Θεατρο - Οπερα

Για τον Φώτη Σεργουλόπουλο «Το Παρτάλι» είναι ένα προσωπικό τάμα

Φέτος, θα τον δούμε σε έναν δύσκολο και συγκινητικό μονόλογο στο Θέατρο Μαβίλη

Ελένη Ψυχούλη
ΤΕΥΧΟΣ 1016
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Φώτης Σεργουλόπουλος μιλά για την καριέρα του, την πατρότητα, τη διαφορετικότητα και τη θεατρική επιστροφή του με την παράσταση «Το Παρτάλι».

Tον ξέρω από τόσο παλιά, που δεν θυμάμαι πώς γνωριστήκαμε. Προφανώς μέσα σε κείνη την παλιά Αθήνα που όλοι γνωριζόμασταν, ακόμη και χωρίς να γνωριζόμαστε. Μπορεί να μην τον συναντώ συχνά, αλλά τον βλέπω καθημερινά, περσόνα διαρκείας, στενά συνδεδεμένη με την τηλεόραση. Αν πρέπει να τον κλείσεις μέσα σε δυο λέξεις και στους χαρακτηρισμούς των τρίτων, ο Φώτης Σεργουλόπουλος είναι το «καλό παιδί». Μια μπανάλ απλοποίηση, για να χωρέσεις έναν πολυμήχανο δημιουργό, αγωνιστή, φίλο, τζέντλεμαν μιας άλλης εποχής, ενίοτε ρομαντικό ήρωα, τολμηρό, καλλιτέχνη, ευαίσθητο και ανθεκτικό, εσχάτως και πατέρα. Αυτό που τον ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους μικρούς ήρωες της ζωής είναι αυτή η αυτοσαρκαστική γελαστή ζαβολιά μιας δεύτερης ανάγνωσης που κρύβεται στο μάτι του, ακόμη και στα πιο δύσκολα. Κυρίως σ’ αυτά.

Φέτος, θα τον δούμε στο θέατρο, σε έναν δύσκολο και συγκινητικό μονόλογο, «Το Παρτάλι» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, σε σκηνοθεσία του Φωκά Ευαγγελινού. Στα γραφεία της ATHENS VOICE ήρθε γλυκά κουρασμένος, από τη δουλειά, τις πρόβες, τη φροντίδα του παιδιού. Μια αχτίνα φώτιζε σαν άλως από αγιογραφία το πρόσωπό του, όσο μιλούσαμε για το έργο. Ο Φώτης το λέει κουίρ. Στην ουσία είναι μια πανανθρώπινη ιστορία για τη διαφορετικότητα, στην αιχμή όπου συναντιούνται όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν τη δική τους ζωή, όπως την εννοούν. Η ιστορία μιας αποδοχής που, τελικά, δεν χαρίστηκε δωρεάν και ποτέ σε κανέναν θνητό.

Ο Φώτης Σεργουλόπουλος μιλάει στην ATHENS VOICE

― Έχεις σπουδάσει ηθοποιός αλλά δεν το ξέρει κι όλος ο κόσμος.

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι με καλλιτέχνες και ηθοποιούς. Ο αδελφός του μπαμπά μου ήταν ζωγράφος με σπουδές στη Γαλλία, η Κατερίνα Γιουλάκη ήταν αδελφή της μαμάς μου, ο Γρηγόρης Γρηγορίου, ο Χατζηδάκις και ο Μουζάκης ήταν συμμαθητές του μπαμπά μου, οπότε ήταν ανοιχτός στην καλλιτεχνία, δεν με πίεσε ποτέ να σπουδάσω κάτι άλλο. Στο σχολείο είχα έναν εμπνευσμένο φιλόλογο και από τη Γ’ Γυμνασίου δημιουργήσαμε μαζί μια θεατρική ομάδα. Ανεβάσαμε, ας πούμε, «Οιδίποδα» και μας έγραψε τη μουσική ο Σταμάτης Κραουνάκης, φοιτητής ακόμη στην Πάντειο. Αυτή η ομάδα ήταν ένα καλό φυτώριο. Τελειώνοντας το λύκειο, έδωσα στη Δραματική του Βεάκη. Μετά πήγα στρατό και στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου έκανα τη Σχολή του Jacques Lecoq, έπειτα γύρισα στην Ελλάδα και φυσικά δεν έβρισκα πουθενά δουλειά. Στα τέλη του ’80, δεν ήταν πολύ εύκολα τα πράγματα. Η τηλεόραση ήταν πάρα πολύ λίγη ακόμη. Τα είδη θεάτρου ήταν σαφώς διαχωρισμένα, δεν ανέβαιναν πολλές παραγωγές και παιδεύτηκα λίγο συμμετέχοντας σε μικρούς θιάσους. Δεν μου άρεσε αυτό που έκανα, αλλά, με μεγάλο κόπο και πολλή δουλειά, μπήκε στη ζωή μου το ραδιόφωνο και αργότερα η τηλεόραση.

― Πόσο κομμάτι της θεατρικότητάς σου κάλυψε η τηλεόραση;

Μεγάλο. Ήξερα πού απευθύνομαι. Ήξερα ότι όταν μιλάμε οι δυο μας υπάρχει ένας τέταρτος τοίχος, η συνείδηση του κοινού που μας βλέπει. Το είχα διδαχτεί ως περφόρμερ. Δεν έμεινα σε inside jokes, δεν κρύφτηκα πίσω από έναν ρόλο για να κάνω τη δουλειά μου, ίσως γι’ αυτό έκανα και επιτυχία. Χρησιμοποίησα τον ίδιο μου τον εαυτό, τη δική μου αλήθεια, κι αυτό με βοήθησε και στο ραδιόφωνο. Είμαι πολύ ευτυχισμένος για όλα όσα έχω κάνει.

― Έχεις κάνει και αξέχαστες μιμήσεις σε τηλεοπτικά σόου.

Πάντα μου άρεσε να κάνω περσόνες, να χρησιμοποιώ τη διάθεσή μου για αυτοσχεδιασμό. Τώρα, την εποχή της πολιτικής ορθότητας, δεν έχω πια την όρεξη να κάνω το ίδιο πράγμα.

© Τάσος Ανέστης

― Το Shamone ήταν η προσωπική σου σκηνή;

Το Shamone ήταν ένας χώρος προσωπικής έκφρασης, που μπορούσε όποιος ήθελε να τον χρησιμοποιήσει ελεύθερα, νιώθοντας ασφαλής. Ανεβάσαμε πολλές παραστάσεις. Όταν παίζω, επιστρέφω στο παρελθόν μου. Επειδή δεν έχω δουλέψει πολύ ως ηθοποιός, όταν παίζω, μικραίνω, επιστρέφω σε κάτι γνώριμο, στην παλιά, νεανική μου διάθεση, στον παλιό μου εαυτό.

― Δεν σε θυμάμαι ποτέ όμως σε δραματικό ρόλο. Για την ακρίβεια θεωρώ πως ανάμεσα σε σένα και ό,τι ερμηνεύεις, ακόμη και στην προσωπική σου ζωή, υπάρχει μια αυτοσαρκαστική, αστεία δεύτερη ματιά.

Το «Παρτάλι» είναι ένας δραματικός ρόλος. Είμαι σίγουρος, όμως, πως στην αίθουσα θα ακούγονται πνιχτά γέλια, ένα μικρό κλείσιμο του ματιού, χωρίς καθόλου να θέλω να προκαλέσω το κωμικό.

― Πώς ήρθε αυτή η παράσταση;

Με τον Θόδωρα Γρηγοριάδη και τον Φωκά Ευαγγελινό ήμασταν μια παρέα. Μαζί μας ήταν και ένας φίλος που έφυγε από τη ζωή και αυτό μας στοίχισε πολύ. Τα πρώτα βιβλία του Γρηγοριάδη τα έχω διαβάσει από το χειρόγραφο ακόμα. Όταν, όμως, πρωτοδιάβασα το «Παρτάλι» αναγνώρισα σ’ αυτό το πρώτο κουίρ μυθιστόρημα. Πάντοτε, σε κάθε κοινωνία, όσο μικρή και να ’ναι, υπάρχει ένα άτομο που διαφέρει από τα άλλα, γιατί έτσι γεννήθηκε. Πάνε τώρα επτά χρόνια που μου μπήκε η ιδέα να το ανεβάσω στο θέατρο. Μέσα από αυτή την παράσταση ήθελα να ενωθεί ξανά η ίδια παρέα. Ήταν μια υπόσχεση που έδωσα σε μένα. Δεν θέλω να κάνω καριέρα στο θέατρο ή να συνεχίσω να δουλεύω σ’ αυτό. Θέλω μόνο να ανεβάσω τον συγκεκριμένο μονόλογο, και θα το κάνω.

― Γιατί αυτό το έργο;

Την εποχή που γίνεται τόσος λόγος για την ταυτότητα φύλου, την αμφισβήτηση ή την απαξίωση που δέχονται άτομα σαν κι αυτό το παιδί, το οποίο από γεννησιμιού του ντύνεται κοριτσίστικα γιατί έτσι το αισθάνεται, νιώθω ότι πλέον είναι ανάγκη μου –όχι χρέος!– να διηγηθώ την ιστορία του. Μια εμποδισμένη ζωή, που έδωσε τον δικό της αγώνα, είναι πάντα μια ιστορία που μπορεί να αγγίξει τον θεατή μέσα από αληθινά συναισθήματα.

― Έχουμε περισσότερη κουίρ τέχνη στις μέρες μας;

Και παλιότερα υπήρχε κουίρ θέατρο και κινηματογράφος. Αλλά οι γκέι ρόλοι ήταν ή πολύ δραματικοί ή πολύ καλιαρντοί. Ό,τι και να ήταν όμως, το «Τούτσι», το «Κλουβί με τις Τρελές», ο Παράβας, ο οποίος έκανε τον Φίφη, ή το «Cruising», που δεν μιλούσε και πολύ κολακευτικά για την γκέι κοινότητα της Ν. Υόρκης, όταν τα βλέπαμε, νιώθαμε ότι υπάρχουμε, αναγνωρίζαμε τον εαυτό μας, έστω και σαν καρικατούρες. Ήταν σημαντικό να «υπάρχεις», έστω κι έτσι. Στη συνέχεια, με τον Φασμπίντερ ή με το AIDS, η κουίρ τέχνη ντύθηκε με μια μεγάλη σκοτεινιά. Τώρα πια υπάρχει επιτέλους ελευθερία. Το «Παρτάλι», όταν γράφτηκε, το 2001, ήταν πρωτοποριακό. Ήταν το πρώτο κουίρ βιβλίο.

― Πόσο αφορά ένα στρέιτ κοινό «Το Παρτάλι»;

Το συναίσθημα είναι το ίδιο για όλους τους ανθρώπους. Όλοι πονάμε και όλοι χαιρόμαστε. Ποτέ δεν κατάλαβα τον διαχωρισμό ανάμεσα σε κάτι γυναικείο, αντρικό ή γκέι. Καθετί έξω από εμάς είναι η ευκαιρία να δούμε μια άλλη πλευρά που δεν γνωρίζουμε. Στη ζωή μου κάνω πάντα αυτό που θέλω κι αυτό που μου αρέσει. Έρχομαι να καταθέσω την ιστορία ενός ανθρώπου που αγαπώ και αυτό με συγκινεί και μου δίνει ενέργεια.

― Η πατρότητα τι ρόλο παίζει στις αποφάσεις σου;

Όταν κάνεις παιδί, γίνεσαι λίγο βαμπίρ, ρουφάς τη φρέσκια ενέργεια που σου χαρίζει. Ξαναγονατίζεις και παίζεις, ξαναρχίζεις από την αρχή, πατάς ένα κουμπί και μηδενίζεις.

― Ποιες είναι οι βασικές αρχές που θα ήθελες να μεταφέρεις στον γιο σου;

Να είναι δίκαιος και ελεύθερος. Γιατί και η ελευθερία προέρχεται από τη δικαιοσύνη.

― Τι δεν έκανες αλλά θα ήθελες να κάνεις;

Κάτι που δεν έχω κάνει και θα ήθελα είναι σινεμά .

― Περνάμε μια εποχή δύσκολη, που όλα αλλάζουν. Αυτές οι εποχές, όμως, δίνουν πολλή τροφή στο γέλιο, στη σάτιρα. Λείπει, βέβαια, ο αστείος σχολιασμός από τα σενάρια της τηλεόρασης, του σινεμά ή του θεάτρου. Θα ήθελες να γράψεις ένα τέτοιο σχόλιο για την εποχή;

Όχι, δεν θέλω και δεν ξέρω να το κάνω. Σενάρια γράφει ο Καπουτζίδης. Όσο για το κωμικό που λες, για μένα το εκπροσωπεί επάξια ο Φοίβος Δεληβοριάς, τον οποίο βρίσκω πολύ αστείο, μ’ αυτό το διφορούμενο στιλ, που θυμίζει Μπάστερ Κίτον.

― Τι ονειρεύεσαι για το μέλλον σου;

Βλέπω γύρω μου πολλούς ανθρώπους που έχουν πήξει στις πόλεις και θέλουν να φύγουν στην εξοχή. Εμένα δεν με απασχολεί. Θέλω μόνο να έχω περισσότερο χρόνο για μένα και για τους ανθρώπους που αγαπώ – τον δικό μου χρόνο, που μου λείπει, γιατί αυτή την περίοδο είμαι πολύ φροντιστικός. Δουλεύω πολύ και μεγαλώνω ένα παιδί.

― Μια ωραία στιγμή με το παιδί σου;

Το αυτοκίνητο ανάμεσα στις διάφορες δραστηριότητες, που λειτουργεί σαν εξομολογητήριο. Δεν κοιτάς τον άλλον στα μάτια και αυτό βοηθά στο να υπάρχει μια βαθύτερη επικοινωνία, που δεν χρειάζεται καν ερωτήσεις για να ξεδιπλωθεί.

― Το πιο δύσκολο πράγμα στο μεγάλωμα ενός παιδιού;

Να είναι ασφαλές. Ως γονιός παντρεύεσαι για πάντα τον φόβο και την αγωνία. Τώρα καταλαβαίνω τη μάνα μας που ξενυχτούσε μέχρι να γυρίσουμε το βράδυ.

― Τι σου έχει δώσει τη μεγαλύτερη χαρά;

Τα ταξίδια μου, τα προσωπικά αλλά κι αυτά με το παιδί μου, που είναι διαφορετικά, γιατί σχολιάζουν με τη δική του ματιά τις εμπειρίες. Και οι έρωτες, που είναι λάμψη και αγωνία μαζί. Επίσης, με συγκινεί πολύ η ζωή όπως μου τα ’φερε. Οι όμορφες και αρμονικές συνεργασίες μου, επειδή η δουλειά είναι μεγάλο κομμάτι της ζωής μας.

― Θα γύρναγες πίσω σε κάποιο παλιό κεφάλαιο της ζωής σου;

Όχι, με αφορά μόνο το Τώρα. Και βλέπω γύρω μου τους ανθρώπους να το προσπερνούν, περιμένοντας «να έρθει η Παρασκευή», «να περάσει κι αυτός ο μήνας». Ίσως υπάρχει μια εξήγηση σ’ αυτό. Κρίνοντας από τις δικές μου παρέες, θυμάμαι ότι, όταν βρισκόμασταν παλιά, μιλάγαμε μόνο για γκόμενους, σεξ και διάφορες μπούρδες. Τώρα πια υπάρχουν προβλήματα και δυσκολίες. Και κανείς δεν θέλει να συνδεθεί μ’ αυτό το δυσοίωνο παρόν. Όμως η Ζωή είναι το Τώρα.

― Τι έχει αλλάξει πάνω σου τελευταία;

Συγκινούμαι εύκολα. Κι αυτό δεν είναι νοσταλγία. Είναι σαν να ξεφυλλίζεις κάτι παλιό που σε γυρνά γλυκά πίσω. Η δικαίωση του χρόνου. Η διαπίστωση πως αυτή η ιστορία γράφτηκε τελικά με ωραία λόγια.

― Το μεγαλύτερο μάθημα που σου έδωσε η ζωή;

Να ακούω!

***

Info
Παραστάσεις Τετάρτη και Πέμπτη στις 20:30

Θέατρο Μαβίλη, Δορυλαίου 10-12, Αμπελόκηποι, 2106451169