Βιβλιο

Προδημοσίευση: Αγαπημένη μου Έλγκα

Τα ογδόντα επτά γράμματα του Νίκου Καββαδία σταλμένα, από το 1937 έως το 1965, στην αδελφή του Τζένια και στην κόρη της και ανιψιά του Έλγκα

Δημήτρης Μαστρογιαννίτης
ΤΕΥΧΟΣ 338
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αγαπημένη μου Ζένια… Τα ογδόντα επτά γράμματα του Νίκου Καββαδία σταλμένα, από το 1937 έως το 1965, στην αδελφή του Τζένια και στην κόρη της και ανιψιά του Έλγκα μοιάζουν με καρέ βιογραφικής ταινίας, όπου προσωπικές εξομολογήσεις, οικογενειακές και φιλικές σχέσεις, ποιήματα, χρώματα και αρώματα τόπων λικνίζονται στις γραμμές των επιστολόχαρτων.

«Δεν είμαι σίγουρη αν εγώ ήθελα να δημοσιευτούν τα γράμματα, ίσως γιατί τα θεωρώ κάτι πολύ δικό μου που δεν θα ήθελα να το μοιραστώ» εξομολογείται στην εισαγωγή του βιβλίου η Έλγκα Καββαδία. Οι ενστάσεις της έχουν νόημα, το καταλαβαίνεις όχι τόσο από τις προτροπές του θείου της («Αυτά όλα μεταξύ μας… γιατί αν το μάθει ο φίλος μου ο Καραγάτσης θα με κάνει διήγημα»), όσο ανακαλύπτοντας, επιστολή την επιστολή, την παθιασμένη αγάπη του Ν.Κ. για την αδελφή του και την ανιψιά του. Όταν διαβάζεις όμως «Αν αγάπησα κάτι ποτέ εκτός από σας είναι τα τσιγάρα, το οινόπνευμα, τα βιβλία (λιγότερο απ’ όλα) και τα πορνεία. Με όλα τα πράγματα και με τα πιο ιερά έπαιξα πάντα. Εκτός από τις γυναίκες» ή αλλού «Είμαι δειλός και δεμένος με τα πράγματα και τους ανθρώπους μου περισσότερο απ’ όλους σας αλλά… τα πάθη είναι δυνατότερα από τη δειλία», ο ποιητής έχει νικήσει τον άνθρωπο – είτε υπογράφει Κόλιας είτε θείος Νικόλας είτε Μαυρής (χαϊδευτικό που χρησιμοποιούσε η ανιψιά του). Επιπλέον, αποσπάσματα στις επιστολές του («Τα πόδια της και τα χέρια της ήταν γεμάτα ασημένιους χαλκάδες. Τα χείλη της, καθώς λέει ο Παπαντωνίου, είχαν τη νικοτίνη τόσων ανδρών. Κάτου από το προσκέφαλό της είχε, για το φόβο των μαύρων, κρυμμένο ένα μαχαίρι με ασημένια λαβή») φωτίζουν έργα του, ενώ υπάρχουν και ποιήματα («Έξοδος», “Fresco” κ.ά.) στην πρώτη τους εκδοχή, πολλές φορές με άλλο από τον τίτλο που τα ξέρουμε, και δίπλα τη σκληρή (αυτο)κριτική του: «Θέλησα να σου γράψω ένα ποίημα σαν παραμύθι, απλό, όμως μου ξέφυγε και βγήκε τούτο το μπλάστρι για γερασμένα παιδιά». 

Υπάρχουν και άλλοι πολλοί λόγοι να χαρείς για την έκδοσή τους – ας πούμε για τις σκέψεις του για μια μουσική («Το “Μπολερό” του Ραβέλ. Μοιάζει τη σκέψη ενός τρελού αυτό το κομμάτι, μια σκέψη που θέλει να ξεφύγει, ν’ απλωθεί μα δεν μπορεί και χτυπιέται γυρίζοντας. Μια αχτίνα φωτός που παίζει σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό! Ένα έντομο κλεισμένο σ’ ένα δοχείο»), γιατί ανακαλύπτεις την επιρροή μιας φράσης στη ζωή του: «Θυμάμαι τα λόγια του Picasso: “Πόσα πράγματα θα ‘πρεπε να καταργήσουμε!” Na καταργήσουμε αυτούς που μας γέλασαν˙ ακόμη τους κατεργάρηδες˙ τις συνήθειες˙ τη γοητεία˙ το θέμα˙ και πόσα άλλα! Μα ο κοινός νους θα βγει πάντα νικητής. Εναντίον είναι που πρέπει ν’ αμυνθούμε…». Μαθαίνεις την περιγραφή με 12 λέξεις ενός ωκεανού: «Ο Ινδικός!… Μονσόνια θερμά, κύμα βουβό δίχως αφρό. Πουλιά θαλασσινά που κλαίνε παράδοξα». Ανακαλύπτεις φυλακισμένα σου αισθήματα: «Είτε στην Ξάνθη, στο Αργοστόλι, στο Βαλπαραίζο ή στο Melbourne, η Κυριακή είναι το ίδιο πράγμα».

«Τα γράμματα δείχνουν το χαρακτήρα του. Οι άνθρωποι που τον αγαπούν σαν συγγραφέα θα τον γνωρίσουν και στην ιδιωτική του ζωή» γράφει η Έλγκα Καββαδία. Αλλά και οδηγούν, με τη σειρά τους, τους υπόλοιπους στην ποίησή του.