Από 30 Οκτωβρίου, η παράσταση «Στον κύριο Τζέι» θα παίζεται για δεύτερη χρονιά στη Θεσσαλονίκη. Ένας μονόλογος από το Θέατρο εΦ ανεβαίνει για έξι μόνο παραστάσεις, στο Θέατρο Τ, με τη Λένια Κοκκίνου επί σκηνής να αναζητά τον κύριο Τζέι πάνω, γύρω, τριγύρω.
Ποιος είναι τελικά ο κύριος Τζέι; Περιμένουμε την άφιξή του, όπως του Γκοντό; «Ο κύριος Τζέι είναι ο αόρατος πρωταγωνιστής του έργου, όπως και η πραγματικότητα είναι αυτό που μας περιβάλλει, υπάρχει χωρίς να φαίνεται, ή το αντίθετο (!). Είναι ένας συνομιλητής που θα θέλαμε ίσως να είχαμε, μία σύνδεση με την πραγματικότητα που φεύγει από τα χέρια μας, επειδή μπλεκόμαστε με τα τετριμμένα, ένας φάρος, αν θέλεις, ή, απλά, ο εαυτός μας, στο τέλος της ημέρας», απαντά η Αρετή Μακρολειβαδίτη, που υπογράφει τη σύλληψη και τη σκηνοθεσία του έργου. «Μπορεί να ακουστεί γραφικό, αλλά ο κύριος Τζέι είναι διαφορετικός για τον καθένα, αλλά επειδή δεν συζητάμε συχνά για τα ουσιώδη και τα σημαντικά, μπορεί να είναι πολύ πιο πολλά τα κοινά μας σημεία στο “ένωσε τις τελείες” που συνθέτει τον περιβόητο κύριο Τζέι, δηλαδή το τι μας κάνει αληθινούς, με μάτια ανοιχτά. Ο Γκοντό δεν έρχεται, όσο κι αν τον περιμένουμε (spoiler alert). Ο κύριος Τζέι, από την άλλη, μπορεί να είναι στο επόμενο λεωφορείο!»
Αφού μάθαμε ποιος είναι ο κύριος Τζέι, ας γνωρίσουμε και την Αρετή Μακρολειβαδίτη. «Νομίζω βγάζει μάτι ότι είμαι από τη Θεσσαλονίκη!» είναι οι πρώτες λέξεις με τις οποίες συστήνεται. Γεννήθηκε Θεσσαλονίκη και μένει στα ανατολικά. Ή ακριβέστερα, ζει «μεταξύ στρατόσφαιρας, κειμένων και synthesizer μάλλον». Σπούδασε Χημικός Μηχανικός στο ΑΠΘ και «τώρα που λέω αυτές τις λέξεις αναρωτιέμαι ειλικρινά αν όντως ήμουν εγώ τότε!»
Την πετριά με το θέατρο την έφαγε στο γυμνάσιο οριστικά, όταν «πηγαίναμε μεσοβδόμαδα με τη μητέρα μου στο Θέατρο Αμαλία και παρακολουθούσαμε παραστάσεις της Πειραματικής Σκηνής. Θυμάμαι να βλέπουμε εμβληματικά έργα, του Μπέκετ, του Τενεσί Ουίλιαμς, του Ίψεν, και να τα παρακολουθώ αποσβολωμένη και μετά να μη μιλάω καθόλου και σε κανέναν. Τα μεταβόλιζα όλη νύχτα και τις επόμενες ημέρες τα σκεφτόμουν, και οριακά τοποθετούσα και το ολόγραμμά μου στη σκηνή! Τότε δεν είχα καταλάβει ακριβώς τι ένιωθα, δεν είχα και τις προσλαμβάνουσες που χρειάζονταν για να αντιληφθώ ότι μπορεί κανείς να κάνει θέατρο, κανονικά, επαγγελματικά. Λίγα χρόνια μετά, στη Β’ Λυκείου, έτυχε να παρακολουθήσω μια παράσταση της Θεατρικής Ομάδας Πολυτεχνείου (ΘΟΠ), στη Φοιτητική Εβδομάδα. Ε, αυτό ήταν. Θυμάμαι να λέω “δεν ξέρω τι ήταν αυτό που είδα, δεν ξέρω πού θα το ξαναβρώ, αλλά εγώ αυτό θα κάνω”. Και μόλις μπήκα στο Πολυτεχνείο, μπήκα και στη ΘΟΠ. Και κάπως έτσι γνώρισα και το σωματικό θέατρο. Και όλα άρχισαν σιγά σιγά να μπαίνουν στη θέση τους.