Βιβλιο

Νίκος Αλιάγας: «Τα παιδιά του Οδυσσέα»

«Για μένα ο Άρης Φακίνος αναμφισβήτητα ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ‘Ελληνες συγγραφείς»

Στέφανος Τσιτσόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 782
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το βιβλίο της ζωής μου: Ο Νίκος Αλιάγας, δημοσιογράφος, παρουσιαστής, φωτογράφος, θυμάται το βιβλίο του Άρη Φακίνου «Τα παιδιά του Οδυσσέα» που τον καθόρισε.

Πριν μιλήσω για το βιβλίο, θα εξηγήσω σε τι πλαίσιο άλλαξε τη ζωή μου. Το 1991, είμαι νέος δημοσιογράφος στη Διεθνή Γαλλική ραδιοφωνία (Radio France International) και μου ζητάει ο αρχισυντάκτης να κάνω μια σειρά συνεντεύξεων με άτομα που έχουν κάτι να πουν για την επέτειο της πτώσης της Χούντας. Τότε τηλεφωνώ σε διάφορους διανοούμενους και εξόριστους ή πρώην εξόριστους Έλληνες της Γαλλίας, λίγοι με παίρνουν πίσω και ένας απ’ αυτούς που επικοινωνεί μαζί μου είναι ο Άρης Φακίνος, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος. Έρχεται μετά από δυο μέρες, έχουμε κλείσει ραντεβού στη γαλλική ραδιοφωνία, με κοιτάζει με έναν περίεργο τρόπο, του μιλάω, του λέω, έχω γεννηθεί στο εξωτερικό, είμαι νέος δημοσιογράφος, θέλω να προβάλω την Ελλάδα κ.λπ. Με κοιτάζει κάπως περίεργα, κάνουμε τη συνέντευξη, μου ζητάει τη διεύθυνσή μου και φεύγει. Πολύ ευγενικός, αλλά ο τρόπος που με κοιτούσε μες στα μάτια, δεν ξέρω αν ήταν συγκίνηση, μου έκανε εντύπωση. 

Μετά από μια βδομάδα λαμβάνω δυο βιβλία σπίτι μου, «Τα παιδιά του Οδυσσέα» και τον «Πρόγονο». Στα ελληνικά και στα γαλλικά. Και ένα γράμμα, όπου μου γράφει ότι χάρηκε που με γνώρισε και συγκινήθηκε διότι εκεί που στεκόμουν όρθιος εγώ ήταν κι αυτός κάποτε μικρός εκεί και ότι υπήρξαν Έλληνες κατά τη διάρκεια της δικτατορίας που έδωσαν μάχη για να ακουστεί μια ελεύθερη ελληνική φωνή από το εξωτερικό προς την Ελλάδα. Το υπογράφει λέγοντας, σου σφίγγω το χέρι, κράτα γερά, και κάποιους αγώνες που πρέπει να συνεχιστούν, τη γλώσσα μας, κάποιες ιδέες άυλες, την ιστορία μας, μη φοβάσαι τίποτα και προχώρα. Αυτό το γράμμα το κράτησα και το έχω μαζί μου σαν ένα διαβατήριο αγάπης, σκυτάλης, αυτό το «σου σφίγγω το χέρι» που μου έγραψε…

Διαβάζοντας τα «Παιδιά του Οδυσσέα» έπαθα ένα σοκ διότι επιβεβαίωνε αρκετά στοιχεία που ήξερα για την ιστορία, για την Ελλάδα την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, για τον ρόλο της Ελλάδας και για το DNA στην ψυχοσύνθεση του ‘Ελληνα. Πώς αντιμετώπισε την κατοχή και αργότερα τον Εμφύλιο, όπου έρχεται σε σύγκρουση η λογική της βίας και του πολέμου και στην ουσία η ειρηνική υπόσταση του ‘Ελληνα. Στο βιβλίο αυτό κατάφερε να χτίσει γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ των ιστορικών γεγονότων του παρόντος και των παμπάλαιων  μύθων και θρύλων της Ελλάδας. Δηλαδή περνούσαμε από τα τανκς και τα βουνά της Πίνδου, στον Οδυσσέα. Κατάφερε να χτίσει έναν δίαυλο επικοινωνίας, ο οποίος στην ουσία πάντα υπάρχει και σήμερα, και γεφύρωσε έτσι, με τη φαντασία του και έναν ρεαλιστικό αφηγηματικό τόνο, τη μυθολογία και την ιστορική πραγματικότητα της Ελλάδος. 

Ε, αυτό είναι και όλη η ζωή μου, στην ουσία. Γιατί από τη μια και εγώ πήρα έμπνευση και έμαθα την Ελλάδα, θεωρητικά, μέσα από την ιστορία, τον πολιτισμό, τη μυθολογία, ζώντας έξω, αλλά προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω χάρη σε αυτή την απόσταση του ξενιτεμένου ή του γιου του ξενιτεμένου, τα άυλα και διαχρονικά στοιχεία που υπήρχαν εδώ στην καθημερινότητα της Ελλάδος, της σημερινής Ελλάδος, και που ίσως να μη βλέπανε και οι ίδιοι οι Έλληνες γιατί είχαν άλλα θέματα στο μυαλό τους. Άρα αυτό το αλε-ρετούρ, αυτό το πήγαινε-έλα, αυτή την, όχι διχοτομία, αλλά διπλή υπόσταση, παρόν και παρελθόν, Γαλλίας και Ελλάδος, συναίσθηση μέσα στη στιγμή, αλλά και απόσταση μέσα στη μνήμη, καλλιέργησαν και τον δικό μου δρόμο και εύχομαι να μην πρόδωσα αυτά που μου ζήτησε κάποτε ο Άρης Φακίνος σ’ αυτό το γράμμα της 17 Ιανουαρίου 1991, που συνόδευε το βιβλίο. 
Υπήρξε για μένα και υπάρχει σαν πυξίδα παντού, σε όλα τα ταξίδια μου, σε όλες τις μετακομίσεις μου. Τόσο πολύ σχέση ψυχική είχα με τον Άρη, που όταν έκλεισε τα μάτια του, 3 Μαΐου του ’98, ήμουν εκεί και πήρα τη σορό του με τη γυναίκα του τότε από τη Γαλλία, και την έφερα στο Μαρούσι, στη μάνα του και στις θειάδες του. Και του είπα καλό ταξίδι. Επέστρεψε στη γη του, ήταν 60 ετών. 

Για μένα αναμφισβήτητα ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ‘Ελληνες συγγραφείς, μεταπολεμικός και σύγχρονος συγγραφέας, που δεν εξαργύρωσε τίποτα, δεν εκμεταλλεύτηκε την αντιστασιακή του ετικέτα κατά τη διάρκεια της χούντας για μια θεσούλα ή οτιδήποτε, ήταν ένας καθαρόαιμος, ελεύθερος, μποέμης, ένας ωραίος Έλληνας. Άρα είμαστε όλοι παιδιά του Οδυσσέα, φτάνει να το θυμόμαστε. Kαι όσο αναγνωρίζουμε τους Δούρειους ίππους της κοινωνίας, αυτά τα πανάρχαια ξύλινα άλογα που έχουν πολλαπλά πρόσωπα, γύρω μας, ε, τότε δεν είναι όλα χαμένα, τότε ίσως να μη χαθούμε και στον Δαίδαλο.