Βιβλιο

Διαβάσαμε το βιβλίο «Ο τελευταίος τροχός της αμάξης» του Γιώργου Στόγια

Και του ζητήσαμε συνέντευξη

Θάλεια Καραμολέγκου
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δεν έχουν περάσει  πολλά χρόνια από τις πρώτες συστάσεις, μέσα από το «Εαρινό Εξάμηνο» (εκδ. Απόπειρα). Ήταν η εκρηκτική  περίοδος του 2013, όταν ο Γιώργος Στόγιας μας έδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, συνοδευόμενο μάλιστα από τη μουσική που αναδυόταν από τις σελίδες του, γεγονός που έθεσε τις προϋποθέσεις για έναν ανοιχτό στο εξής διάλογο μαζί του.  Η μουσική, βλέπεις, δεν λειτουργεί μόνο ως συνδετικός  ιστός για ορισμένους ανθρώπους αλλά και ως καταλυτικός συγγενής στη δημιουργία ενός ιδιότυπου γενεαλογικού δένδρου.

Έκτοτε παρακολουθούσα με ενδιαφέρον στα σόσιαλ μίντια  τις κριτικές του για θεατρικές  παραστάσεις, αλλά και για την εκπαίδευση και για το πολιτικό γίγνεσθαι. Και στο μεταξύ, πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο, «Ο τελευταίος τροχός της αμάξης». Τρεις νουβέλες που οι κεντρικοί τους χαρακτήρες βρίσκονται στα όρια φανταστικού και πραγματικού ή μήπως η ίδια η πραγματικότητα είναι αυτή που μεταπλάστηκε μέσα από ματαιώσεις, λάθος συγχρονισμούς ή απλά από τη φθορά του χρόνου;

Ήρωες για μια μέρα, όπως θα έλεγε και ο Bowie, που επιβιώνουν παράτολμα σε ένα περιβάλλον άλλοτε καφκικό και  άλλοτε να θυμίζει ταινία του Φρανκ Κάπρα. Οι  πιο… «στενοί συγγενείς» θα λέγαμε πως  κάποτε λειτουργούν on acid, αλλά αυτό έρχεται από μια λησμονημένη πια εποχή, που σμίλεψε μια μυθολογία όπου «όλα θα ήταν εφικτά».

Αφήγηση με κοφτούς ρυθμούς, σαν από τη ρυθμολογία  των Gun Club δανεισμένη, κυνισμός  αλλά και αυτοσαρκασμός, η εφησυχασμένη  λήθη της ζωής της μέσης ηλικίας, καθόλου αντάξια των νεανικών κραδασμών, ήρωες πλανημένοι, κατεργάρηδες του πνεύματος, φτωχαδάκια της κουλτούρας. Οικεία πρόσωπα, σαν να λέμε, φτάνει να ξύσεις λίγο την επιφάνεια για να τα κοιτάξεις στα μάτια.

Η συζήτηση με τον Γιώργο Στόγια θα μπορούσε να ανοίξει ακόμα περισσότερο, αλλά εδώ θίξαμε τα βασικά: μυθοπλασία, πολιτική, εκπαίδευση, μουσική.

Πόσο καιρό έγραφες τον «Τελευταίο τροχό» και υπό ποιες συνθήκες;
Η πρώτη ιστορία μού δόθηκε από πρόσωπο που επιθυμεί να κρατήσει την ανωνυμία του, κι έγραψα τις άλλες δύο για ξεκάρφωμα, βασιζόμενος σε παλαιότερους και πρόσφατους εφιάλτες μου. 

Παράλληλα με τη συγγραφή είσαι και εκπαιδευτικός. Πώς συμπορεύονται αυτές οι δυο ιδιότητες και πόσο η μια «εισχωρεί» στην άλλη;
Ο συγγραφέας και ο εκπαιδευτικός είναι δυο ξένοι που συναντιούνται καμιά φορά τυχαίως στις 4:30 το πρωί, εκεί που τελειώνω τη διόρθωση ενός δικού μου κειμένου και ξεκινώ να διορθώνω παιδικές εκθέσεις. Ο συγγραφέας βέβαια ζει οικονομικά σε βάρος του εκπαιδευτικού. Ο ένας σέβεται την αυτονομία και τον χώρο που χρειάζεται ο άλλος. Υπάρχει μια σχετική αλληλοεκτίμηση από μακριά, αλλά από κοντά δεν ταιριάζουν τα χνώτα τους.

Εργάζεσαι με παιδιά από βεβαρημένα οικογενειακά ή κοινωνικά περιβάλλοντα. Ποια είναι αυτή τη στιγμή η κατάσταση στην κυπριακή δημόσια εκπαίδευση;
Η γενική τάση είναι μια υποτίμηση της δημόσιας εκπαίδευσης  μέσω ενός παρωχημένου  προοδευτισμού (επιτρεπτικότητα σε σχέση με συμπεριφορές παιδιών που δυσχεραίνουν τη μαθησιακή διαδικασία σε επίπεδο ατόμου και ομάδας, χαμηλές απαιτήσεις, απουσία ουσιαστικής αξιολόγησης και επαγγελματικής στήριξης των εκπαιδευτικών), υπάρχουν όμως και αντίρροπες θετικές κινήσεις τόσο από κάτω (περιπτώσεις πολύ αξιόλογων μονάδων που σκίζονται στη δουλειά και φέρνουν αποτελέσματα), όσο και από πάνω (π.χ. εκπόνηση εξαιρετικά σύγχρονου αναλυτικού προγράμματος μαθηματικών με συγγραφή αντίστοιχων εγχειριδίων). Συνοψίζοντας, η κυπριακή υποχρεωτική εκπαίδευση, ειδικά όσο φτάνουμε στις ανώτερες βαθμίδες, είναι ταξικά άδικη. Τα παιδιά των οικογενειών που αντέχουν οικονομικά επιλέγουν τα ιδιωτικά, ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούν και αγωνίζονται σε ένα υποβαθμισμένο περιβάλλον που απαξιώνεται πολλαπλά από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, από το κράτος, τους γονείς, μέχρι  τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Η πορεία είναι οριακά μη αναστρέψιμη, αλλά συνεχίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις με στόχο μια δημόσια παιδεία που να ανοίγει δυνατότητες ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας και αυτοπραγμάτωσης, στο υψηλότερο επίπεδο, για όλα τα παιδιά.

Και οι τρεις ιστορίες του βιβλίου σου έχουν μια πολιτική χροιά. Ποια η σχέση σου με την πολιτική και πώς, ίσως, αναδιαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια με τις τόσες καταιγιστικές αλλαγές;
Όταν ήμουν πολύ νέος, πίστευα ότι ο κόσμος σταματάει να είναι πραγματικός και να με αφορά μετά τα 10 μέτρα από μένα. Φυσικά αυτό ήταν ηλιθιότητα, αλλά λόγω ηλικίας και εποχής είχε μια γοητεία. Αργότερα πίστεψα ότι έγινα υπεύθυνος πολίτης έχοντας τις «σωστές» θέσεις που ταίριαζαν στην κοινωνική θέση και το πολιτιστικό μου κεφάλαιο. Έλα όμως που συχνά μετάνιωνα για το κόμμα που ψήφισα, ενώ η κατάσταση στη χώρα (ειδικά μετά το 2003) παρουσίαζε φαινόμενα τα οποία αδυνατούσα να ερμηνεύσω με τα εργαλεία των βεβαιοτήτων της προηγούμενης δεκαετίας, οδηγούμενος έτσι σε αντιφάσεις και βαθιά σύγχυση.  Για να βγω από αυτό το αδιέξοδο, μετά από το 2005, έφτασα στο άλλο άκρο της απολιτικής νεότητάς μου: στην καθυστερημένη υπερπολιτικοποίηση (εννοείται ότι αυτές οι φάσεις, πέρα από προσωπικές, σχετίζονται και με ευρύτερους πολιτικούς και πολιτισμικούς μετασχηματισμούς μέσα στην ελληνική κοινωνία,  σε ιστορικό χρόνο – κανένας μας δεν ζει σε κοινωνικό κενό). Κι όμως, η υπερπολιτικοποίηση, πέρα από μια άλλου τύπου ηλιθιότητα, είναι ένα πιο επικίνδυνο τριπάκι. Νομίζεις, αυταπατάσαι δηλαδή, ότι μπορείς να διαμορφώσεις καθαρά προσωπική άποψη, ότι έχεις δίκιο, και ότι μπορείς να πείσεις τους άλλους, θέλουν δεν θέλουν!  Έτσι, αυτά τα χρόνια, διάβασα πολλή πολιτική θεωρία και αρθρογραφία, συμμετείχα σε κόμματα και κινήσεις, αρθρογράφησα υιοθετώντας και αναπτύσσοντας πολιτικές θέσεις, φανατίστηκα, ενθουσιάστηκα, απελπίστηκα, απομακρύνθηκα από προσωπικές φιλίες ετών και έφτιαξα νέες με καταλύτη την πολιτική στάση του καθενός απέναντι στα μεγάλα θέματα και τις διαιρέσεις που ταλάνισαν την ελληνική κοινωνία. Παρενθετικά, να σημειώσω εδώ ότι τα κοινωνικά μέσα δεν είναι η αιτία αυτής της ατομικής και συλλογικής παράκρουσης, αλλά σίγουρα είναι το εμβληματικά μέσα μέσω των οποίων εκφράστηκε. Τέλος, μετά το 2016, σε συνέχεια απανωτών απογοητεύσεων και λαθών, έχω αποδεχθεί τα όριά μου, τόσο με την έννοια ότι δεν χρειάζεται να μιλάμε όλοι για όλα (ας μιλά και γράφει ο καθένας για τον τομέα της εμπειρίας για τον οποίο γνωρίζει καλύτερα και αγαπά), όσο και με αυτή ότι δεν μπορώ να πείσω επιθετικά κάποιον με τον οποίο διαφωνώ, ούτε καν να διαφωτίσω κάποιον που δεν το ζητά μόνος του. Προτίμησα να κάνω ένα βήμα πίσω, σε μια παραμελημένη αίσθηση ατομικότητας. Αν υπάρχει ένα κοινό αίτημα σε όλες αυτές τις φάσεις έχει να κάνει με μια πολιτική σφαίρα που να είναι υποστηρικτική των ατομικών ελευθεριών και συγχρόνως να είναι λειτουργική, με την έννοια πως δεν επιθυμεί να ταυτιστεί με τη ζωή στο σύνολό της. Αντίθετα, άλλες σφαίρες της εμπειρίας, όπως της αγοράς, του έρωτα και της τέχνης, πρέπει να έχουν τη δική τους αυτοτέλεια και αξία, πέρα από την πολιτική. Οι ολοκληρωτισμοί, αλλά και, σε έναν πιο ήπιο βαθμό, οι σύγχρονοι εθνολαϊκισμοί, αποστρέφονται αυτή την πολυπολικότητα, θέλουν να τα έχουν όλα υπό τον έλεγχο και την κυριαρχία τους. 

Ο συγγραφέας οφείλει να γράφει για όσα συμβαίνουν στον παρόντα  ιστορικό χρόνο ή είναι προτιμότερο να τα αφήσει να «χωνευτούν» κατά κάποιο τρόπο, ώστε να μην κινδυνεύει από... τη γειτνίαση με τη δημοσιογραφία;
Μπορεί προφανώς να γράψει για ό,τι θέλει, αλλά κάθε επιλογή έχει συνέπειες. Οσο πιο κοντά είναι η αφήγησή σου στον τρέχοντα ιστορικό και πολιτικό χρόνο τόσο πιο δύσκολο είναι να διατρανώσεις τη λογοτεχνική αναγκαιότητα του κειμένου σου. Έχετε απόλυτο δίκιο για τον κίνδυνο ανάδυσης ενός παραλογοτεχνικού είδους που μοιάζει με στρατευμένη δημοσιογραφία. Όλοι έχουμε διαβάσει τέτοια κείμενα υποτιθέμενης «πολιτικής φαντασίας» τα οποία, στην καλύτερη περίπτωση, λησμονούνται λίγο πριν την ολοκλήρωση της ανάγνωσής τους. Δεν βρίσκω τίποτα από μόνο του ζωτικό  στην ιδέα μιας λογοτεχνικής  μόδας σύγχρονων πολιτικών κειμένων. Από την άλλη μεριά όμως, βρίσκω κάτι βαθιά προβληματικό στην κυριαρχία μιας λογοτεχνίας της διαφυγής σε εξιδανικευμένα παρελθόντα (κάποτε μέσω του τραύματος), σε παλιούς και νέους κοινοτισμούς, σε ταυτοτικές «φυλές». Σχετικά με το «Ο τελευταίος τροχός της αμάξης», ειδικά την ιστορία «Σώζουμε Έυρώπη» που τοποθετείται εντός πολύ συγκεκριμένου σύγχρονου πλαίσιου, ελπίζω ότι ο αναγνώστης θα δικαιώσει την επιλογή. Ο ήρωας προσπαθεί να συνδέσει τα θραύσματα της εμπειρίας του και να φτιάξει ένα σώμα που να μπορεί να σταθεί όρθιο και να βγει ξανά από την πόρτα του σπιτιού του στην πόλη. Να ξεκινήσει από την αρχή, τη στιγμή που η πραγματικότητα αλλά και η μνήμη του δεν του δίνουν καμιά ελπίδα και ευκαιρία για εργασία, σχέσεις και δημιουργικότητα. Μέσω του αναστοχασμού του για τα αίτια των αποτυχιών του, ίσως να ενώνει σημεία που όλα μαζί φτιάχνουν μια εικόνα συνύπαρξης των αντιθέτων, μετά από χρόνια διχασμού και εικονικού (και ενίοτε υλικότατου) εμφυλιακού κλίματος. Νομίζω ότι για να προχωρήσουμε ως κοινωνία, αλλά και για να μάθουμε από όσα έγιναν κατά τη διάρκεια της (συνεχιζόμενης ) κρίσης, χρειάζεται να  βρούμε μερικούς κοινούς τόπους, έστω για αρχή σε συναισθηματικό επίπεδο. Δεν ξέρω ποιοι θα είναι αυτοί. 

Μου έκανε επίσης εντύπωση το ότι προτίμησες να αναφερθείς σε υπαρκτά πρόσωπα στο πλαίσιο και την καρδιά των ιστοριών και να μην τα βάλεις υπαινικτικά. Ποια είναι τα ρίσκα απ’ αυτήν την επιλογή;
Το ρίσκο είναι ακριβώς η ένταξη του κειμένου σε ένα παράδειγμα παραπολιτικού λόγου, δηλαδή στο είδος αυτό που καταστατικά πολεμά ο ήρωας της πρώτης ιστορίας με τη γραφή του. Είναι ένα ρίσκο που αντανακλά τη δική του αγωνία να αποτινάξει  τη λάσπη που ο ίδιος ανακάτεψε ως πληρωμένο  κομματικό τρολ και κειμενογράφος σε μια εποχή που ο πολιτικός και ο παραπολιτικός λόγος πλησίασαν ο ένας τον άλλον μέχρι την εξαφάνιση των «αληθών νέων».

O Jeffrey Lee Pierce γυρίζει από την κόλαση ή από τον παράδεισο; Και γιατί ειδικά αυτός;
Ας ακολουθήσουμε τα ίχνη: ο ήρωας της τρίτης ιστορίας είναι ιδανικό θύμα στα χέρια του Διαβόλου. Δεν έχει καθόλου αντιστάσεις, είναι έτοιμος να κάψει όλες τις γέφυρές του για μια νύχτα αληθινών συγκινήσεων και ηδονής. Αν ο Θεός έχει πεθάνει, ο Jeffrey Lee Pierce είναι ζωντανός. Μπορεί να αναστήθηκε όπως ο Χριστός. Ή να μην πέθανε ποτέ, ο δικός μας Elvis που απλώς βγήκε από το κτίριο. Ή να τον υποδύεται ένας αντικαταστάτης όπως ο Ian Astbury για τον Jim Morrison. Ή κάτι ακόμα χειρότερο (αν είναι δυνατόν). Το μόνο σίγουρο στοιχείο για αυτή την ιστορία ήταν ο Jeffrey Lee Pierce. Ξεκίνησα να γράφω έχοντας στο μυαλό μου τη σκηνή που ο ήρωας βλέπει τη συναυλία στις 6 το πρωί και μετά βγαίνει έξω συνειδητοποιώντας ότι αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει. Πρόκειται για έναν μύθο που είναι «δικός μας», δεν έγινε ποτέ διασημότητα, ούτε εν ζωή ούτε μετά θάνατο. Κι από την άλλη μεριά όμως, ήταν μέχρι το τέλος μεγαλύτερος από τη ζωή (με ανατριχιαστική μουσική και τρομακτική εικόνα), ένα είδωλο που γκρεμιζόταν μπροστά στα μάτια των ανίκανων, λιγοστών πιστών του. Συνεπώς για τις ανάγκες της ιστορίας μου, ήταν ο ιδανικός θύτης, το τοτέμ, αυτός που υπόσχεται τα πάντα κι εξαφανίζεται όταν τον χρειάζεσαι περισσότερο.

Τι ακούς αυτήν την εποχή;
Από παλιότερα πράγματα, σκαλίζω τις δισκογραφίες συγκροτημάτων που λόγω  διάφορων κόμπλεξ και προκαταλήψεων είχα υποτιμήσει, όπως οι Killing Joke, New Model Army, Blow Monkeys αλλά και των πιο πρόσφατων Of Montreal, MGMT και The Drums. Από φετινούς δίσκους αυτός που έχω παίξει περισσότερο είναι της Eleanor Friedberger, η οποία συνδυάζει μια αίσθηση βαθιού παρελθόντος ακραίων εμπειριών και πειραματικών αναζητήσεων, με μια προοδευτικά ισορροπημένη, τουλάχιστον καλλιτεχνικά, μέση ηλικία, όπου ό,τι χάνουν τα τραγούδια της σε τρέλα, το κερδίζουν σε σοφή μελωδική γραμμή και πολυεπίπεδη, αλλά φαινομενικά απλή, σύνθεση. Και  τα βράδια είμαι συντονισμένος στον Ωκεανό του Ήχου!

Ο Γιώργος Στόγιας (1973) εργάζεται με παιδιά από βεβαρημένα οικογενειακά/ κοινωνικά περιβάλλοντα. Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Εαρινό Εξάμηνο (Απόπειρα 2013) και το θεατρικό Εκκρίσεις για σκότωμα (Απόπειρα 2015). Σκηνοθέτησε δεκάδες θεατρικές παραστάσεις σε ετερόκλητα πλαίσια. Δημοσιεύει κριτικά κείμενα σχετικά με πολιτικά, πολιτιστικά και παιδαγωγικά ζητήματα σε εφημερίδες και στο διαδίκτυο.

«Ο τελευταίος τροχός της αμάξης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι.