράφια. Με την Χαρούλα θα ‘μουνα. Δεν θα ‘μουνα με την ξινισμένη τη γυναίκα μου. Θα ‘χα και κάνα δυο παιδιά.

Άχρηστη είναι. Να τη βλέπω μπροστά μου δεν θέλω. Αφού κι όταν εκτελώ το συζυγικό μου καθήκον, ως πρέπει, γι’ αυτό το λένε καθήκον, αλλού κοιτάζω, να μην τη βλέπω. Κι αυτή αλλού κοιτάζει. Τι της λείπει, ήθελα να ‘ξερα κι έχει αυτά τα μούτρα ως το πάτωμα απ’ το πρωί που ξυπνάει. Γυναίκες, έχουν τον διάολο μέσα τους, να καταλάβεις δεν μπορείς, το λένε κι οι γραφές.

Εκεί στην πλατεία γυρόφερνα πάλι, απόγεμα κατά το συνήθειο αυτών των ημερών, όταν ήρθε ο Σατανάς εμπρός μου. Γιατί πώς αλλιώς εξηγείται ότι είχε τα μάτια της Χαρούλας, που δεν την ξανάδα από τότε. Πέθανε ο πατέρας της, καρκίνος απ’ το Τσερνομπίλ, είπαν στο χωριό, κι η μάνα της δεν ξαναπάτησε το πόδι της στα μέρη μας ούτε Πάσχα, ούτε καλοκαίρι.

Τα μάτια της είχε ο Σατανάς. Ήταν δεν ήταν 20 χρονώ. Μαζεμένη και σοβαρή, κουβαλούσε δυο σακούλες ψώνια, το κεφάλι χαμηλά, το μαντήλι της έκρυβε τα μαλλιά, αλλά εγώ την είδα την μαύρη την τούφα που ξέφυγε και μού ανάψαν τα αίματα. Την πήρα στο κατόπι. Από μακριά, να μην με πάρει χαμπάρι. Κατά το ξενοδοχείο πήγαινε. Εκεί που μένουν όλοι αυτοί οι συφοριασμένοι που μας φέρανε απ’ την άλλη άκρη του κόσμου. Μια απ’ αυτούς ήταν ο Σατανάς που ‘χε τα μάτια της Χαρούλας. Κι άμα απομακρυνθήκαμε λίγο απ’ το χωριό, πήγα πιο κοντά. Άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα, κοριτσόπουλο, μου ‘βγαλε το λάδι να την φτάσω. Έχω πατήσει και τα πενήντα. Είχε αρχίσει να πέφτει ο ήλιος. Νύχτωνε. Θόλωσα. Ήθελα μόνο να εκτελέσω το συζυγικό μου καθήκον και να βλέπω τα μάτια της Χαρούλας. Την άρπαξα, πήγε να φωνάξει, της έκλεισα το στόμα. Της έπεσαν οι σακούλες. Άνοιξη, όπως τότε. Δεν ήταν μολυσμένο το χορτάρι. Την ξάπλωσα κάτω κι έκανα το καθήκον μου, το συζυγικό, έτσι το ‘νιωθα ‘γώ. Μα αυτή, που ‘χε τα μάτια της Χαρούλας, δεν με κοίταζε. Αλλού κοίταζε να μην με βλέπει. Η άτιμη. Έκανα το καθήκον μου, κουμπώθηκα και της άφησα είκοσι ευρώ. Άτιμες γυναίκες, Σατανάδες, που μας τραβάνε έξω απ’ τον Παράδεισο από την αρχή της ιστορίας του κόσμου.

Αυτές είν’ οι αμαρτίες μου, πάτερ. Δεν άντεχα να τα βαστάω άλλο μέσα μου. Ήθελα να ‘ξομολογηθώ πριν πάρω τη Θεία Κοινωνία. Κι ήρθα καθαρός, έχω τρεις μέρες ν’ αγγίξω γυναίκα και να φάω λάδι.