Βιβλιο

Μια γκαλερί όλη η πόλη

H Athens Voice είναι ένα ιδιότυπο εβδομαδιαίο έντυπο

Κατερίνα Κοσκινά
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Είναι αλήθεια πως όταν μιλάμε για εφημερίδες ο νους μας τρέχει καταρχήν στην επικαιρότητα, στα πρωτοσέλιδα, εκεί που προβάλλουν ταυτόχρονα η ταυτότητα, η αισθητική του εντύπου και ο τρόπος που επιλέγει για να προσεγγίζει τον υποψήφιο αναγνώστη. Είναι επίσης αλήθεια ότι, ανάμεσα σ’ ένα μεγάλο αριθμό ημερησίων, εβδομαδιαίων και μηνιαίων εφημερίδων, η Athens Voice είναι ένα ιδιότυπο εβδομαδιαίο έντυπο που στα δύο περίπου χρόνια κυκλοφορίας του έχει αγκαλιαστεί από πολλούς αναγνώστες. Αναγνώστες που επιθυμούν αφ’ ενός μια διαφορετική ιεράρχηση της σημασίας των ειδήσεων, και αφ’ ετέρου μία διαφορετική άποψη ως προς την εμφάνισή του εντύπου.

Σ’ αυτά έγκειται και η ειδοποιός διαφορά της Athens Voice με τις άλλες εφημερίδες. Διότι, ενώ είναι εφημερίδα, εμφανίζεται με μία ασυνήθιστη εικόνα και περιεχόμενο. Αντί να καταγράφει το εφήμερο, το καθημερινό, την επικαιρότητα με την στενή του όρου έννοια, επιλέγει να επικοινωνεί θέματα, με έμφαση σε ζητήματα πολιτισμού και life style ενώ προσφέρει έναν μεγάλο αριθμό προτάσεων που λειτουργεί ως πρόσκληση σε διάλογο με το κοινό της. Η ιδιαιτερότητά της επιβεβαιώνεται κυρίως από το εξώφυλλό της. Η Athens Voice, αν και δεν είναι μια εικαστική εφημερίδα, τοποθετεί στην πρώτη της σελίδα έργα τέχνης.

Έργα τέχνης ειδικά καμωμένα ή διαλεγμένα για την εφημερίδα, από τους πλέον σημαντικούς έως τους πρωτοεμφανιζόμενους Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες. Και όχι μόνον. Η ίδια η εφημερίδα παροτρύνει τους έχοντες εικαστικές ανησυχίες και δημιουργικές ικανότητες ηθοποιούς (Λάκης Λαζόπουλος), γελοιογράφους (ΛΟΓό), αρχιτέκτονες (Mario Botta), ποιητές (Νάνος Βαλαωρίτης), μουσικούς (Depeche Mode), χορογράφους (Κωνσταντίνος Ρήγος), ζαχαροπλάστες (Στέλιος Παρλιάρος), κομικάδες (Milo Manara), σκηνοθέτες (Peter Greenaway) κ.α. να συμμετάσχουν σε μια ιδιόμορφη εβδομαδιαία εικαστική «δράση».

Επιπροσθέτως η διανομή της σε εμφανή σημεία αλλά και πιο ψαγμένα , παρεΐστικα στέκια που φιλοξενούν αυτό το έντυπο - προφανώς επειδή οι θαμώνες τους μοιράζονται με το αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας ιδέες, ανησυχίες και έναν αντίστοιχο τρόπο αντιμετώπισης της πληροφόρησης - μπορεί και αυτή να χαρακτηρισθεί ως «δράση». Είναι πραγματικά ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς το καλλιτεχνικό δρώμενο, που λαμβάνει χώρα κάθε εβδομάδα σε διάφορα προεπιλεγμένα σημεία της πόλης.

Στα σταθερά σημεία διανομής της εφημερίδας έρχεται πλήθος ανθρώπων για να πάρει ή μόνο να κοιτάξει την ολοσέλιδη εικόνα ενός νέου έργου τέχνης. Το γεγονός αυτό κάνει ακόμη πιο ενδιαφέροντα, τον τρόπο που «μηχανεύεται» η Athens Voice για να εξοικειώσει το αναγνωστικό της κοινό και όχι μόνον, με έργα τέχνης γνωστών και αγνώστων του καλλιτεχνών. Και σίγουρα κάνει ενδιαφέρουσα και ίσως άξια μελέτης την αθρόα ανταπόκριση τόσων διανοούμενων, επαγγελματιών και δημιουργών να επέμβουν, να «δράσουν» στην πρώτη της σελίδα.

Προκύπτει, λοιπόν, αυτομάτως το ερώτημα, «ο παπάς κάνει τα ράσα ή τα ράσα τον παπά;» Με άλλα λόγια, ονομάζουμε εφημερίδα ένα έντυπο όταν δεν έχει στην πρώτη του σελίδα ειδήσεις, ναι ή όχι; Το πρωτοσέλιδο κάνει την εφημερίδα ή η εφημερίδα το πρωτοσέλιδο; Αλίμονο αν η πρώτη σελίδα προσδιόριζε την ποιότητα και το χαρακτήρα ολόκληρου του εντύπου. Αρκεί να γυρίσουμε ένα χρόνο πίσω και να κοιτάξουμε μόνον τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Αλήθεια, αν εξαιρέσουμε ένα ή δύο, ποιο απ’ όλα άντεξε στο χρόνο, ποιο συγκρατήσαμε στη μνήμη μας; Και ακόμα, ποιο από αυτά θα αντέχαμε να έχουμε και να βλέπουμε στο γραφείο ή στο σπίτι μας;

Ειλικρινά δεν ξέρω τι θα επέλεγε ένας φυσιολογικός άνθρωπος από αυτά που καθημερινά βλέπουμε στα πρωτοσέλιδα. Τους πολέμους ανά τον κόσμο, τους βιασμούς, τις φωτιές του καλοκαιριού, το βασικό μέτοχο, τα ατυχήματα-εγκλήματα στον Μαλιακό κόλπο, τις κλοπές, τις απάτες, την άνοδο και την πτώση του χρηματιστηρίου, τις τρομοκρατικές ενέργειες, τις δηλώσεις των επιφανών πολιτικών μας; Προφανώς τίποτε από αυτά. Κι αυτό όχι γιατί οι διευθυντές των εφημερίδων δεν κάνουν καλά την δουλειά τους, αλλά ακριβώς επειδή την κάνουν πολύ καλά.

Το έχουμε πια εμπεδώσει. Δυστυχώς τα κακά νέα πουλάνε περισσότερο, ανεβάζουν τους δείκτες θεαματικότητας και αναγνωσιμότητας. Δυστυχώς, χρόνια έχουμε να δούμε πρωτοσέλιδο αισιόδοξο, εκτός και αν αφορά κάποια επιτυχία που προξενεί εθνικό παραλήρημα, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες ή η κατάκτηση Ευρωπαϊκών Πρωταθλημάτων. Δυστυχώς δεν θα ασχοληθεί κανείς, παρά πολύ σπάνια, με μια καλή είδηση. Όπως δεν θα μάθουμε ποτέ αν ένα ζευγάρι ερωτευμένο φιλήθηκε κάτω από ένα δένδρο στην Καστοριά, παρά αν το δένδρο πέσει και τους πλακώσει. Τότε θα μάθουμε τα πάντα γι’ αυτούς, την οικογένειά τους, τους γείτονες, τους πρώην συμμαθητές τους και δυστυχώς, θέλουμε δεν θέλουμε, θα συμμετάσχουμε στο δράμα τους. Και να που ξαφνικά κάτι άλλαξε στην πόλη. Κάτι διαφορετικό συμβαίνει, «κάτι πλούσιο και παράξενο», αλλά καθόλου μυστικό.

Ο Φώτης Γεωργελές και η ομάδα του αποφάσισαν να παράγουν και να διανέμουν δωρεάν μία «μετα-εφημερίδα». Την εφημερίδα που περιέχει ειδήσεις, αλλά αξιολογεί ως σημαντικότερη είδηση την ανά εβδομάδα πηγή έμπνευσης ενός διαφορετικού καλλιτέχνη. Μπορεί λοιπόν να αποτελεί είδηση ένα κουτί του Λουκά Σαμαρά, ένας πίθηκος ζωγραφισμένος από τον Helmut Middendorf, μια αίσθηση της πόλης με τη ματιά του Μανόλη Χάρου, ένα αυγό από το οποίο ξεπετάγεται η Κυρία Τεπενδρή του Κωνσταντίνου Κακανιά; Ευτυχώς, κυρίως για εμάς τους ανθρώπους της τέχνης, φαίνεται πως ναι. Κι αυτό δεν το λέμε εμείς. Το δηλώνουν με την επιλογή τους χιλιάδες Αθηναίοι κάθε εβδομάδα.

Σ’ αυτούς τους πιστούς φίλους, αλλά και σ’ εκείνους που θα ακολουθήσουν, απευθύνεται -ίσως θα έπρεπε να πω αφιερώνεται- η έκθεση που θα παρουσιαστεί για δεύτερη συνεχή χρονιά στο Μουσείο Μπενάκη Κτήριο οδού Πειραιώς. Η έκθεση αυτή ουσιαστικά γίνεται για να συγκεντρώσει σε έναν τόπο που μοιάζει να είναι ο φυσικός τους χώρος, έργα που βρίσκονταν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου σκορπισμένα, στην υπηρεσία ενός στόχου που δεν είναι άλλος από μια εναλλακτική, φρέσκια και αναγκαία αντιμετώπιση αυτού που αποκαλούμε επικαιρότητα. Αποκαλύπτει όμως παράλληλα και τις δυνατότητες της Athens Voice, που λειτουργώντας με μια σπάνια μεθοδικότητα και συνέπεια, χρησιμοποιεί τη λογική των ανοικτών ατομικών περιοδικών εκθέσεων, για να διευρύνει τα όρια του εκθεσιακού χώρου τόσο ώστε να καταλαμβάνει ολόκληρη την πόλη.