- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Mπέρτολτ Μπρεχτ: Εβδομήντα χρόνια από τον θάνατο του Γερμανού δραματουργού
Η κληρονομιά του ακροβατεί ανάμεσα στη Συντέλεια και στο ξεφάντωμα του καρναβαλιού
Εβδομήντα χρόνια από τον θάνατο του Μπέρτολτ Μπρεχτ: η ζωή του, το επικό θέατρο, τα κορυφαία έργα και η πολιτική κληρονομιά του.
Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έφυγε από τη ζωή στις 14 Αυγούστου 1956, σε ηλικία 58 ετών. Ο Γερμανός δραματουργός, σκηνοθέτης και ποιητής υπήρξε ο πρωτοπόρος του «επικού θεάτρου»· μια θεατρική ιδιοφυΐα, ένας από τους πιο επιφανείς εκπροσώπους του γερμανικού πνεύματος και ένας από τους πιο διάσημους σταλινικούς όλων των εποχών.
Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε το 1898 στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας: σήμερα το πατρικό του σπίτι λειτουργεί ως μουσείο για τη ζωή και το έργο του. Η μητέρα του ήταν προτεστάντισσα και ο πατέρας του ρωμαιοκαθολικός, διευθυντής μιας επιχείρησης χάρτου. Είχε έναν νεότερο αδερφό, τον Βάλτερ Μπρεχτ (1900-1986), ο οποίος έγινε μηχανικός και συνέχισε την οικογενειακή παράδοση της χαρτοποιίας. Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ σπούδασε ιατρική και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1917-1921) χωρίς να πάρει πτυχίο· το 1918, τον τελευταίο χρόνο του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου, επιστρατεύτηκε ως νοσοκόμος· τότε άρχισε να γράφει ποιήματα και θεατρικά έργα. Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης εργάστηκε με τον συνθέτη Χανς Άισλερ, με τον οποίο παρέμεινε φίλος σε όλη του τη ζωή, και γνώρισε τη Χελένε Βάιγκελ, τη μετέπειτα δεύτερη σύζυγό του, που τον συνόδεψε αργότερα στις ΗΠΑ.
Σε όλη τη δεκαετία του 1920, ο Μπρεχτ ανέπτυσσε μια δραματουργική τέχνη που θα τον έφερνε στην κορυφή, ενώ παραλλήλως φοιτούσε στη Μαρξιστική Εργατική Σχολή, όπου μελέτησε τον διαλεκτικό υλισμό. Το 1922 παντρεύτηκε στο Μόναχο την Αυστριακή τραγουδίστρια της όπερας και ηθοποιό Μαριάνε Τσοφ, με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Χάνε. Ο γάμος ήταν ταραγμένος και σύντομος, κυρίως λόγω της παράλληλης σχέσης του Μπρεχτ με τη Χελένε Βάιγκελ, με την οποία το 1924 απέκτησε έναν γιο ενώ ήταν ακόμα παντρεμένος με την Τσοφ. Το 1927 ο Μπρεχτ και η Μαριάνε Τσοφ πήραν διαζύγιο και το 1930 ο Μπρεχτ παντρεύτηκε τη Βάιγκελ, με την οποία απέκτησε αργότερα και μια κόρη, τη θεατρική ηθοποιό Μπάρμπαρα Μπρεχτ-Σαλ (1930-2015), που έγινε η κληρονόμος και διαχειρίστρια των δικαιωμάτων του συγγραφέα.
Η προσαρμογή της «Όπερας του ζητιάνου» του Άγγλου ποιητή Τζον Γκέι με το τίτλο «Η όπερα της πεντάρας» («Die Dreigroschenoper», 1928) σε στίχους του Μπρεχτ και μουσική του Κουρτ Βάιλ προκάλεσε αίσθηση στο Βερολίνο και ο αντίκτυπός της επηρέασε την παγκόσμια σκηνή των μιούζικαλ. Εκείνη την εποχή ο Μπρεχτ ασκούσε κριτική στην «καθωςπρέπει» βερολινέζικη αστική τάξη που προσήπτε στο προλεταριάτο έλλειψη ηθικής· έλλειψη ηθικής παρατηρούσε ο Μπρεχτ στο λούμπεν προλεταριάτο του 1919, το οποίο δεν είχε ακολουθήσει τους επαναστάτες της ομάδας «Σπάρτακος».
Σε ένα από τα πρώτα θεατρικά του έργα, το «Ταμπούρλα στη νύχτα» περιέγραφε το λούμπεν προλεταριάτο με μελανά χρώματα, αλλά στη συνέχεια αποκήρυξε το έργο ως «μη μαρξιστικό». Η ιδιοφυΐα του Μπρεχτ άνθησε μέσω μοναδικών επιρροών, όπως εκείνων του Φρανκ Βέντεκιντ και του Mαξ Ράινχαρτ, καθώς και των κοινωνικών συνθηκών της δεκαετίας του 1920 στο Βερολίνο. Ήδη το 1928, οι στίχοι του στην «Όπερα της πεντάρας» έδειχναν έναν ποιητή χωρίς όμοιό του.
Το 1933, με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Μπρεχτ έφυγε από τη χώρα του. Έζησε πρώτα στη Δανία και στη Φινλανδία και στη συνέχεια πέρασε στις ΗΠΑ όλα τα χρόνια του πολέμου. Παρά τη γενναιόδωρη αμερικανική φιλοξενία, ο Γερμανός συγγραφέας δεν αισθανόταν άνετα στις ΗΠΑ και βίωσε οδυνηρά τον αντικομμουνισμό: μισούσε τις ΗΠΑ και δεν έχανε ευκαιρία να εκφράζει την περιφρόνησή του.
Μετά το τέλος του πολέμου εγκαταστάθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου το 1949 ίδρυσε μαζί με τη Χελένε Βάιγκελ το Μπερλίνερ Ανσάμπλ (Berliner Ensemble). Το 1950 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Τεχνών. Τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της Λαοκρατικής Γερμανίας το 1951 και με το Βραβείο Λένιν το 1954. (Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για το περιβόητο Βραβείο Στάλιν. Αλλά μετά τον θάνατο του Στάλιν και στο πλαίσιο της πολιτικής της αποσταλινοποίησης που εισηγήθηκε ο Νικίτα Χρουστσόφ, το σοβιετικό κράτος αποφάσισε να μετονομάσει το βραβείο αναδρομικά σε «Διεθνές Βραβείο Ειρήνης Λένιν». Όλοι όσοι είχαν τιμηθεί με το βραβείο Στάλιν τα προηγούμενα χρόνια –ανάμεσά τους ο Πάμπλο Πικάσο, ο Πάμπλο Νερούδα, η Άννα Ζέγκερς– πέρασαν επίσημα στη λίστα των τιμηθέντων με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.)
Ο Μπρεχτ ήταν θαυμαστής του Φρανκ Βέντεκιντ, αλλά επίσης επηρεάστηκε από το κινεζικό και το ρωσικό θέατρο. Το διδακτικό και ανθρωπιστικό δράμα, που έγινε η υπογραφή του, απηχούσε την ιδεολογία του: «Η ζωή του Γαλιλαίου» (1937-39), «Η Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της» (1938-39), «Ο καλός άνθρωπος της Σετσουάν» (1935-41), «Ο κύριος Πούντιλα και ο υπηρέτης του Μάττι» (1940), «Η άνοδος του Αρθούρου Ούι» (1941), «Τα οράματα της Σιμόνης Μασάρ» (1940-43), «Ο Σβέικ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» (1942-43) και «Ο κύκλος με την κιμωλία» (1943-1945) συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο επιτυχημένα έργα του, η παγκοσμιότητα των οποίων αναγνωρίστηκε ευρέως μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.
Τα έργα του έγιναν γνωστά στην Ελλάδα από τις μεταφράσεις του Μάριου Πλωρίτη και του Πέτρου Μάρκαρη, ενώ μερικές ελληνικές παραστάσεις αυτών πέρασαν στην ιστορία. Το 1957 ανέβηκε «Ο καυκασιανός κύκλος με την κιμωλία» στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, σε μετάφραση-απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη, σκηνικά του Γιώργου Βακαλό και πρωτότυπη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι· ακολούθησαν «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν», με σκηνοθετικές υποδείξεις του περιβάλλοντος του Berliner Ensemble και την πρωτότυπη μουσική του Πάουλ Ντεσάου, και η«Όπερα της πεντάρας» με τον θίασο του Νίκου Κούρκουλου, σε σκηνοθεσία του Ζιλ Ντασέν και μετάφραση Παύλου Μάτεσι. Ιστορική ήταν και η ερμηνεία της Κατίνας Παξινού ως Μάνας Κουράγιο.
Πολλοί συγγραφείς είναι πνευματικά παιδιά του Μπρεχτ, είτε ευθυγραμμίζονται με την ιδεολογία του είτε όχι: ο Χάινριχ Μίλερ,ο Φόλκερ Μπράουν, ο Χανς Μάγκνους Ετσενμπέργκερ, ο Mαξ Φρις, που ξεκίνησε από τον Μπρεχτ για να ανοίξει τον δικό του δρόμο.
Μετά την επιστροφή του στη Ανατολική Γερμανία, ο Μπρεχτ αφοσιώθηκε στην ποίηση και στη σκηνοθεσία των έργων του, δημιουργώντας μια ολόκληρη σχολή. O Tόμας Μαν, που τον γνώρισε όταν ζούσαν κι οι δυο τους το καλιφορνέζικο ειδύλλιο ως Γερμανοί εξόριστοι στη Σάντα Μόνικα, έλεγε πως ήταν «κάθαρμα αλλά ιδιοφυΐα». Συμφωνούσε και ο Όντεν: όταν ρώτησαν τον μεγάλο Βρετανό ποιητή αν εγκρίνει τη θανατική ποινή, απάντησε ότι την εγκρίνει για τον Μπρεχτ.
Ο Μπρεχτ είναι, από πολλές απόψεις, η επιτομή του γερμανικού πνεύματος: πειθαρχία, δογματισμός, αφοσίωση στις ιδέες· υπερβολή της λογικής που απειλεί να καταλύσει την ηθική και τους νόμους. Το σύμπαν του ακροβατεί ανάμεσα στη Συντέλεια και στο ξεφάντωμα του καρναβαλιού.