Βιβλιο

Διαβάζοντας τη νέα ποιητική συλλογή της Χριστίνας Οικονομίδου

Ο Βασίλης Βασιλικός προτείνει την ανάγνωση του «4 εποχές στον δρόμο» με τη μέθοδο που το διάβασε

Βασίλης Βασιλικός
ΤΕΥΧΟΣ 583
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η νέα ποιητική συλλογή «4 εποχές στον δρόµο» της Χριστίνας Οικονοµίδου είναι η τέταρτη κατά σειρά που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Απόπειρα» και ενώ παρηχεί µε τον τίτλο του τις «Τέσσερις εποχές» του Βιβάλντι,  παραπέµπει και στο 1994, χρονιά που κυκλοφόρησε από τον ίδιο εκδότη η  πρώτη ποιητική της συλλογή «Μύθοι και ωδίνες / Η γυναίκα και το δέντρο της σιωπής». Κατανέµεται δε σε τέσσερις ενότητες, όχι όπως στο έργο του διάσηµου ιταλού συνθέτη  «Φθινόπωρο - Χειµώνας - Άνοιξη - Καλοκαίρι», αλλά σε «Cosmopolitics - Δηµόσιοι χώροι - Ιδιωτικοί χώροι - Ύπαιθρος».

Προτείνω την ανάγνωσή του µε τη µέθοδο που το διάβασα κι εγώ: µια πρώτη ανάγνωση όπου σε σταµατούν συγκεκριµένοι στίχοι –που τους υπογράµµιζα γιατί µε εντυπωσίαζαν– αλλά µόνο στη δεύτερη ανάγνωση, µετά από µια βδοµάδα, ανακάλυψα πως δεν πρόκειται για αυτοτελή ποιήµατα αλλά για ένα ενιαίο ποίηµα, µε τη µορφή της ραψωδίας, που για να σ’ αγγίξει βαθύτερα πρέπει να αφεθείς στη ροή του ώστε να νιώσεις πώς και τα «δύσοσµα» ακόµα (ρήµατα κι επίθετα) στην αληθινή ποίηση µεταλλάζουν σε «δυόσµο».

Αυτός ο «οδηγός ανάγνωσης» (σαν τον «Οδηγό χρήσεως» του Ζορζ Περέκ) έχει το πλεονέκτηµα ότι αγγίζεις το υπόστρωµα της ποίησης ενώ ξαπλώνεις πάνω στο στρώµα της. Το «4 εποχές στον δρόµο» προσθέτει έτσι το δικό του αστεράκι στο αιωνόβιο  δέντρο της ελληνόγλωσσης ποίησης.

Έλεγε ο αλησµόνητος Νίκος Γκάτσος, στο «Πικαντίλλυ», στα µέσα της δεκαετίας του ’50: «Τα ποιήµατα είναι εύκολα. Η ποίηση είναι δύσκολη». Το ηρακλείτειο αυτό απόφθεγµα που µου θύµιζε  το αντίστοιχο του «σκοτεινού» φιλόσοφου «τα οστά του αετού είναι µελανά» άργησα να το καταλάβω. Αλλά όταν επιτέλους κατάφερα να ερµηνεύσω το χρησµό της Πυθίας – η ποίηση, από κει και πέρα, µε κέρδιζε  µόνο όταν αποτελούσε, πέρα από τα ανεξάρτητα µεταξύ τους ποιήµατα, ένα δικό της «όλον». Όπως η «Αµοργός» ή το «Άξιον Εστί» ή το «Μυθιστόρηµα» του Σεφέρη.

Και βέβαια όταν λέµε ποίηση εννοούµε πρωταρχικά τη γλώσσα. Το πάντρεµα των λέξεων και των ήχων. Το να µπορείς να χαρίζεις σε µια λέξη της καθηµερινότητας καινούργιο σηµαινόµενο. Και καθώς έχουµε την πιο πλούσια γλώσσα του κόσµου (σε  «τέσσερις –κι αυτή– εποχές», την αρχαία, την ελληνιστική, την καθαρεύουσα και τη δηµοτική) «the message is the medium» ( το µήνυµα είναι το ίδιο το µέσο) ισχύει. Το απέδειξε ο Ρεζίς Ντεµπρέ στο βιβλίο του «Cours generales de mediologie» («Η επιστήµη της Επικοινωνίας», εκδόσεις Λιβάνη) ανατρέποντας τη µέχρι τότε ρήση του Μάρσαλ Μακλιούαν «the medium is the message» (το µέσο είναι το µήνυµα). Και αφού το «µέσον» της ποίησης είναι πρωταρχικά η γλώσσα, άρα το «µήνυµα» που εκπέµπει είναι η ίδια η γλώσσα αυτή καθ’ εαυτή.

Το  εκφραστικό «µέσο» είναι απόλυτα κατακτηµένο στην ποίηση της Χριστίνας Οικονοµίδου.  Λάγνο χωρίς λεξιλαγνεία. Ισοζυγιάζεται ανάµεσα στο σύγχρονο και το διαχρονικό. Πρωτοποριακό αλλά διόλου εξεζητηµένο. Συνεκφράζει τη χυδαιότητα της ζωής µε το όνειρο ενός αγγέλου. Άγγελος  εξάλλου λέγεται κι ο  άντρας που εµφανίζεται περιστασιακά.

Ο πειρασµός είναι µεγάλος να ξεκινήσω τα παραθέµατα που τόσο µε είχαν εντυπωσιάσει στην πρώτη ανάγνωση. Μα δεν θα το κάνω. Θα περιοριστώ µόνο σε δύο.

Από το ποίηµα «Ουρανοξύστης 1»: «“Αγάπη µου” φωνάζεις/ µα δεν εννοείς “αγάπα µε”/ µονάχα/ “λύτρωσέ µε”/ από τ’ αδιάβροχα αισθήµατά µας./ Τόσο νερό κατέβασε ο ουρανός εχθές/ και πάλι, / δεν κατάφερα/ καθόλου/ να µουσκέψω».

Και από το «Δηµόσιες Βιβλιοθήκες» : ...«Κάθε µέρα ακούω ένα γνώριµο  πλήθος/ να σέρνει τα ρήµατα στους διαδρόµους [...] Όµως µόνο στα όνειρά µου/ κυλούν στις φλέβες µας γράµµατα/ που όλα µαζί καταφέρνουν/ να εκφράσουν κάτι/ µε κάποια σηµασία. Μόνο εκεί/ η αγωνία της γλώσσας/ έχει αρθρώσεις που τρίζουν/ µε τις αλλαγές και το πέρασµα του καιρού.

Κι έτσι στον ξύπνο µου/αναλογίζοµαι/ πως είναι καλύτερο/ να είσαι µουγγός/ παρά τυφλός βιβλιοθηκάριος».