Βιβλιο

Κωδικός Χαϊκού

 Κτερίσματα. Μισέλ Φάις, Πατάκης, 2012. Σελ. 285

A.V. Team
ΤΕΥΧΟΣ 416
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Του Bart Soethaert

«Να σου πω τι κάνουν οι μεγάλοι όταν εμείς κοιμόμαστε; [...] Βγάζουνε τα ρούχα τους και τα τακτοποιούνε. Βάζουνε μουσική και χορεύουν, στα νύχια των ποδιών τους όμως. Όλα αυτά τα κάνουν με κλειστή πόρτα αλλά με ανοιχτό πολυέλαιο.»

Μ’ αυτό τον τρόπο τα θραύσματα αισθησιακού λόγου –στιγμιότυπα που παραπαίουν ανάμεσα στη λαγνεία και το σεξουαλικό πένθος– χαρτογραφούν στο καινούριο μυθιστόρημα του Φάις περισσότερο τα βήματα ενός ματαιωμένου χορού. Καθώς στο εργαστήρι χορού, στο οποίο μεγάλωσε ο «Ζορρό μισή μερίδα», έμοιαζε περισσότερο μ' ένα σεμινάριο οικογενειακού πόνου, όπου ο «αιώνιος σύζυγος»-πατέρας υπέμενε «με θλιμμένη ειρωνεία» το μαρτύριο των αλλεπάλληλων δραματικών αποχωρισμών της γυναίκας του· εξού και «το σπίτι [τους] θύμιζε χαλασμένο τζουκ-μποξ που έτρωγε τα κέρματα, που είχε καμένα λαμπάκια κι έπαιζε άλλα αντ' άλλων σαρανταπενταράκια, άσε που κανένας δεν ήθελε να χορέψει με κανέναν σ' αυτό το σπίτι, κανένας δεν σιγοσφύριξε ποτέ μια μουσικούλα». Αυτή η «αξημέρωτη μέρα» λοιπόν του οικογενειακού «σφαγείου» –σημείο μηδέν όλης της γραφής του Φάις– λειτουργεί στα «Κτερίσματα» ως ενδόσιμο για μια ερωτική θανατογραφία, στην οποία οι θαμώνες του «σπιτιού» της επιθυμίας (με το αμφίσημο όνομα «La petite mort»/μικρός θάνατος και οργασμός) προσπαθούν να γλιστρήσουν από το «πληγωμένο σκοτάδι» του παιδικού χάους τους.

«Εσύ έκτοτε χόρεψες και ξαναχόρεψες το μπλουζ του παλιόλυκου, του πληγωμένου λύκου, του γελοίου λύκου, σπρώχνοντας το κορμί σου πάνω σε άλλα κορμιά με την αίσθηση του ατελέσφορου, μαχαίρωνες και ξαναμαχαίρωνες το παγωμένο σκοτάδι του κανένα λύκου».

Τα αποσπάσματα μιλούν πληθωρικά και ελευθερόστομα για «εμποδισμένους έρωτες, μαραζωμένα βλέμματα, στραγγαλισμένα αγγίγματα, απαρνημένα φιλιά» και φυσικά δεν πρόκειται μόνο για το τικ ενός «σεσημασμένου φετιχιστή, εμμονές ενός αγοραφοβικού αρχειοθέτη, σκέψεις ενός ακούραστου ταριχευτή του μηδενός». Εδώ η βλάσφημη παραμυθία του εαυτού αλλοιθωρίζει στον βακχευμένο κόσμο γύρω μας· οι ψηφίδες του αχαλίνωτου ερωτικού λόγου συγκινούν πολύ συχνά με την ποιητική αυτοτέλειά τους και αποδεσμεύουν, όπως στα χαϊκού, εικόνες αναστοχαστικές, ρεμβώδεις, παθιασμένες –ελλειπτικά σκηνικά μιας ρημαγμένης ζωής– αλλά και εικόνες ωμές ή αυτοτραυματικές.

Αυτή λοιπόν η στρατηγική χαϊκού, όπως θα χαρακτήριζα το αφηγηματικό πείραμα των «Κτερισμάτων» (μην ξεχνάμε ότι ο πεζογράφος έχει μεταφράσει κι εκδόσει βιβλίο με χαϊκού), πατάει από τη μια πλευρά στην αποσπασματική ερωτογραφία του ύστερου Roland Barthes («Απόλαυση του κειμένου» και «Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου»), όταν τοποθετεί στο κέντρο της γραφής του τη σκοτεινή επιθυμία και φιλοτεχνεί το «κείμενο της αγαλλίασης» (texte de jouissance) και, από την άλλη πλευρά, λογοδοτεί στη φαιδρή ή και διαβρωτική ακόμη διάθεση των «Κτερισμάτων», όταν συναντά τις ψυχρές κωμωδίες του Milan Kundera (λ.χ. «Βιβλίο του γέλιου και της λήθης») και το κλίμα άκρατης παρωδίας της γραφής του Philip Roth, όπου ανατέμνει τις ερωτικές νευρώσεις των εβραϊκής καταγωγής συνήθως ηρώων του.

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι σ’ αυτό το βιβλίο ο Φάις ανακεφαλαιώνει, χωνεύει, εμπλουτίζει και ανανεώνει θεματικές και ποιητικές που διανοίγονται σ’ ένα μεγάλο χρονικό άνοιγμα: από πρώτη εμφάνισή του στα γράμματα το 1983 με την ποιητική συλλογή «Το σύνορο» (ποιήματα της οποίας ενσωματώνει στην αφηγηματική ροή) έως το τελευταίο του μετανεωτερικό μυθιστόρημα «Πορφυρά γέλια» (2010) και την εναλλαγή πρόζας και διαλογικών μερών, «Ιστορίας και εξομολόγησης».

Ο αφηγητής μοιράζεται ανάμεσα στον «καταθλιπτικό δονζουανισμό» και στον «πιο ανυπεράσπιστο, τον πιο σκοτεινό, τον πιο γδαρμένο εαυτό». Όταν κουράζεται να μετεωρίζεται από τη μαύρη ερωτογραφία στην ερωτική μασκαράτα καταφεύγει στο βορειοανατολικό φως της καταγωγής· στο φως της μνήμης της γενέθλιου τόπου, αλλά και στις σκιές κειμένων ή συγγραφέων που τον σφράγισαν (ίχνη των οποίων διαβάζει ή ανιχνεύει ο προσεκτικός αναγνώστης).

Αναμφισβήτητα πρόκειται για το πιο σαρκικό βιβλίο του Φάις, σε μια ιδιαίτερα φροντισμένη και καλαίσθητη έκδοση (όπου παρεμβάλονται ασπρόμαυρες φωτογραφίες – αποτυπώνοντας τη συστηματική ενασχόληση του πεζογράφου με την κάμερα).


*Ο Β.S. γεννήθηκε στο Βέλγιο το 1982. Σπούδασε κλασική & νεοελληνική φιλολογία και συγκριτική γραμματολογία. Από το 2008 διδάσκει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Έχει δημοσιεύσει μελέτες για το έργο του Μ. Φάις.