Βιβλιο

Πόλη… στα όρια

Η A.V. μίλησε με τον αρχιτέκτονα Γιώργο Τζιρτζιλάκη

Αγγελική Μπιρμπίλη
ΤΕΥΧΟΣ 358
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Στην εποχή της κρίσης, τα θέματα του δημόσιου αστικού χώρου, πάντοτε εκκρεμή, γίνονται και επιτακτικά. Με αφορμή μια σειρά επίκαιρων θεμάτων και επικείμενων τάσεων που αφορούν το μετασχηματισμό της Αθήνας, η A.V. μίλησε με τον αρχιτέκτονα Γιώργο Τζιρτζιλάκη.

Σε έχει αιφνιδιάσει ποτέ η Αθήνα; Συχνά. Δεν υπάρχει πόλη χωρίς κάποια απρόβλεπτα στοιχεία αιφνιδιασμού. Κάτι τέτοιο αποκτά απρόσμενη ισχύ σε μια πόλη μεταιχμίων και αντιφάσεων όπως η Αθήνα. 

Σε έχει αιφνιδιάσει ποτέ η Αθήνα; Συχνά. Δεν υπάρχει πόλη χωρίς κάποια απρόβλεπτα στοιχεία αιφνιδιασμού. Κάτι τέτοιο αποκτά απρόσμενη ισχύ σε μια πόλη μεταιχμίων και αντιφάσεων όπως η Αθήνα.  

Γίνονται πολλές συζητήσεις για να «επανακτήσουμε» το κέντρο (να δοθούν κίνητρα ώστε να επιστρέψουν οι νέοι, για τα εγκαταλελειμμένα κτίρια που είναι εκτός χρήσης κ.λπ.). Είναι ρεαλιστικά αυτά τα σχέδια ή απλώς για να συζητάμε; Δεν υπάρχει υποχρεωτική διαφορά ανάμεσα στο «ρεαλισμό» και σ’ ό,τι «συζητάμε». Απεναντίας, υπάρχουν περιπτώσεις όπου το τελευταίο (η συζήτηση) συνδέεται με το πρώτο (το ρεαλισμό). Πρέπει να πάψουμε να χρησιμοποιούμε τη συζήτηση –δηλαδή τη διαλογική σκέψη– παραπλανητικά ή σε αντιδιαστολή, αλλά σε συνάφεια με την πράξη. Αυτό είναι απαραίτητο σε μια εποχή γενικευμένης κρίσης και άγριας περιστολής των δημοσίων δαπανών, όπως αυτή που διανύουμε. Κριτήριο είναι η συγκεκριμενοποίηση, η οποία προσδίδει ανθεκτικό χαρακτήρα –άρα ρεαλιστικές δυνατότητες– στα υπό συζήτηση «κίνητρα επανάκτησης του κέντρου». Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι η διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους μπορεί να υλοποιηθεί η επανακατοίκηση των κενών κτιρίων της πόλης, θέτοντας σε αμφισβήτηση την αλόγιστη υπεραπαραγωγή καινούργιων.   

Τι γνώμη έχεις για μεγαλεπήβολα σχέδια όπως η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου; Ανήκει μάλλον και αυτή στην αντι-αστική και στερεότυπη πανάκεια των πεζοδρομήσεων και στα γνωστά προβλήματα που τις συνοδεύουν. Πόσα χρόνια θα χρειαστούν να περάσουν προκειμένου να αντιληφθούμε ότι το μητροπολιτικό κέντρο της Αθήνας –με τις κυκλοφοριακές ροές και τις συσσωρεύσεις του, που χρειάζονται ασφαλώς αναμόρφωση και εξορθολογισμό– δεν μπορεί να γίνει γραφική Πλάκα;

Η αισθητική μας είναι απόρροια της ηθικής μας; Το μαρτυρούν οι ίδιες οι λέξεις. Η μία εμπεριέχει την άλλη.

Ο τρόπος ζωής μας (καταναλωτές παλιότερα, νεόπτωχοι σήμερα) καθορίζει τις πόλεις μας; Ή αντίστροφα, η αναβάθμιση της αρχιτεκτονικής θα αναβαθμίσει τον τρόπο ζωής; Οι τρόποι ζωής πάντα προηγούνται της αρχιτεκτονικής. Περισσότερο από την αρχιτεκτονική μάς ενδιαφέρουν οι τρόποι κατοίκησης. Η ποίηση και όχι τα ποιήματα. Αν θέλουμε ν’ αλλάξουμε κάτι, πρέπει να προσανατολιστούμε σ’ αυτή τη μεταβολή. Και εδώ το στοίχημα είναι αυτή η αντιξοότητα –η «νεόπτωχη» φάση, όπως την περιγράφεις– να μετατραπεί με αξιοπρέπεια σε ευκαιρία.

Οι Έλληνες αγαπούν την αρχιτεκτονική ή βλέπεις να υπάρχει μια δυσπιστία απέναντι στην αρχιτεκτονική και τους αρχιτέκτονες και γιατί; Η αγάπη και η δυσπιστία είναι γενικευμένα χαρακτηριστικά του πολιτισμού μας. Είναι η παγίδα μας αλλά και εκείνο το οποίο μας κάνει να λειτουργούμε. Δεν θα μπορούσε να ξεφύγει η αρχιτεκτονική από αυτή τη συναισθηματική επαμφοτερίζουσα στάση. Ωστόσο, κάτι τέτοιο μπορεί να βοηθήσει την αρχιτεκτονική στην αναγκαία αποτοξίνωση και στην ανάδειξη της προτεραιότητας του κοινωνικού.

Ποιο είναι το μερίδιο ευθύνης που αναλογεί σε σας τους αρχιτέκτονες; Πρόκειται για παλιά αδιέξοδη συζήτηση που μοιάζει να αναπαράγει το γρίφο εάν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα. Φυσικά και οι αρχιτέκτονες έχουν την ευθύνη τους, αλλά το πολιτικό σύστημα ήταν εκείνο που ενθάρρυνε μιας σειρά κοινωνικές συμπεριφορές και συνήθειες (εκείνο που ο Νίτσε αποκάλεσε «γλώσσα του καλού και του κακού») καθώς και τις συνθήκες της εκτεταμένης περιβαλλοντικής σπατάλης και απονομιμοποίησης.  

Οι Έλληνες είμαστε εχθροί του δημόσιου χώρου; Τον φανταζόμαστε σαν ένα προϊόν που διατίθεται απεριόριστα προς ιδιοποίηση. Και αυτό δεν είναι αποκλειστικά ελληνική ιδιαιτερότητα αλλά χαρακτηριστικό πολλών μεσογειακών πόλεων. Την ίδια στιγμή, όμως, μέσα από τον παραληρηματικό πολλαπλασιασμό των κοινωνικών συναναστροφών είμαστε ένα είδος υπερπαραγωγών της δημόσιας κοινωνικής σφαίρας ανά πάσα στιγμή παντού. H κρίση της κατανάλωσης και των εμπορικών media μόνο καλό μπορεί να κάνει στην αναζωογόνηση αυτής της ακανόνιστης δημόσιας σφαίρας των σχέσεων.   

Προκαλεί το παραμικρό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον η σημερινή εικόνα της Αθήνας; Εκείνο που για πολλούς είναι το καταραμένο μοντέλο της αθηναϊκής πολυκατοικίας, μελετάται ως επιτυχημένο παράδειγμα κοινωνικής συμβίωσης σε συνθήκες αυξημένης μητροπολιτικής πυκνότητας.  

Σαν αρχιτέκτονας έχεις κάποιες ιδέες ή προτάσεις για την «ανακατασκευή» της Αθήνας; Έχει ενδιαφέρον το ότι μιλάς για «ανακατασκευή». Το ότι θεωρείς, δηλαδή, την Αθήνα μια σχεδόν καταστρεμμένη πόλη. Πρόκειται για όρο που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στις ευρωπαϊκές πόλεις μετά το τέλος του 2ου παγκοσμίου πολέμου.  Όπως αντιλαμβάνεσαι, είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς εδώ σ’ ένα τέτοιο ερώτημα.

Αγαπημένο αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό της Αθήνας; Ο μοριακός της χαρακτήρας, η σύγχυση και η διαστολή των συναναστροφών.

Τι λείπει από την Αθήνα ώστε να ανταποκρίνεται στα στάνταρ μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής πόλης; Η αντίληψη του δημόσιου χώρου. Πρόκειται για ένα μείζον αγαθό που βρίσκεται σε διαταραγμένη ανεπάρκεια. Μόνον έτσι η Αθήνα θα καταφέρει να φτιάξει δικά της στάνταρντ.

nΠρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σου «Στα όρια - Νέες αρχιτεκτονικές στην Κύπρο» (εκδ. Καστανιώτης). Η Κύπρος είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, ένα σταυροδρόμι που ενώνει την Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή. Έχει επίσης να «διαχειριστεί» το τραύμα της εισβολής και την οικονομική δυναμική. Πώς παντρεύει η σύγχρονη κυπριακή αρχιτεκτονική τη διεθνοποιημένη τοπικότητα; Τον κοσμοπολιτισμό με την τοπική ταυτότητα; Ξεχωρίζεις κάποιους νέους αρχιτέκτονες ή κτίρια; Η επεξεργασία του διαχωριστικού τραύματος ανήκει στα μείζονα ζητούμενα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής στην Κύπρο, που τα τελευταία χρόνια απέκτησε ένα απρόσμενο ενδιαφέρον. Στην Κύπρο μπορούμε να αντιληφθούμε τη γεωπολιτική της αρχιτεκτονικής και μια σειρά διαδικασίες αποαποικιοποίησης που συνδυάζουν το τοπικό και το διεθνές με ευρηματικό τρόπο. Ωστόσο, το μεγαλύτερο πρόβλημα των κυπριακών πόλεων που εκκρεμεί είναι η αναδιοργάνωση του αστικού ιστού και του δημόσιου χώρου και, ακόμη περισσότερο, η συγκρότηση ενός σύγχρονου δικτύου μαζικών μέσων μεταφοράς. Διαφορετικές και νεότερες γενιές αρχιτεκτόνων δρουν και στοχάζονται σ’ αυτό το πλαίσιο. Παραδειγματικά και μόνο αναφέρω τους Γρηγόρη Πατσαλοσαββή, Ζήνωνα Σερεπεκλή, Mike Σέρωφ, Σώτο Παπαδόπουλο, Βασίλη Ιερίδη, Χαρίλαο Κυθρεώτη, Σωκράτη Στρατή, Μιχάλη Κοσμά, τους νεότερους ερευνητές Πέτρο Φωκαΐδη, Στέφανο Φεραίο, Αμίλιο Μιχαήλ και, βέβαια, την ιστορικό της αρχιτεκτονικής Παναγιώτα Πύλα.


Ο Γ. Τζ. φωτογραφημένος σ' ένα από τα παράθυρα του Πύργου κατοικιών και καταστημάτων που σχεδίασε στο κέντρο της Λευκωσίας ο Γάλλος αρχιτέκτονας Jean Nouvel. Φωτό: Παναγιώτης Μήνας