Βιβλιο

«Ορδέσα» του Μανουέλ Βίλας: Συζητήσεις με σκιές

Να μιλάτε, όσο είναι ακόμα καιρός, με εκείνους που σας έφεραν στη ζωή. Ο χρόνος λιγοστεύει…

Άρης Σφακιανάκης
ΤΕΥΧΟΣ 770
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αναγνώστης με αιτία: Ο Άρης Σφακιανάκης γράφει για το βιβλίο «Ορδέσα» του Μανουέλ Βίλας, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος

Στις γιορτές των Χριστουγέννων μπήκα σ’ ένα αεροπλάνο και πήγα στο Ηράκλειο. Υπήρχε βέβαια το κώλυμα της απαγόρευσης των ταξιδιών από νομό σε νομό, υπήρχε όμως και το «παραθυράκι» των ελαιόφυτων – και έτυχε να είμαι κληρονόμος ενός στρέμματος με ελιές που δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Έβγαλα ένα αντίγραφο του Ε9 και κατέβηκα στην Κρήτη.

Στο Ηράκλειο ζει ο πατέρας μου. Ζει; Μάλλον όχι, πάντως αναπνέει. Έχει περάσει τα ενενήντα κι είναι κατάκοιτος σ’ ένα κρεβάτι. Κατέρρευσε γρήγορα από τότε που η μάνα μου μετακόμισε στους ουράνιους λειμώνες. Κάθε δυο τρεις μήνες πηγαίνω και του κρατάω συντροφιά για μια βδομάδα. Ξέρω ότι σε λίγο καιρό δεν θα έχω πια την ευκαιρία να κουβεντιάζω με τον άνθρωπο που χωρίς εκείνον δεν θα είχα την ευκαιρία να γεννηθώ. Δεν θα είχα διαβάσει Ντοστογιέφσκι, δεν θα είχα κάνει μια κόρη, δεν θα είχα κλάψει χαμένους έρωτες, δεν θα έγραφα βιβλία.

Κάθομαι λοιπόν πλάι στο κρεβάτι του και συζητάμε. Αυτές τις γιορτές τον ρώτησα κάποια στιγμή τι θα ήθελε να του φέρει ο καινούργιος χρόνος. Μου λέει: «Μια στην κεφαλή!»

Οπότε, για να φαιδρύνω κάπως την κατάσταση, άρχισα να του αραδιάζω τα επιχειρήματά μου εναντίον της καύσης των νεκρών (που ήθελε εκείνος) και υπέρ της επιστροφής στο χώμα (που επιζητούσα εγώ).

Ο Μανουέλ Βίλας, ένας περίπου συνομήλικός μου Ισπανός συγγραφέας, στο βιβλίο του με τίτλο «Ορδέσα», συνομιλεί με τον νεκρό πατέρα του – αλλά και με τη μάνα του ενίοτε. Σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής του αρχίζει να ανακαλεί γεγονότα των περασμένων χρόνων στον γενέθλιο τόπο του, στιγμές χαράς και θλίψης με τους γονείς του, περιπέτειες της νιότης αλλά και της μέσης ηλικίας στη σύγχρονη χώρα των Ιβήρων.

Ξεκινάει έτσι ένα ταξίδι στις διαστρωματώσεις του δικού του πλατωνικού σπηλαίου. «Δεν υπήρχε καμία χαρά, ούτε ευτυχία στην κατοπτρική συνάντηση με τον πατέρα μου, αλλά ένα ακόμα στρίψιμο της βίδας, μια ακόμα βαθμίδα προς την κάθοδο, προς την υποθερμία δυο πτωμάτων που μιλούν». Λαμπρή απεικόνιση σχέσης γιου με πατέρα, θα έλεγα εγώ.

Πρόκειται για ένα μεστό, γεμάτο συγκίνηση αφήγημα γύρω από την οικογένεια, τις ανθρώπινες σχέσεις, τα απομακρυσμένα χωριά της Ισπανίας αλλά κι έναν αποτυχημένο γάμο, τον δικό του. Γράφει: «Μετά το διαζύγιο έγινε άλλος άνθρωπος. Είπε όχι σ’ αυτήν τη συμβολική διευθέτηση της πραγματικότητας που εξασφαλίζει ο μακρόβιος γάμος, που είναι ένας εφιάλτης, που είναι αιχμαλωσία…»

Πιο κάτω, κι ενώ ο ήρωας βρίσκεται πια στην Ορδέσα, έναν τόπο της παιδικής του ηλικίας, διαβάζω κάποιες σκέψεις του για τη μοναξιά: «Χωρίς οικογένεια, δεν είσαι παρά ένας μοναχικός σκύλος. Τους μοναχικούς σκύλους τους κακοποιούν, τους κρεμάνε στους εγκαταλελειμμένους φράχτες κάποιου δρόμου. Εκεί, σε κάποιο χάλασμα απ’ όπου προεξέχει ένα μαδέρι, εκεί τους κρεμάνε, γιατί η μοναξιά τους δίνει το κακό παράδειγμα».

Και αμέσως συνεχίζει: «Δεν με ικανοποιεί πια η συντροφιά κανενός ανθρώπου. Αγαπώ τους ανθρώπους, αλλά δεν έχω όρεξη να ’μαι μαζί τους».

Προσυπογράφω και στέλνω πάραυτα το ανωτέρω κείμενο στην αρχισυνταξία της Athens Voice. Με μια προτροπή – εκτός του να διαβάσετε το βιβλίο. Να μιλήσετε, όσο είναι ακόμα καιρός, με εκείνους που σας έφεραν στη ζωή. Ο χρόνος λιγοστεύει…

Α.Σ. για την Athens Voice, αρχές του ελπιδοφόρου 2021