Βιβλιο

Κωστή Χατζηδάκη, δηλαδή δεν είσαι ένας «ανάλγητος φιλελέ»;

Εύλογο ερώτημα: γιατί διαβάζοντας το νέο του βιβλίο «Μεταρρυθμίσεων Ανάβασις. Ευρωπαίοι εξ ανάγκης ή εκ πεποιθήσεως;», βλέπεις να καταρρέουν τα περισσότερα από τα «επιχειρήματα» της απέναντι όχθης

Στέφανος Τσιτσόπουλος
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κωστής Χατζηδάκης: Συνέντευξη για το βιβλίο του «Μεταρρυθμίσεων Ανάβασις. Ευρωπαίοι εξ ανάγκης ή εκ πεποιθήσεως;», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Στο «Μεταρρυθμίσεων Ανάβασις. Ευρωπαίοι εξ ανάγκης ή εκ πεποιθήσεως;» ο Κωστής Χατζηδάκης θέτει αλλά και απαντά πάνω σε μια πολύ συγκεκριμένη ερώτηση. Είμαστε Ευρωπαίοι εξ ανάγκης ή εκ πεποιθήσεως; Για τον ίδιο ξέρουμε τη λύση που δίνει στον γρίφο, γιατί περί γρίφου πρόκειται, ειδικά αυτές τις μέρες. Και, βέβαια, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για όλη την ήπειρο. Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη, αυτό της διάλυσης, η υποψία πως η περιπόθητη ολοκλήρωση, κοντράρεται σθεναρά από τις αντίρροπες δυνάμεις ενός κόσμου που την αρνείται. Όπως γράφει και στο βιβλίο του, ο δρόμος των μεταρρυθμίσεων είναι ανηφορικός. Στη χώρα μας δε, τις καταπίνουμε σαν πικρό χάπι, καγχάζουμε πως μας τις επιβάλλουν οι ξένοι, μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας επιμένει να αντιστέκεται, η ερμηνεία των γεγονότων με τον ορθό λόγο, τα επιχειρήματα ή την πραγματικότητα, υποκαθίσταται από συναισθηματικές ερμηνείες περί προθέσεων. 

Στο «Μεταρρυθμίσεων Ανάβασις» ο Κωστής Χατζηδάκης παίρνει ξεκάθαρη θέση. Ποτέ δεν έκρυψε πως είναι Ευρωπαίος εκ πεποιθήσεως. Όμως, καταφέρνει πέρα από «φιλολογικές» προσεγγίσεις και εύγλωττη απαρίθμηση περί του τι πρέπει να γίνει, αλλά και τι πραγματικά συνέβη σ' αυτή τη χώρα, να μιλήσει με λογική και ευαισθησία. Ο λόγος του, από τη μια, είναι αναπόφευκτα τεχνοκρατικός, μα και την ίδια στιγμή, χάρη στο «λογική και ευαισθησία» γίνεται έξοχο εργαλείο σκέψης μιας new age πολιτικής, κοντράστ στα όσα εκτοξεύονται ως μομφή περί «ανάλγητων φιλελεύθερων κομπιούτερ που νοιάζονται για τους αριθμούς περισσότερο από τους ανθρώπους». Μιλήσαμε μαζί του για το βιβλίο, ζητώντας του, μάλιστα, να μας παραχωρήσει και κάποια αποσπάσματά του. 

Τι βλέπετε από το προσωπικό σας «παρατηρητήριο μεταρρυθμίσεων»; Γιατί το βιβλίο σας μοιάζει με μια αποτίμηση συμμετοχής και μαρτυρίας, είτε ως ευρωβουλευτής κάποτε, είτε ως υπουργός στις κυβερνήσεις Καραμανλή και Σαμαρά παλαιότερα. Επ' αυτού που λέγεται πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Που προϋποθέτει γενναίες μεταρρυθμίσεις και συνολική αλλαγή νοοτροπίας. Κάποιοι Ευρωπαίοι, δε, καγχάζουν για την προσπάθεια, μιας και η Ελλάδα -με το ένα πόδι στην Ανατολή και με το άλλο στη Δύση- παραμένει συνειδητά και πεισματικά «μετέωρη». 
Η Ελλάδα έχει διακριτή πορεία σε σχέση με δυτικές χώρες της Ευρώπης και αυτό αντανακλάται σχεδόν συνεχώς στην καθημερινότητά μας. Δεν απαξιώνω βέβαια την καθ’ ημάς Ανατολή, ούτε απαξιώνω την ελληνική φιλοξενία, το φιλότιμο, την αξία της οικογένειας. Θεωρώ όμως ότι εκ των πραγμάτων δικό μας όραμα δεν μπορεί να είναι κατά βάση οι χώρες στα ανατολικά μας, αλλά οι χώρες στα δυτικά μας. Επειδή η προσπάθεια να γίνουμε Ευρώπη δεν προχώρησε πάντα με τον σωστό τρόπο, οδηγηθήκαμε στην κρίση, στα μνημόνια και τελικά στον ΣΥΡΙΖΑ. Το ζήτημα είναι να πείσει κανείς πως αξίζει να συνεχιστεί η προσπάθεια, ειδικά τώρα που απαλλαγήκαμε από το απωθημένο της Αριστεράς. Ειδικά τώρα που ζήσαμε τον λαϊκισμό και την αερολογία στην πράξη. Αλλά για να το πετύχουμε δεν φτάνει να μιλήσουμε με λογική, αλλά και ευαισθησία. Δεν πρέπει μόνο να εξηγήσουμε, αλλά και να εμπνεύσουμε. Να κερδίσουμε παράλληλα και τις καρδιές των Ελλήνων.

Για ποια πράγματα - έργο που κάνατε, νιώθετε όχι ακριβώς περήφανος που δώσατε μάχη και τα καταφέρατε, αλλά θεωρείτε πως βάλατε μια σωστή και γερή βάση ώστε να επέλθει η «ανάβαση», επίσης κομβική λέξη - κλειδί στον τίτλο του βιβλίου σας. 
Αναφέρομαι σ’ όλα αυτά στο βιβλίο. Αναφέρομαι στην Ολυμπιακή, στον ΟΣΕ, στην περίφημη εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ, σε όλα αυτά με τα οποία ταυτίστηκα. Ξέρετε, ξεκαθάρισα από την αρχή, όταν γύρισα από την Ευρωβουλή, ότι δεν θέλω να είμαι πολιτικός των δημοσίων σχέσεων, των γάμων και των μνημοσυνών. Αλλά πολιτικός των έργων. Και δεν ντράπηκα ποτέ να πω πως δικός μου δρόμος ήταν η Ευρώπη. Πάντα πίστευα ότι αυτό που πέτυχε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες μπορεί να δοκιμαστεί και να πετύχει και στην Ελλάδα. Σήμερα, παρά τις δυσκολίες, μπορώ να ισχυριστώ πως, αν λύθηκε το θέμα της Ολυμπιακής, αν ιδιωτικοποιήθηκε τελικά η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, αν απελευθερώθηκαν ορισμένες αγορές προϊόντων προς όφελος του καταναλωτή, οφείλεται και στη δική μου συμμετοχή.

Όμως και στις δυο κυβερνήσεις όπου συμμετείχατε, υπήρχαν συνοδοιπόροι σας που συνειδητά αντιστάθηκαν στις μεταρρυθμίσεις, ειδικά σε ό,τι είχε να κάνει με τον έλεγχο της γιγάντωσης του κράτους. Αλλά και με θέματα που άπτονται του κοινωνικού πεδίου, θέματα λυμένα χρόνια τώρα από τους Ευρωπαίους φιλελεύθερους: γάμοι ομοφυλοφίλων, σύμφωνο συμβίωσης, σχέσεις κράτους και εκκλησίας, τυχαία τα παραδείγματα αλλά κραυγαλέα, και από την παράταξή σας, είτε η σιωπή είτε η άρνηση.
Στα μεγάλα κόμματα δεν μπορεί όλοι να έχουν τον ίδιο βηματισμό. Υπάρχουν αυτοί που βραδυπορούν, υπάρχουν και αυτοί που βιάζονται. Προσωπικά αισθάνομαι φιλελεύθερος και προσπαθώ να είμαι στην πράξη φιλελεύθερος σε όλα τα πεδία. Όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο, αλλά και στο επίπεδο των ατομικών δικαιωμάτων. Και με το βιβλίο «Μεταρρυθμίσεων Ανάβασις» επιβεβαιώνω άλλη μία φορά αυτή την κατεύθυνση. Αλλά και υπογραμμίζω την ανάγκη η Ελλάδα να προχωρήσει σ’ αυτό το δρόμο πράγμα που για να συμβεί πρέπει να κερδηθούν μάχες απέναντι στους εραστές της ακινησίας.

Είναι, θεωρώ, πολύ «πονηρό» το πάνελ αυτών που μαζί τους θα παρουσιάσετε το βιβλίο σας! Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Σταύρος Θεοδωράκης, ο Γιώργος Παγουλάτος ως ομιλητές και ο Παύλος Τσίμας ως συντονιστής. Ανεξαρτήτως κομμάτων ή προσωπικών πορειών, μοιάζει πως από αυτό το τραπέζι της Δευτέρας 10 Δεκεμβρίου μια κάποιου είδους σύγκλιση θα συμβεί, παρόμοια με αυτή που ήδη συμβαίνει σε ατομικές συζητήσεις και πηγαδάκια χωρίς κάμερες: είτε εξ ανάγκης, είτε, μακάρι, εκ πεποιθήσεως, το πού θα πάει και πώς θα πάει η χώρα δεν έχει να κάνει μόνο με το ποιος θα την κυβερνήσει αλλά με το πόσοι θα κάνουν πράξη το αυτονόητο της συνολικής προσπάθειας, πέραν των κομματικών στρατοπέδων. Ιδέα μου είναι;
Μα δεν το κρύβω! Πιστεύω βαθύτατα στην ανάγκη συμπόρευσης όλων των δυνάμεων που πιστεύουν στην Ευρώπη και την κοινή λογική. Και θεωρώ πως σίγουρα Το Ποτάμι είναι μεταξύ αυτών των δυνάμεων. Οι περιστάσεις είναι πολύ κρίσιμες και εμείς της Νέας Δημοκρατίας δεν φτάνουμε. Πρέπει οι Έλληνες να δείξουμε ότι αλλάζουμε σελίδα και ότι δίνουμε μια μάχη πέρα από τα στενά κομματικά όρια. Και η μάχη η σημερινή δεν είναι τόσο μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς όσο μεταξύ μεταρρυθμίσεων και ακινησίας. Μεταξύ αληθινής προόδου και λαϊκισμού. Επομένως η συμπόρευση περισσότερων δυνάμεων μόνο θετικό είναι αυτή την ώρα για την πατρίδα μας.

Δεν είναι μόνο η Ελλάδα αλλά και τα «κίτρινα γιλέκα» στο Παρίσι, αυτές τις μέρες. Ο ταυτοτικός Ούγγρος Ορμπάν, οι Ιταλοί της Λίγκας, ο Τσίπρας παλιά, οι Βρετανοί σήμερα, όλα αυτά τα συμβάντα που μαρτυρούν πως η ευρωπαϊκή ιδέα της ολοκλήρωσης πυρπολείται εκ των έσω. Αναρωτιέμαι: φτάνουν μόνο κάποιες μεταρρυθμίσεις για να επέλθει η ολοκλήρωση ή χρειάζεται κάτι πιο βαθύ, ώστε να συμπλεύσουμε; Ειδικά όταν ο κόσμος που αδυνατεί να αντιληφθεί την πολυπλοκότητα των αλλαγών που έφερε η παγκοσμιοποίηση, δείχνει να θέλει ολοταχώς και πάλι την επιστροφή στην «ασφάλεια» και τις ιδέες του παλιού κόσμου.
Είναι αυτό που είπα προηγουμένως για το μυαλό και τις καρδιές των ανθρώπων. Δεν φτάνει να κερδίσεις μόνο το μυαλό των Ευρωπαίων πολιτών στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να κερδίσεις και την καρδιά τους. Η Ευρώπη, η οικονομία, η τεχνολογία προχωρούν πιο γρήγορα από αυτό που μπορούν να χωνέψουν πολλοί συμπολίτες μας. Κανείς φυσικά δεν μπορεί να σταματήσει τη Γη και να κατέβει. Αλλά και κανείς δεν μπορεί να αγνοεί τον ψυχισμό των πολιτών σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι λαϊκιστές έχουν το πλεονέκτημα παντού ότι εκμεταλλεύονται χοντροκομμένα τα προβλήματα της καθημερινότητας, αλλά και τον φόβο για το καινούργιο. Γι’ αυτό η δουλειά των πραγματιστών, των ορθολογιστών είναι διπλά δύσκολη, αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Βέβαια, όπου δοκιμάζεται ο λαϊκισμός, όπως στη δική μας περίπτωση, οι πολίτες βγάζουν αμέσως τα συμπεράσματά τους. Επομένως είναι ξεκάθαρο: δεν φτάνουν μόνο οι μεταρρυθμίσεις, αλλά και αυτοί που θα τις πιστεύουν, θα τις εξηγήσουν και θα τις επικοινωνήσουν με το σωστό τρόπο.

Ο κόσμος ερμηνεύει τα γεγονότα συναισθηματικά. Αντιτάσσεται στις αλλαγές, καθώς θεωρεί τους αριθμούς και την αλήθεια τους κάποιου είδους παγκόσμια συνωμοσία. Παλιά ήταν οι Εβραίοι, για τους ψεκασμένους σήμερα, είτε του αριστερού είτε του ακροδεξιού τόξου, είναι οι τράπεζες. Έρχονται εκλογές, και όπως όλα δείχνουν, εύκολα ή δύσκολα θα τις κερδίσετε. Αρκεί όμως αυτό; Απέναντί σας θα βρείτε πάλι το ίδιο μέτωπο με τις ίδιες πρακτικές. Και προπάντων τις ίδιες «θεωρίες». 
Το ξέρω, οι δοξασίες που έφεραν ως εδώ τον ΣΥΡΙΖΑ δεν καταρρέουν με την ίδια ταχύτητα που καταρρέει ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ. Επομένως πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Δεν φτάνει να κερδίσουμε τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες μιλώντας για την επιχειρηματικότητα, αλλά να κερδίσουμε και τους εργαζομένους, εξηγώντας σε όλους ότι, αν πάνε καλά οι επιχειρήσεις, θα πάνε καλά και οι εργαζόμενοι. Δεν φτάνει να μιλάμε για κοινωνική πολιτική, αλλά να εξηγούμε ότι αυτή προϋποθέτει την επανεκκίνηση της οικονομίας, πράγμα που μόνο εμείς μπορούμε να πετύχουμε. Είναι αυτό που είχε λεχθεί με άλλα λόγια: κανείς δεν επρόκειτο να μιλάει στα Θρησκευτικά για τον καλό Σαμαρείτη αν δεν είχε προηγουμένως λεφτά να μοιράσει. 

Γιατί γράψατε αυτό το βιβλίο; 
Ήθελα να φωτίσω τη συνεχή μάχη που γίνεται εδώ και δεκαετίες στη χώρα μεταξύ λαϊκιστών και μεταρρυθμιστών. Ήθελα να δείξω τις δυσκολίες της υπόθεσης, αλλά και να υπογραμμίσω την ανάγκη να συνεχιστεί αταλάντευτα αυτή η προσπάθεια. Μετά από τόσο χρόνια στην πολιτική, έχω, νομίζω, το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να λέω τη γνώμη μου. Έχω δει από τότε που ήμουν νέος ευρωβουλευτής λάθη να επαναλαμβάνονται, ο κρατισμός και ο λαϊκισμός να θριαμβεύει και τελικά η Ελλάδα να πηγαίνει για τον τοίχο. Αυτό είναι άδικο γιατί έχουμε πολλά φωτισμένα μυαλά σ’ αυτό τον τόπο που διαπρέπουν δυστυχώς στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αλλά όχι στην Ελλάδα. Βρήκα, λοιπόν, τον χρόνο και, πιστέψτε με, γράφοντας αυτό το βιβλίο μελαγχόλησα αρκετές φορές, γιατί είδα πόσες φορές οι μεταρρυθμιστές έχουν ηττηθεί στην Ελλάδα και πόσες φορές έχει τελικά επικρατήσει η ακινησία. 

Είστε πατέρας του Σαββατοκύριακου; Ή full-time; Υποθέτω πως ως επαγγελματίας πολιτικός έχετε πολύ περιορισμένο χρόνο. Πώς τον διαχειρίζεστε, προς όφελος δικό σας αλλά και του παιδιού σας;
Δεν είμαι ούτε part-time ούτε του Σαββατοκύριακου. Συμπιέζω τον χρόνο μου στην πολιτική έτσι ώστε να διαθέτω περισσότερο χρόνο στο παιδί μας. Οι στιγμές που ένα παιδί μεγαλώνει είναι μοναδικές, δεν επιστρέφουν. Έχω απόλυτη συνείδηση σ’ αυτό. Μην ξεχνάτε ότι έγινα πατέρας σε μεγάλη ηλικία και αυτό μου επιτρέπει να συνειδητοποιώ ακόμα περισσότερο όσα σας είπα. Και πιστέψτε με, η γλυκύτητα που αισθάνεται κανείς από την επαφή με το παιδί του είναι κάτι μοναδικό και δεν ανταλλάσσεται με τίποτα.

Το βιβλίο «Μεταρρυθμίσεων Ανάβασις. Ευρωπαίοι εξ ανάγκης ή εκ πεποιθήσεως;» του Κωστή Χατζηδάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση. Η παρουσίασή του θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου, στις 18:00, στο ξενοδοχείο Wyndham Grand Hotel (Πλατεία Καραϊσκάκη-Στάση μετρό Μεταξουργείο). Θα το παρουσιάσουν ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης, ο επικεφαλής του Ποταμιού, Σταύρος Θεοδωράκης και ο καθηγητής Οικονομικών του ΕΚΠΑ, Γιώργος Παγουλάτος.

Ακολουθούν μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου
[…]στον τόπο μας όταν κάποιος μιλάει για τομές και ρήξεις επευφημείται από το σύνολο του ακροατηρίου, φτάνει οι τομές και οι ρήξεις να αφορούν τους άλλους. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι η λέξη «μεταρρύθμιση» που χρησιμοποιήθηκε στους «μνημονιακούς» χρόνους για να πε ριγραφούν αυτές οι τομές και οι ρήξεις κατέληξε να είναι μια λέξη αντιπαθής. Οι αντιστάσεις στην Ελλάδα σε σχέση με την υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων ήταν και παραμένουν ισχυρές. Γι’ αυτό και τα πράγματα αλλάζουν δύσκολα. Στην επισκόπηση που ακολουθεί, αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα. Πολλές μεταρρυθμίσεις που είχαν επισημανθεί ως αναγκαίες εδώ και 20-30 χρόνια δεν έχουν πραγματοποιηθεί ακόμα.

Ωστόσο, το ευχάριστο, αλλά και ταυτόχρονα πικρό, είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν στην Ελλάδα, στον βαθμό που έγιναν, πέτυχαν! Είχαν αποτελέσματα! Για την οικονομία, για τον φορολογούμενο, για τον μέσο πολίτη. Η ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, η επένδυση των Κινέζων στο λιμάνι του Πειραιά, η οριστική διευθέτηση του θέματος της Ολυμπιακής, αλλά ακόμα και οι πιο πρόσφατες, όπως αυτές της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ, μπορεί να συκοφαντήθηκαν όταν πραγματοποιούνταν, σήμερα όμως φαίνονται τα αποτελέσματά τους. Και αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος για να συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις. Χωρίς την παρουσία καμιάς τρόικας και κανενός κηδεμόνα. Δεν χρειάζεται να είμαστε Ευρωπαίοι εξ ανάγκης, αλλά Ευρωπαίοι εκ πεποιθήσεως! Εμείς οι Έλληνες πρέπει να δούμε την ανάγκη να προσαρμοστούμε στις οικονομικές και τεχνολογικές αλλαγές και να βρεθούμε στην πρωτοπορία των εξελίξεων, προχωρώντας μεταρρυθμίσεις που καθυστέρησαν σε τομείς όπως η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η δικαιοσύνη.

Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει τον ανηφορικό δρόμο. Έναν δύσκολο δρόμο που όμως οδηγεί στην κορυφή. Η πατρίδα μας πρέπει να κάνει τη δική της ανάβαση. Μια μεταρρυθμίσεων ανάβαση. Γι ̓ αυτό, άλλωστε, επελέγη και αυτός ο τίτλος για το βιβλίο: «Μεταρρυθμίσεων Ανάβασις». Ένας δρόμος με συνεχή εμπόδια και δυσκολίες, που όμως αν ακολουθηθεί ως το τέλος οδηγεί σε αποτελέσματα. Σε ένα καλύτερο μέλλον. Για την πατρίδα μας. Για τα παιδιά μας.

Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ καταρρέει δεν έχουν καταρρεύσει οι ιδέες που τον έφεραν στην εξουσία
Η πορεία της χώρας από εδώ και μπρος δεν θα είναι σε καμιά περίπτωση εύκολη. Θα υπάρχουν στον δρόμο πολλοί Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες. Η χώρα έχει δουλέψει σκληρά για την αυτοπαγίδευσή της. Στο ιδεολογικό πεδίο, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ καταρρέει, δεν έχουν καταρρεύσει με τον ίδιο τρόπο οι ιδέες που έφεραν τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι εδώ. Η πεποίθηση, δηλαδή, ότι μπορούμε να έχουμε επενδύσεις χωρίς επενδυτές, εργαζομένους χωρίς εργοδότες, αποτελέσματα χωρίς δουλειά. Δεν έχουν δημιουργηθεί, επίσης, προϋποθέσεις συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Δεν θεωρώ ότι είμαστε καταδικασμένοι να συμφωνούμε, φυσικά. Αλλά, έχοντας ζήσει στην Ευρωβουλή για 13 χρόνια, δεν έχω δει μόνο τη δυνατότητα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, των Σοσιαλιστών, των Φιλελεύθερων, των Πρασίνων και άλλων πολιτικών ομάδων να συνεννοούνται μεταξύ τους για να βγει ένα ψήφισμα. Ούτε έχω δει μόνο τη δυνατότητα των Γερμανών, των Ίσπανών και άλλων εθνοτήτων να συνεννοούνται μεταξύ τους. Έχω δει και τη δυνατότητα που έχουμε και εμείς οι Έλληνες να συνεννοούμαστε μεταξύ μας εάν το θέλουμε! Η δράση των Ελλήνων ευρωβουλευτών διαχρονικά είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Θα μπορούσαμε να το δοκιμάσουμε καιστην Ελλάδα. Έχω σημειώσει πολλές φορές ότι δεν μπορούμε την ώρα που δίνουμε τον πόλεμο της γενιάς μας να έχουμε παράλληλα και έναν εμφύλιο πετροπόλεμο. Είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε, επιτέλους, ότι τα κόμματα υπάρχουν χάριν της πατρίδος και όχι η πατρίδα χάριν των κομμάτων. Οι ανορθόδοξες μέθοδοι του ΣΥΡΙΖΑ όλα τα τελευταία χρόνια ήρθαν να δηλητηριάσουν το κλίμα ακόμα περισσότερο. Ωστόσο, είναι ανάγκη να μπορέσουμε, έστω και σε κάποια λίγα θέματα, να συνεννοηθούμε. Είναι υποχρέωσή μας απέναντι στη νέα γενιά.

Οι αλλαγές δεν μπορούν να γίνουν από πάνω. Όχι στον λαϊκισμό αλλά όχι και στον ελιτισμό
Το συμπέρασμά μου, μετά τόσα χρόνια, είναι όχι μόνο ότι είναι δύσκολο να αλλάξεις γρήγορα τα πράγματα στη χώρα μας, αλλά και ότι δεν μπορείς να τα αλλάξεις από πάνω. Προφανώς έχει μια προστιθέμενη αξία να υπάρχει μια αποφασιστική κυβέρνηση η οποία θα πηγαίνει προς τη σωστή κατεύθυνση χωρίς ταλαντεύσεις και χωρίς τον φόβο του πολιτικού κόστους. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάνε οι όποιες ελίτ στην Ελλάδα –πολιτικές, πνευματικές, επιχειρηματικές– ότι δεν μπορούμε να προσεγγίζουμε τον λαό με υπεροψία. Πρέπει να εξηγούμε τις αλλαγές που προτείνουμε και τα οφέλη που δημιουργούν για όλους, λαμβάνοντας υπόψη και συναισθηματικές αντιδράσεις που πιθανώς γεννούν. Μόνο έτσι θα δημιουργήσουμε τις αναγκαίες συμμαχίες για να προωθήσουμε και να υλοποιήσουμε στην πράξη τις αλλαγές που έχουμε ανάγκη. Γι’ αυτόν τον λόγο, όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις, πρέπει να μείνουμε μακριά από τον λαϊκισμό –τον οποίο φυσικά απεχθάνομαι–, αλλά και από τον ελιτισμό, ο οποίος αν υιοθετηθεί θα είναι μια ακόμα νάρκη στα θεμέλια της προσπάθειας για να αλλάξει η Ελλάδα.

Αφού το δέχθηκε η Αριστερά ήταν δίκαιο
Στην περίοδο 2012-2014, είχα την υποχρέωση να παρέμβω σε τομείς που ήταν προνομιακοί για την ελληνική Κεντροδεξιά. Η διεύρυνση των ωραρίων των καταστημάτων, η αλλαγή των καθεστώτων στους φούρνους, η δυνατότητα και σε μη δικηγόρους να συμμετάσχουν στη διαμεσολάβηση, οι παρεμβάσεις στα φαρμακεία, η περιβόητη ρύθμιση για το γάλα, η ενιαία τιμή των βιβλίων κλπ, ήταν όλες παρεμβάσεις που αφορούσαν ομοσπονδίες και φορείς που ήταν στον ευρύτερο χώρο της Κεντροδεξιάς. Ψηφίστηκαν, λοιπόν, αυτές οι αλλαγές, καμιά φορά ως αναγκαίο κακό υπό την πίεση των δανειστών, ενώ οι συγκεκριμένες διαρθρωτικές αλλαγές θα έπρεπε να ψηφιστούν από εμάς γιατί δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για ομαλότερη λειτουργία του ανταγωνισμού, καλύτερη προστασία των καταναλωτών και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Δεν αντέχω να μη σημειώσω ότι ενώ η επέκταση της διάρκειας ζωής του φρέσκου γάλακτος από πέντε σε επτά μέρες συνάντησε αντιστάσεις στην τότε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε στην επέκταση του μέτρου από τι 7 στις 9 μέρες, το μέτρο ψηφίστηκε χωρίς αντιδράσεις από κανέναν. Είναι, πιστεύω, ακόμη μια απόδειξη για την ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς, και για το ότι η Αριστερά μπόρεσε να λειτουργήσει σε κάποιο βαθμό στη χώρα ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Αφού το δέχθηκε και η Αριστερά, ήταν δίκαιο και έγινε πράξη!