Βιβλιο

Ο τελευταίος κύκνος

Αλέξης Σταμάτης
ΤΕΥΧΟΣ 282
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μια αξονική τομογραφία μιας σκληρότατης περιόδου του ανθρώπου επιχειρεί ο Στέφανος Δάνδολος στο πρόσφατό του βιβλίο «Ο τελευταίος κύκνος» (εκδόσεις Καστανιώτη).

«Η εφηβεία είναι σφαγή» διαβάζουμε κάπου και τα τεκταινόμενα στο έργο επιβεβαιώνουν με τον πιο σκληρό τρόπο την αγριάδα μιας φάσης της ζωής του ανθρώπου όπου οι ορμόνες του παίζουν πινγκ-πονγκ κι η λίμπιντο συγκρουόμενα αυτοκινητάκια. Μιας εποχής που ο άνθρωπος βιώνει ουσιαστικά για πρώτη φορά τα μεγάλα αισθήματα, τις έντονες ερωτικο-κοινωνικές εμπειρίες που θα τον ακολουθήσουν στο υπόλοιπο της ζωής του.Το σκηνικό είναι τοποθετημένο σ’ ένα σχολείο της Γλυφάδας κάπου στη δεκαετία του ’80 και ο Δάνδολος εστιάζει σε ένα παράξενο κουαρτέτο, με κέντρο τον Σμαραγδόπουλο, το «σκοτεινό πρίγκιπα», ένα παιδί σημαδεμένο από τις συγκρούσεις που βιώνει σε οικογενειακό επίπεδο, και δορυφόρους τη Σου, την απόλυτη μούσα του σχολείου –μια φαινομενικά ξεπεταγμένη κοπέλα που παίζει με ό,τι κινείται τριγύρω της–, τη Μάγκι, τη σκοτεινή της φίλη που προσπαθεί να την αντιγράψει στα πάντα, και τον αφηγητή, τον καταλύτη της υπόθεσης, ένα πλάσμα επίσης εξαιρετικά φορτισμένο που θα επιφυλάξει πλείστες όσες εκπλήξεις στον αναγνώστη. Στον πυρήνα του έργου υπάρχει μια αυτοκτονία που θα σημαδέψει για πάντα τις ψυχές ολόκληρης της παρέας και θα τους στοιχειώνει ακόμη και χρόνια αργότερα, όταν, μετά από ένα reunion, ο αφηγητής (το τέταρτο πρόσωπο μέσα από το όποιο αχνοφαίνεται ο ίδος ο συγγραφέας) θα αναλάβει να διηγηθεί το εκρηκτικό τους παραμύθι. Δέκα χρόνια ύστερα από την αποφοίτησή τους, τα «παιδιά του μεσονυχτίου», όπως τα αποκαλεί ο Δάνδολος, δεν έχουν ακόμα συμφιλιωθεί με το παρελθόν. Τότε επεμβαίνει η συγγραφική πένα για να τους λυτρώσει, αν τελικά υπάρχει ακόμη λύτρωση…Ο Δάνδολος σκηνογραφεί το βιβλίο με όλο τον «ποπ» διάκοσμο της εποχής (ταινίες, τραγούδια, σίριαλ, αλλά και εμβληματικά κλαμπάκια), μπολιάζοντας τη σκληρή πλοκή με έναν υψηλό βαθμό αυθεντικότητας. Προσωπικά διέκρινα και ένα επίπεδο ειρωνείας ως προς τη διαπραγμάτευση του ίδιου του υλικού του, μια υγιή απόσταση του συγγραφέα (προσοχή, όχι του αφηγητή) μέσα από την οποία επιτυγχάνει ένα δύσκολο στόχο: όσο πιο δραματικά εξελίσσει την πλοκή του, τόσο ενδοφλεβίως μάς υπενθυμίζει ότι όλα όσα διαβάζουμε ανήκουν στο μαγικό κόσμο της λογοτεχνίας. Αυτός ο «λοξός μελοδραματισμός» εξυπηρετείται από μια γλώσσα που ενίοτε καταφεύγει σε εκούσιες λυρικές εξάρσεις (ουσιαστικά ντουμπλάροντας τα «ανυψωμένα» αισθήματα των ηρώων) και άλλοτε γειώνεται απότομα, ξεγυμνώνοντας και απομυθοποιώντας πρόσωπα και καταστάσεις. Ένα βιβλίο που κατά τη γνώμη μου πρέπει να διαβαστεί με την ευεργετική «δραματική απόσταση» με την οποια βλέπουμε μια ταινία του Αλμοδοβάρ, μια και το μελοδραματικό όχημα υπονομεύεται διαρκώς, ακολουθώντας αφηγηματικές τεχνικές δανεισμένες από το σινεμά όπου μια «σκηνή δεν είναι πάντοτε εκείνο το όποιο σημαίνει».Μύθοι της εφηβείας, ταυτίσεις, μεταθέσεις, ένα δάσος από σύμβολα και απωθήσεις μάς υπενθυμίζουν μια όχι τόσο μακρινή εποχή όπου η διαχρονική αγριότητα της εφηβείας είχε να κάνει με έντονα πάθη, ακραίους ανταγωνισμούς με σάρκα, με έρωτα, με αίμα και ρομαντισμό, κι όχι με εικονικές ζωές, social networks και άβαταρ.Το διακειμενικό παιχνίδι είναι έκδηλο και ομολογημένο. Ο συγγραφέας όχι μόνον κλείνει το μάτι στη «Λολίτα» του Ναμπόκοφ, αλλα τη χρησιμοποιεί, ακολουθώντας τη μεταμοντέρνα παράδοση του κειμένου αναφοράς. Το βιβλίο είναι γεμάτο ανατροπές (με την κύρια να είναι αριστοτεχνικά υφασμένη), έντονη πλοκή, χωρίς φλυαρίες και πλατειασμούς. Ακροβατώντας στο τεντωμένο σκοινί μεταξύ στοχασμού και περιπέτειας, κατορθώνει και ισορροπεί σ’ ένα μεταίχμιο ειρωνείας και ρεαλισμού.Ένας πλάγιος ύμνος σε μια ηρωική περίοδο με χαρακτήρες «πάνω από το έδαφος», που μάταια προσπαθούν να γειωθούν σε μια πραγματικότητα την οποία δεν ξέρουν ακόμη να διαχειριστούν. Μια περίοδος της ζωής του ανθρώπου με τρομερό μυθοπλαστικό ενδιαφέρον, που δεν έχει ακόμα ανθολογηθεί ιδιαίτερα από τα νεότατη ελληνική λογοτεχνία.