- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
«Στάσου πλάι μου»: 40 χρόνια από τη θρυλική ταινία
Τέσσερα αγόρια, ένα πτώμα, και το τέλος της παιδικής ηλικίας
Στάσου πλάι μου (Stand by Me): Η αγαπημένη ταινία του Ρομπ Ράινερ, βασισμένη στην ημι-αυτοβιογραφική νουβέλα του Στίβεν Κινγκ, μόλις έκλεισε τα 40
Σήμερα, 22 Αυγούστου, συμπληρώνονται 40 χρόνια από την ευρεία αμερικανική διανομή τού «Στάσου πλάι μου» («Stand by Me»), μιας ταινίας που κατέληξε να γίνει ένα από τα βασικά σημεία αναφοράς του κινηματογραφικού coming-of-age. Είχε προηγηθεί μια περιορισμένη προβολή σε 16 αίθουσες δύο εβδομάδες πριν, στις 8 Αυγούστου του 1986, αλλά στις 22 του μηνός άνοιξε σε εκατοντάδες αίθουσες σε όλη τη χώρα. Η ταινία είχε κοστίσει κάτι λιγότερο από 8 εκατομμύρια δολάρια — και απέφερε πάνω από 52 εκατομμύρια, μόνο στις ΗΠΑ. Κυρίως όμως: δεν έχει σταματήσει να προβάλλεται έκτοτε, και να αγαπιέται από το κοινό, παλαιότερο και καινούργιο.
Η σκηνοθεσία ήταν του Rob Reiner, και το σενάριο των Raynold Gideon και Bruce A. Evans, βασισμένο στη νουβέλα «The Body» του Stephen King, που είχε δημοσιευτεί τέσσερα χρόνια πριν, το 1982, στη συλλογή «Different Seasons». Πρωταγωνιστούσαν οι Wil Wheaton ως Γκόρντι Λασάνς, ο River Phoenix ως Κρις Τσέιμπερς, ο Corey Feldman ως Τέντι Ντισάμπ, και ο Jerry O’Connell ως Βερν Τέσιο. Ο Kiefer Sutherland υποδύεται τον μεγαλύτερο και επικίνδυνο Έις Μέριλ, ενώ ο Richard Dreyfuss εμφανίζεται ως ο ενήλικος πια Γκόρντι, ο αφηγητής που επιστρέφει με τη μνήμη του σε ένα καλοκαίρι του 1959 — σε εκείνο το καλοκαίρι.
Η ταινία διαρκεί μόλις 89 λεπτά, και η ιστορία της είναι εξαιρετικά απλή. Τέσσερα δωδεκάχρονα αγόρια σε μια μικρή πόλη του Όρεγκον μαθαίνουν ότι το πτώμα ενός συνομηλίκου τους βρίσκεται κάπου δίπλα στις ράγες του τρένου. Αποφασίζουν να το βρουν πριν από τους μεγάλους, σίγουροι ότι η ανακάλυψη θα τους κάνει διάσημους. Φεύγουν λοιπόν με τα πόδια, ακολουθώντας τις σιδηροδρομικές γραμμές μέσα από δάση και χωράφια. Στη διαδρομή θα μαλώσουν, θα γελάσουν, θα φοβηθούν, θα μιλήσουν για τους γονείς τους, θα αντιμετωπίσουν ένα τρένο που έρχεται καταπάνω τους, θα τρέξουν να γλιτώσουν από έναν άγριο σκύλο, θα κολλήσουν βδέλλες, και θα τα βάλουν με μια παρέα μεγαλύτερων αγοριών. Και στο τέλος θα βρουν αυτό που αναζητούσαν.
Η περιγραφή ακούγεται σαν μια κλασική παιδική περιπέτεια, σαν ένα φιλμ, και ένα βιβλίο, για παιδιά. Όμως είναι πολλά περισσότερο από αυτό. Η ταινία μιλά για την ηλικία κατά την οποία ένα παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι ο κόσμος δεν είναι όσο ασφαλής πίστευε, ότι οι γονείς του δεν είναι παντοδύναμοι, ότι οι φίλοι μπορεί να χαθούν… και ότι ο θάνατος αφορά ακόμη και ανθρώπους της δικής του ηλικίας: παιδιά.
Το «Στάσου πλάι μου» αντιμετωπίζει τα παιδιά σαν ολοκληρωμένους ανθρώπους. Τα τέσσερα αγόρια κουβαλούν ήδη οικογενειακές συγκρούσεις, φόβους, ταξικές διαφορές, ντροπή, και τραύματα. Ο Γκόρντι (ο «Συγγραφέας») ζει υπό τη σκιά του μεγαλύτερου αδελφού του, του Ντένι, που έχει πρόσφατα σκοτωθεί, και αισθάνεται πως οι γονείς του θα προτιμούσαν να είχε πεθάνει εκείνος στη θέση του. Ο Κρις προέρχεται από μια οικογένεια με πολύ κακή φήμη, και έχει ήδη καταλάβει ότι οι ενήλικοι τον έχουν καταδικάσει εκ των προτέρων. Ο Τέντι εξακολουθεί να αγαπά έναν κακοποιητικό πατέρα. Και ο Βερν είναι ο αδέξιος, φοβισμένος φίλος που γίνεται συνεχώς στόχος πειραγμάτων και μπούλινγκ.
Ο Κινγκ έχει αντλήσει άπειρες ιστορίες από τη δική του ζωή και τους κοντινούς του ανθρώπους, αλλά αυτή εδώ είναι η πιο προσωπική. Στην πραγματικότητα, το «Στάσου πλάι μου» είναι η πιο απροκάλυπτα αυτοβιογραφική ιστορία που έχει γράψει. Όταν είδε για πρώτη φορά την ταινία σε μια ιδιωτική προβολή, δεν άντεξε, βγήκε από την αίθουσα, και όταν γύρισε έβαλε τα κλάματα στους ώμους του Ράινερ χωρίς να είναι σε θέση να μιλήσει.
Ο θάνατος του Ρίβερ Φίνιξ εφτά χρόνια αργότερα, το 1993, σε ηλικία 23 μόλις ετών, σημάδεψε την ταινία με μια τραγική, μελαγχολική διάσταση που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει το 1986. Ο Κρις είναι το ωριμότερο παιδί της παρέας, και εκείνος που μοιάζει να καταλαβαίνει νωρίτερα από όλους τούς άλλους πόσο περιορισμένες είναι οι ευκαιρίες του. Και εντέλει οι ευκαιρίες όλων μας.
Στο τέλος της ταινίας, τα τέσσερα αγόρια επιστρέφουν στην πόλη. Δεν υπάρχει κάποια τελετή ενηλικίωσης ή κάποια θεαματική αλλαγή. Τέσσερα παιδιά περπατούν για δύο ημέρες στην ερημιά, ζουν μια περιπέτεια, και γυρνούν στο σπίτι τους μια στάλα πιο διαφορετικά από όταν έφυγαν. Αλλά χωρίς, πια, την παιδική τους ηλικία. Ή έστω ένα κομμάτι της, που έχει ήδη περάσει για πάντα.
Όπως συμβαίνει σε όλους μας.