Βιβλιο

Προδημοσίευση «Ο λαβύρινθος των πνευμάτων»

Το δίτομο βιβλίο του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν κυκλοφορεί από τις εκδ. Ψυχογιός στις 9/11

A.V. Team
ΤΕΥΧΟΣ 633
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Στη Βαρκελώνη, στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ο Ντανιέλ Σεμπέρε δεν είναι πια εκείνο το αγόρι που η ζωή του θα άλλαζε μέσα στους διαδρόμους του Κοιμητηρίου των Λησμονημένων Βιβλίων. Το μυστήριο του θανάτου της μητέρας του, της Ισαβέλας, έχει ανοίξει στην ψυχή του μια άβυσσο, από την οποία προσπαθούν να τον σώσουν η σύζυγός του Μπέα και ο πιστός του φίλος, ο Φερμίν. Και πάνω που ο Ντανιέλ πιστεύει πως απέχει μόλις ένα βήμα από τη λύση του αινίγματος, μια συνωμοσία με ρίζες πολύ πιο βαθιές και σκοτεινές απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί απλώνει τα δίχτυα της ξεκινώντας από τη ρίζα του Καθεστώτος. Τότε ακριβώς εμφανίζεται η Αλίθια Γκρις, ένα πλάσμα γεννημένο απ’ τις σκιές του πολέμου, για να τους οδηγήσει στην καρδιά του σκότους, αποκαλύπτοντας τη σκοτεινή ιστορία της οικογένειας… αν και με τρομερό τίμημα. 

Μέσα από τις σελίδες του «Λαβύρινθου των πνευμάτων» οδηγούμαστε στο μεγάλο φινάλε της σάγκας που ξεκίνησε με τη «Σκιά του ανέμου».

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Όταν ο Βιλαχουάνα τελείωσε την αφήγησή του, τα μάτια του γυάλιζαν και το στόμα του είχε στεγνώσει. Η Αλίθια χαμήλωσε το βλέμμα κι έμεινε σιωπηλή. Έπειτα από λίγο ο δημοσιογράφος ξερόβηξε κι εκείνη του χάρισε ένα αχνό χαμόγελο.

«Η Σουσάνα δεν ξανάδε ποτέ τον σύζυγό της ούτε τις κόρες της. Επί δύο μήνες πήγαινε σε αστυνομικά τμήματα, νοσοκομεία και ιδρύματα και ρωτούσε για κείνους. Κανένας δεν ήξερε τίποτα. Μια μέρα, απελπισμένη, αποφάσισε να τηλεφωνήσει στη δόνια Φεδερίκα Ουμπάκ. Της απάντησε ένας υπηρέτης, που τη συνέδεσε με έναν γραμματέα. Η Σουσάνα τού είπε τι είχε συμβεί, καθώς και ότι η κυρία του ήταν η μόνη που θα μπορούσε να τη βοηθήσει. “Είναι φίλη μου”, είπε».

«Η καημένη», μουρμούρισε η Αλίθια.

«Μετά από λίγες μέρες τη μάζεψαν από τον δρόμο και την πήγαν στο ψυχιατρείο, στη γυναικεία πτέρυγα. Έμεινε εκεί κάμποσα χρόνια. Ύστερα από καιρό είπαν ότι το είχε σκάσει. Τρέχα γύρευε. Η Σουσάνα χάθηκε για πάντα».

Ακολούθησε μακρά σιωπή.

«Και ο Βίκτορ Ματάς;» ρώτησε η Αλίθια.

«Ο δικηγόρος Μπριάνς, που καιρό πριν είχε προσληφθεί από την Ισαβέλα Ζισπέρ για να προσπαθήσει να βοηθήσει τον Νταβίδ Μαρτίν, έμαθε απ’ αυτόν τον τελευταίο ότι και ο Ματάς είχε καταλήξει στο κάστρο του Μοντζουίκ. Τον κρατούσαν απομονωμένο σε ένα κελί κατόπιν ρητής εντολής του διευθυντή της φυλακής, του δον Μαουρίθιο Βαλς, και δεν του επιτρεπόταν να βγαίνει στο προαύλιο με τους άλλους κρατουμένους, ούτε να δέχεται επισκέψεις ή να διατηρεί οποιαδήποτε επαφή με τον έξω κόσμο. Ο Μαρτίν, που κι αυτόν τον είχαν στείλει κάμποσες φορές στην απομόνωση, ήταν ο μόνος που είχε καταφέρει να μιλήσει μαζί του, ανταλλάσοντας κάποιες λέξεις απ’ την άλλη μεριά του διαδρόμου. Έτσι έμαθε ο Μπριάνς τι είχε συμβεί. Φαντάζομαι ότι τότε πια τον δικηγόρο τον βάραινε η συνείδησή του κι ένιωθε εν μέρει ένοχος, οπότε αποφάσισε να αρχίσει να βοηθάει όλους εκείνους τους φτωχοδιαβόλους που είχαν παγιδευτεί εκεί πέρα. Τον Μαρτίν, τον Ματάς…»

«Ο δικηγόρος των χαμένων υποθέσεων…» είπε η Αλίθια.

«Ποτέ δεν κατάφερε να τους σώσει, φυσικά. Τον Μαρτίν τον δολοφόνησαν κατόπιν εντολής του Βαλς – ή έτσι είπαν τουλάχιστον. Κανένας δεν έμαθε τι απέγινε ο Ματάς. Ο θάνατός του παραμένει μυστήριο. Και η Ισαβέλα, την οποία πιστεύω ότι ο φτωχός ο Μπριάνς την είχε ερωτευτεί, όπως την ερωτεύονταν όλοι όσοι τη γνώριζαν, είχε πεθάνει πρώτη απ’ όλους, επίσης κάτω από πολύ ύποπτες συνθήκες. Μετά απ’ όλα αυτά, ο Μπριάνς δεν ξανασήκωσε ποτέ πια κεφάλι. Είναι καλός άνθρωπος, αλλά τρομαγμένος και κατά βάθος έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να κάνει τίποτα».

«Πιστεύετε ότι ο Ματάς είναι ακόμα εκεί;»

«Στο κάστρο; Ελπίζω ο Θεός να μην έχει φανεί τόσο σκληρός μαζί του και να τον έχει πάρει από καιρό».

Η Αλίθια κατένευσε, προσπαθώντας να χωνέψει όλα όσα είχε ακούσει.

«Κι εσείς;» ρώτησε ο Βιλαχουάνα. «Τι σκέφτεστε να κάνετε;»

«Τι εννοείτε;»

«Σκοπεύετε να μείνετε άπρακτη ύστερα απ’ όλα όσα σας είπα;»

«Τα χέρια μου είναι δεμένα όσο και του Μπριάνς», αποκρίθηκε η Αλίθια. «Για να μην πω περισσότερο».

«Τι βολικό».

«Με όλο τον σεβασμό, δεν ξέρετε τίποτα για μένα».

«Μιλήστε μου τότε. Βοηθήστε με να συμπληρώσω την ιστορία. Πείτε μου τι μπορώ να κάνω».

«Έχετε οικογένεια, Βιλαχουάνα;»

«Γυναίκα και τέσσερα παιδιά».

«Και τους αγαπάτε;»

«Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. Τι σχέση έχει αυτό τώρα;»

«Θέλετε να σας πω τι πρέπει να κάνετε; Στ’ αλήθεια;»

Ο Βιλαχουάνα κατένευσε.

«Τελειώστε την πραγματεία σας. Ξεχάστε τον Ματάς. Τον Μαρτίν. Τον Βαλς κι όλα αυτά που μου είπατε. Ξεχάστε κι εμένα – ποτέ δεν ήρθα να σας βρω».

«Δεν ήταν αυτή η συμφωνία μας», διαμαρτυρήθηκε ο Βιλαχουάνα. «Με ξεγελάσατε…»

«Καλώς ήρθατε στο κλαμπ», είπε η Αλίθια, προχωρώντας ήδη προς την έξοδο. 


Μπορείτε να βρείτε το βιβλιο στο site του Ιανού